Δύο γυναίκες κοιτούν τον Ντοστογιέφσκι από την άλλη πλευρά της σιωπής
Διαβάζεται σε 12'
Η Ανθή Κολέση και η Δανάη Καρούμπη επιστρέφουν για δεύτερη χρονιά στο Θέατρο Σφενδόνη με την «Ήμερη» του Ντοστογιέφσκι και μιλούν για τη σιωπή, τη μοναξιά, τη σκηνοθεσία, την πίστη στον άλλον και όσα δεν μπορούν να εξηγηθούν.
- 04 Νοεμβρίου 2026 06:27
Ένας ενεχυροδανειστής στέκεται δίπλα στο άψυχο σώμα της νεαρής γυναίκας του και προσπαθεί να καταλάβει τι δεν είδε. Ο μονόλογος του Ντοστογιέφσκι «Η Ήμερη» (1876) είναι μια αδιάκοπη αναρώτηση γύρω από μια αυτοκτονία που δεν άφησε πίσω της καμία εξήγηση.
Η Ανθή Κολέση και η Δανάη Καρούμπη επιστρέφουν για δεύτερη χρονιά στο Θέατρο Σφενδόνη με την παράσταση που σκηνοθετούν και παίζουν μαζί, στην ιστορική μετάφραση του Λευτέρη Βογιατζή και με πρωτότυπη μουσική του The Boy.
Πρόκειται για την πρώτη τους θεατρική δουλειά και, όπως λένε οι ίδιες, την έμαθαν κάνοντάς την: «βλέποντας και κάνοντας», χωρίς προκαθορισμένους ρόλους και με την παράσταση να μετακινείται και να εξελίσσεται μαζί τους.
«Τι βλέπετε εσείς που εκείνος δεν μπορεί να δει;»
«Η Ήμερη» είναι ουσιαστικά ο μονόλογος ενός άντρα που προσπαθεί να καταλάβει τι έγινε με τη νεαρή σύζυγό του. Τι σημαίνει να το διαβάζουν και να το σκηνοθετούν δύο γυναίκες; Τι βλέπετε εσείς που εκείνος δεν μπορεί να δει;
Δανάη: Ο ήρωας σε όλο τον μονόλογο ψάχνει να βρει τι δεν μπόρεσε να δει, τι ήταν αυτό το κάτι που ξέχασε ή του ξέφυγε. Ενώ παραδέχεται πως εδώ υπήρξε κάτι που δεν μπόρεσε να κάνει. Ο ήρωας με συγκινεί βαθιά γιατί στέκεται σε έναν μετεωρισμό, γεμάτος αντιθέσεις, όπως είμαστε οι άνθρωποι. Αυτές οι αντιθέσεις τον κάνουν ποιητή. Ένας ενεχυροδανειστής που ήθελε να της σταλάξει έναν ορίζοντα μες στης καρδιάς της τη ματιά.
Μιλάει για τη μοναξιά. Το κείμενο είναι μια συνεχής αναρώτηση για το τι κάνουν οι άνθρωποι όταν μένουν μόνοι στα άδεια σπίτια που τα είχαν φτιάξει για τους αγαπημένους τους όταν αυτοί φεύγουν.
Σίγουρα, βλέπουμε «Αυτή» μόνο μέσα από τα δικά του μάτια κι έτσι προσπαθούμε να τη φανταστούμε, να την ανασυνθέσουμε, να δώσουμε μορφή σ’ αυτό το πλάσμα. Οπότε στο τέλος, σκηνικά, τη βλέπουμε σίγουρα έτσι όπως εμείς μπορούμε να τη δούμε.
Υπάρχουν δύο φράσεις στην «Αντιγόνη» που σκέφτομαι κάθε φορά γι’ αυτούς τους δύο ήρωες.
Η Ισμήνη λέει «Αλίμονο, δυστυχισμένη που είμαι, έμεινα έξω από τη μοίρα σου» και η Αντιγόνη «Κάνε καρδιά… Εσύ ζεις, μα η δική μου ζωή έχει πεθάνει από καιρό».
Μάλιστα, αυτό το «κάνε καρδιά» υπάρχει και στη μετάφραση του Βογιατζή, το οποίο λέει ο ήρωας απευθυνόμενος στον εαυτό του, ενώ αναρωτιέται από ποιον να ζητήσει πια συγχώρεση, αφού το πρόσωπο στο οποίο αναφέρεται έχει πια πεθάνει. Δεν το θεωρώ καθόλου τυχαίο που επιλέγει αυτή τη φράση, καθώς και ο ίδιος είχε ασχοληθεί και με τα δύο κείμενα.
Σκηνοθετείτε και παίζετε και οι δύο στην παράσταση. Πώς μοιράζεστε τη δουλειά; Υπήρξε στιγμή που η μία έσωσε την παράσταση από την άλλη;
Ανθή: Αυτή τη φορά, επειδή ο ρόλος της Δανάης έχει αλλάξει, έχει τη δυνατότητα να είναι κυρίως απ’ έξω και να βλέπει τα πράγματα από εκεί.
Η αλήθεια είναι πως δεν οργανώνουμε εκ των προτέρων τι θα κάνει η μία και τι η άλλη. Από την αρχή βουτήξαμε μάλλον άτσαλα σε αυτή την επεξεργασία και κάναμε τα πράγματα βλέποντας και κάνοντας.
Θέλω να πω, για εμάς είναι μια πρώτη εμπειρία σε όλα, οπότε μάθαμε κάνοντας. Φέτος, σίγουρα, έχουμε άλλη εμπειρία από πέρυσι. Είμαστε υποψιασμένες για τα πράγματα. Αυτό είναι και καλό και κακό.
Την ώρα της παράστασης στοχεύουμε στο να είμαστε ανοιχτές σε αυτό που συμβαίνει. Αν κάτι δεν πάει όπως είναι να πάει, είναι μέριμνα όλων να το αντιληφθούμε και να πάμε παρακάτω.
Δανάη: Φέτος παίζω λιγότερο, έτσι εκ των πραγμάτων μένω περισσότερο απ’ έξω να κοιτάω.
Είναι κάτι που με δυσκόλεψε πέρυσι, να μην έχω δηλαδή μια συνολική εικόνα του εγχειρήματος. Πάντα θα υπήρχε μια στιγμή που θα έχανα ή θα την έβλεπα αλλιώς, όντας μέσα.
Σίγουρα, όμως, εμπιστεύομαι βαθιά την Ανθή και μπόρεσα να αφεθώ σε κάτι που δεν ελέγχω σε όλα του τα σημεία. Αυτή η βουτιά στον άλλον θεωρώ ότι είναι ζήτημα πίστης.
Μια παράσταση χτισμένη γύρω από μια σιωπή
Η παράσταση αφήνει ανοιχτό το «γιατί» της αυτοκτονίας και η ηρωίδα σχεδόν δεν μιλά. Πώς στήνεις μια παράσταση γύρω από μια σιωπή, χωρίς να μιλήσεις εσύ για λογαριασμό της;
Ανθή: Ακολουθώντας πιστά το κείμενο και επιμένοντας στο κείμενο.
Σχεδόν πάντα, και ειδικά στα μεγάλα κείμενα, δεν υπάρχει κάτι που να μην υπάρχει μέσα γραμμένο. Σε ένα κείμενο κιόλας σαν κι αυτό, που είναι διήγημα, έχει γραφτεί για να διαβαστεί, ο συγγραφέας δεν αφήνει κενά.
Προσπαθούμε να αντιμετωπίσουμε το κείμενο σαν παρτιτούρα, ότι ό,τι χρειαζόμαστε είναι εκεί, και να επενδύσουμε στον τρόπο που μελετάμε κάτι για να το ανακαλύψουμε.
Αν πιστέψει κανείς, λοιπόν, πως ό,τι χρειάζεται είναι εκεί μπροστά στα μάτια του και αφεθεί σε αυτό και το εμπιστευτεί, χωρίς να θέλει να βάλει δικά του για να γεμίσει, τότε τα πράγματα θα μιλήσουν από μόνα τους.
Βέβαια, δεν είναι μια συνταγή αυτό. Είναι μια διαδικασία που χρειάζεται συνεχή διερώτηση. Και αυτή η ιστορία, βάζοντας στον πυρήνα της μια αυτοκτονία, περιστρέφεται γύρω από αυτό που είναι μπροστά στα μάτια μας και κατά πόσο το βλέπουμε.
Δανάη: Όταν κάποιος αυτοκτονεί, σίγουρα κάτι μένει ανοιχτό να ζητάει από αυτούς που έμειναν πίσω, πόσο μάλλον σε μια περίπτωση όπως αυτή, που δεν έχει αφήσει και ένα στοιχείο ώστε να μπορούν να δώσουν έστω μια πρώτη ερμηνεία.
Υπάρχει και η μετάφραση με τον τίτλο «Αινιγματική Αυτοκτονία» από τις εκδόσεις Ηριδανός, που απαντάει κάπως στο γιατί μένει ανοιχτό το γιατί. Καθώς, επίσης, και ένα κείμενο του Pessoa που υπάρχει στην παράσταση σχετικά με το ότι η ζωή είναι γεμάτη παραδοξότητες. Εκθειάζει το παράλογο, «όπως τα τριαντάφυλλα είναι γεμάτα αγκάθια».
Νομίζω πως δεν είναι δουλειά μας να προσπαθούμε να ορίσουμε τα πράγματα, αλλά να ανοίγουμε χώρους για να μπορούν να χωρέσουν όλο και περισσότερα στοιχεία από αυτά που υπάρχουν στη ζωή γύρω μας. Χώρους για να μπορέσουμε να φανταστούμε.
Το θέατρο είναι ένα ασφαλές περιβάλλον, σε σχέση με την ίδια τη ζωή, στο οποίο μπορούμε να δοκιμάζουμε και να αναμετριόμαστε με ό,τι έρχεται αντιμέτωπος υπαρξιακά ο άνθρωπος και την επόμενη στιγμή αυτό να έχει χαθεί.
Κοιτάς τα μάτια ενός αγνώστου με την πίστη ότι θα συναντηθείτε και αυτό διαρκεί μόνο μία ώρα – ή, στην περίπτωσή μας, δύο.
«Όσο περισσότερο το επεξεργαζόμαστε, καταλαβαίνω πως δεν γίνεται να το καταλάβεις»
Επιστρέφετε για δεύτερη χρονιά στη Σφενδόνη. Τι αλλάξατε, τι κρατήσατε και τι έχετε καταλάβει πια για το έργο που πέρσι δεν ξέρατε;
Ανθή: Αυτό που καταλαβαίνω για το έργο όσο περισσότερο το επεξεργαζόμαστε είναι πως δεν γίνεται να το καταλάβεις.
Η κατανόηση έχει κάτι που στο τέλος κλείνει, που σε ησυχάζει.
Όσον αφορά τη δραματουργία, έχουμε κάνει αλλαγές σε σημεία, γιατί είδαμε πως χρειάζονται κάτι άλλο, και σαν μορφή αλλά και από εμάς τις ίδιες, απαιτούν μια άλλη μετακίνηση.
Σκέφτομαι αυτή τη διαδικασία σαν τα φυτά στις γλάστρες, που μετακινούνται προς το φως. Και αλλάζοντας θέση τη γλάστρα, ξαναμετακινούνται.
Νομίζω φέτος είμαστε πιο υποψιασμένες και μετακινούμε όλο και πιο συχνά τη γλάστρα για να συναντήσουμε το «φως» από αλλού, κι από αλλού, κι από αλλού.
Δανάη: Χρειάζεται χρόνος για να σου αποκαλυφθούν τα πράγματα.
Το ότι επαναεπισκέπτεσαι ένα τέτοιο εγχείρημα σε κάνει να δεις ότι κατοικεί διαφορετικά, τόσο θεατρικά όσο και μέσα σου. Ειδικά στη φάση που είμαστε εμείς, ως πρώτη μας θεατρική δουλειά.
Ντοστογιέφσκι, Βογιατζής και The Boy
Ένα κείμενο του 1876 στη μετάφραση του Βογιατζή, με τη μουσική του The Boy. Πώς συνδέσατε αυτά τα τρία κομβικά για το αποτέλεσμα στοιχεία;
Δανάη: Εδώ μου δίνεται η αφορμή να ευχαριστήσω τον Αλέξανδρο Βούλγαρη, ο οποίος ήταν καθηγητής μας στη σχολή, μας εμπιστεύτηκε και μπήκε στη διαδικασία να συνεργαστούμε.
Όλη η συνθήκη με το στούντιο ηχογράφησης και με τη γενικότερη αλληλεπίδρασή μας για να έρθει το ζητούμενο αποτέλεσμα ήταν μια μοναδική εμπειρία που έμεινε στην ομάδα.
Νομίζω πως και σε αυτήν την ερώτηση θα σκεφτώ τον Pessoa. Σίγουρα αυτά τα στοιχεία μας αφορούν προσωπικά, εμένα και την Ανθή, οπότε κάπου ακουμπούν μέσα μας.
Δεν πάμε να αποδώσουμε ένα κείμενο του 1876 σύμφωνα με τις τότε συνθήκες – αυτό σίγουρα δεν σημαίνει πως δεν μελετάμε ή δεν τις λαμβάνουμε υπόψη μας.
Προσπαθούμε, όμως, να μεταφέρουμε στη σκηνή τον τρόπο που ακουμπάει σε εμάς και τον κόσμο που φανταζόμαστε γι’ αυτό.
Ο ρόλος της Εύης Σαουλίδου
Πώς συνέβαλε η Εύη Σαουλίδου στην παράσταση;
Ανθή: Η Εύη είναι για μας ένα σημείο απεύθυνσης. Ήρθε στις πρόβες μας, άκουσε τους προβληματισμούς μας, μας παρότρυνε, μας στήριξε.
Είναι πολύ σημαντικό αυτό, να γνωρίζεις πως υπάρχει κάποιος να του απευθύνεις τη δουλειά σου και να σου επιστρέψει κάτι πίσω σαν σε διάλογο.
Και η Εύη το έκανε αυτό για μας. Μας ενθάρρυνε να προχωρήσουμε στο εγχείρημά μας και να μην οπισθοχωρήσουμε, πίστεψε πως αυτό που έχουμε φανταστεί γίνεται, πως γίνονται τα πράγματα.
Δανάη: Η Εύη είναι ένα στήριγμα για εμάς. Πριν από την παράσταση ήταν δασκάλα μας, οπότε συσχετιζόμαστε αρκετό καιρό.
Παίζει σημαντικό ρόλο στο πώς αντιλαμβανόμαστε τη θεατρική συνθήκη και τη λειτουργία του ηθοποιού.
Τώρα, σε πιο προσωπικό επίπεδο, νιώθω ότι είναι εκεί για να της εκφράσουμε τους προβληματισμούς μας και έχει αφιερώσει από τον χρόνο της για να παρακολουθήσει πρόβες μας.
«Το πιο συγκινητικό ήταν ότι υπήρχαν παρατηρήσεις»
Ποιο ήταν το πιο ωραίο σχόλιο που ακούσατε πέρσι για την παράσταση;
Δανάη: Το πιο συγκινητικό για εμένα ήταν ότι υπήρχαν παρατηρήσεις.
Ότι δάσκαλοί μας και άνθρωποι που θαυμάζουμε μπήκαν στη διαδικασία να μας πουν τι δεν λειτούργησε.
Όπως ο Χάρης Φραγκούλης, ο οποίος ήταν δάσκαλός μου από την αρχή και τον εκτιμώ βαθιά, ή ο Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης, που κάθισε πέντε ώρες ένα βράδυ για να μας πει τι πιστεύει ότι χρειάζεται διόρθωση ή φροντίδα.
Αυτό για εμένα σημαίνει ότι κάποιος είδε τον κόπο μας, το υλικό και τη φροντίδα που έχουμε δώσει σ’ αυτήν την παράσταση και μπήκε στη διαδικασία να μοιραστεί κάτι δικό του, πιστεύοντας ότι μπορούμε να το πάμε παραπέρα.
Τα κοστούμια και η μνήμη των χεριών
Ανθή, εσύ έφτιαξες και τα ομολογουμένως καλαίσθητα κοστούμια της παράστασης. Έχεις κάποια σχέση με την ενδυματολογία; Είναι κάτι στο οποίο βλέπεις τον εαυτό σου;
Ανθή: Όχι, δεν έχω κάποια σχέση με την ενδυματολογία, με την έννοια να το έχω σπουδάσει.
Η θεία μου η Στέλλα ήταν μοδίστρα. Όταν ήμουν μικρή, πήγαινα κάθε Σάββατο πρωί στο μαγαζί της, καθόμουν μαζί της και την έβλεπα που έραβε.
Όταν μεγάλωσα, κάποια στιγμή σκέφτηκα ότι θέλω να φτιάξω καμία τσάντα, καμία φούστα, τέτοια πράγματα.
Είχαμε μια ραπτομηχανή στο σπίτι και άρχισα να το προσπαθώ. Έβλεπα διάφορα βίντεο ή προσπαθούσα να σκεφτώ μόνη μου τώρα αυτό πώς μπορεί να γίνει.
Θυμόμουν πολύ έντονα τα χέρια της θείας μου, πώς τα κινούσε πάνω στη μηχανή. Ε, και κάπως άρχισα να τα καταφέρνω.
Επίσης, η μητέρα μου κάνει πολλά πράγματα με τα χέρια της. Αυτό το έχω μάθει από εκείνη, πως τα χέρια φτιάχνουν.
Αργότερα, στη σχολή, για μια παράσταση που κάναμε, τον «Σεισμό στη Χιλή», μου ζήτησε ο Χάρης Φραγκούλης, ο δάσκαλός μας και σκηνοθέτης της παράστασης, να βρω ή να ράψω μια φούξια τουαλέτα.
Δεν είχα ιδέα πώς να το κάνω. Έκατσα, σκέφτηκα και τελικά το έκανα.
Αυτό ήταν πολύ σημαντικό για μένα που μου το ζήτησε, γιατί μετά κατάλαβα πως, αν κάτσεις και σκεφτείς πώς πρέπει να γίνει κάτι, βάζεις τα χέρια σου, κυριολεκτικά και μεταφορικά, και το κάνεις.
Η παράσταση
«Η Ήμερη» του Φίοντορ Ντοστογιέφσκι
Στην ιστορική μετάφραση του Λευτέρη Βογιατζή
Θέατρο: Σφενδόνη
Σκηνοθεσία: Δανάη Καρούμπη, Ανθή Κολέση
Παίζουν: Μάρω Γκόρτσου, Δανάη Καρούμπη, Ανθή Κολέση, Νικηφόρος Κουγιουμτζόγλου, Λεωνίδας Μπακάλης, Γιώργος Μπουφίδης, Λαζάρια Φράγκου
Πρωτότυπη μουσική: The Boy
Εισιτήρια: https://www.more.com/gr-el/tickets/theater/womendirectors/i-imeri/