Τι φοβάται το Ισραήλ για τη σχέση με τις ΗΠΑ μετά τις ενδιάμεσες εκλογές

Διαβάζεται σε 9'
Τι φοβάται το Ισραήλ για τη σχέση με τις ΗΠΑ μετά τις ενδιάμεσες εκλογές
Υποστηρικτές των Δημοκρατικών AP

Η σαρωτική νίκη των Δημοκρατικών στις ενδιάμεσες εκλογές και οι δηλώσεις Τραμπ εντείνουν στο Ισραήλ τους φόβους για το μέλλον της στρατιωτικής και διπλωματικής στήριξης από τις ΗΠΑ.

Τα αποτελέσματα των ενδιάμεσων