Κόκκινα Δάνεια: Τι γλίτωσαν οι δανειολήπτες από την απόσυρση του άρθρου 23 – Πότε κινδυνεύουν με κατάσχεση

Διαβάζεται σε 5'
Κόκκινα Δάνεια: Τι γλίτωσαν οι δανειολήπτες από την απόσυρση του άρθρου 23 – Πότε κινδυνεύουν με κατάσχεση
iStock

Πώς τρεις απλήρωτες δόσεις μπορούσαν να οδηγήσουν στην απώλεια της ρύθμισης και να ανοίξουν τον δρόμο για αναγκαστική εκτέλεση χωρίς διαταγή πληρωμής – Τι ισχύει πλέον για τους οφειλέτες.

Μια ρύθμιση δανείου που υπογράφεται για να διευκολύνει τον δανειολήπτη να αποπληρώσει τα χρέη του θα μπορούσε να μετατραπεί στο ίδιο το έγγραφο με το οποίο η τράπεζα ή ο servicer θα ξεκινούσε διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του, εάν αδυνατούσε να ανταποκριθεί στις δόσεις του.

Αυτή ήταν η σημαντικότερη αλλαγή που προέβλεπε το άρθρο 23 του νομοσχεδίου του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών για το ιδιωτικό χρέος, το οποίο αποσύρθηκε την Παρασκευή 30 Οκτωβρίου, έπειτα από τις έντονες αντιδράσεις της αντιπολίτευσης και των δικηγορικών συλλόγων.

Για τους δανειολήπτες, το κρίσιμο σημείο ήταν ότι η υπογραφή μιας απευθείας συμφωνίας ρύθμισης θα μπορούσε να επιτρέψει στον πιστωτή να παρακάμψει την έκδοση διαταγής πληρωμής, εφόσον η συμφωνία καταγγελλόταν και συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις.

Η απόσυρση δεν σημαίνει ότι σταματούν οι κατασχέσεις ή οι πλειστηριασμοί. Σημαίνει, όμως, ότι δεν θεσπίζεται η συγκεκριμένη διαδικασία, η οποία θα επέτρεπε στους πιστωτές να χρησιμοποιούν την ίδια την ιδιωτική σύμβαση ρύθμισης ως εκτελεστό τίτλο.

Πότε θα μπορούσε να χαθεί η ρύθμιση

Το άρθρο 23 προέβλεπε ότι ο πιστωτής θα μπορούσε να καταγγείλει τη συμφωνία όταν οι καθυστερούμενες πληρωμές υπερέβαιναν συνολικά την αξία τριών δόσεων. Για παράδειγμα, εάν ένας δανειολήπτης είχε συμφωνήσει να καταβάλλει 300 ευρώ τον μήνα, η δυνατότητα καταγγελίας θα ενεργοποιούνταν όταν οι συνολικές καθυστερήσεις ξεπερνούσαν τα 900 ευρώ. Δεν θα απαιτούνταν απαραίτητα τρεις συνεχόμενοι μήνες χωρίς πληρωμή. Το ποσό θα μπορούσε να συγκεντρωθεί και από μικρότερες καθυστερήσεις ή μερικές καταβολές σε διαφορετικούς μήνες.

Η υπέρβαση του ορίου δεν θα οδηγούσε αυτομάτως σε πλειστηριασμό. Θα επέτρεπε, ωστόσο, στον πιστωτή να καταγγείλει τη ρύθμιση και να προχωρήσει στα επόμενα νόμιμα βήματα.

Τι θα γινόταν με το υπόλοιπο του δανείου

Μια δεύτερη σημαντική πρόβλεψη αφορούσε την αναβίωση της αρχικής οφειλής. Εάν η ρύθμιση καταγγελλόταν, οι απαιτήσεις θα επανέρχονταν στο ύψος που είχαν πριν από τη συμφωνία, αφαιρουμένων των ποσών που είχαν ήδη πληρωθεί.

Αυτό είχε ιδιαίτερη σημασία στις περιπτώσεις όπου ο πιστωτής είχε συμφωνήσει μείωση της οφειλής υπό την προϋπόθεση ότι ο δανειολήπτης θα τηρούσε τη ρύθμιση. Έτσι, η απώλεια της συμφωνίας θα μπορούσε να σημαίνει όχι μόνο την απαίτηση των καθυστερούμενων δόσεων, αλλά και την επαναφορά μεγαλύτερου υπολοίπου, ανάλογα με τους όρους που είχαν συμφωνηθεί.

Πώς θα ξεκινούσε η διαδικασία κατάσχεσης

Η μεγαλύτερη αντιπαράθεση προκλήθηκε από την πρόβλεψη ότι η σύμβαση ρύθμισης θα αποτελούσε η ίδια εκτελεστό τίτλο. Στην πράξη, η τράπεζα ή ο servicer δεν θα χρειαζόταν να εξασφαλίσει προηγουμένως διαταγή πληρωμής για να ξεκινήσει αναγκαστική εκτέλεση βάσει της συγκεκριμένης συμφωνίας.

Αυτό δεν σήμαινε άμεση κατάσχεση την επόμενη ημέρα. Θα εξακολουθούσαν να ισχύουν οι νόμιμες διαδικασίες και προθεσμίες. Ωστόσο, θα είχε παρακαμφθεί ένα σημαντικό στάδιο που σήμερα απαιτείται όταν δεν υπάρχει άλλος εκτελεστός τίτλος.

Οι δικηγορικοί σύλλογοι υποστήριξαν ότι η αλλαγή θα περιόριζε τις δικονομικές εγγυήσεις των οφειλετών, καθώς η δικαστική τους άμυνα θα μεταφερόταν στο στάδιο της αναγκαστικής εκτέλεσης.

Θα έχανε ο δανειολήπτης το δικαίωμα προσφυγής στη Δικαιοσύνη;

Η απάντηση είναι Όχι. Η διάταξη δεν καταργούσε το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αλλά άλλαζε το στάδιο στο οποίο θα μπορούσε να αμυνθεί ο οφειλέτης.

Χωρίς την ανάγκη έκδοσης διαταγής πληρωμής, δεν θα υπήρχε και η αντίστοιχη δυνατότητα ανακοπής εναντίον της. Ο δανειολήπτης θα μπορούσε να ασκήσει τα προβλεπόμενα ένδικα βοηθήματα κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης, με διαφορετικές όμως διαδικασίες και προθεσμίες.

Αυτό αποτέλεσε βασικό σημείο των αντιδράσεων, μαζί με τις ανησυχίες για τον ακριβή υπολογισμό του οφειλόμενου ποσού μετά την καταγγελία της ρύθμισης.

Τι ισχύει μετά την απόσυρση

Με την απόσυρση του άρθρου 23, η απευθείας ιδιωτική συμφωνία ρύθμισης δεν αποκτά αυτομάτως την ιδιότητα του εκτελεστού τίτλου βάσει της συγκεκριμένης διάταξης. Αυτό δεν σημαίνει ότι ένας δανειολήπτης μπορεί να σταματήσει να πληρώνει χωρίς συνέπειες. Η τράπεζα ή ο servicer εξακολουθεί να μπορεί να καταγγείλει μια συμφωνία σύμφωνα με τους ισχύοντες όρους και να διεκδικήσει την οφειλή, ακολουθώντας τις νόμιμες διαδικασίες.

Υπάρχει, επίσης, μια σημαντική εξαίρεση: οι ρυθμίσεις μέσω του εξωδικαστικού μηχανισμού διέπονται από διαφορετικό καθεστώς, καθώς έχει ήδη προβλεφθεί ότι οι σχετικές συμβάσεις αναδιάρθρωσης αποτελούν εκτελεστούς τίτλους.

Η κυβέρνηση υποστήριξε ότι το άρθρο 23 αποσκοπούσε στην απλοποίηση των διαδικασιών και ότι προϋπέθετε τη συμφωνία του δανειολήπτη. Ο υφυπουργός Δημήτρης Μαρκόπουλος ανακοίνωσε τελικά την απόσυρσή του, ώστε να προχωρήσει η συζήτηση των υπόλοιπων διατάξεων του νομοσχεδίου.

Το ουσιαστικό αποτέλεσμα για τους δανειολήπτες είναι ότι αποτράπηκε η δημιουργία ενός πρόσθετου, ταχύτερου δρόμου προς την αναγκαστική εκτέλεση μέσω της ίδιας της συμφωνίας που θα υπέγραφαν για να ρυθμίσουν το χρέος τους. Δεν καταργήθηκε ο κίνδυνος κατάσχεσης, αλλά δεν θεσπίστηκε η συγκεκριμένη συντόμευση της διαδικασίας.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα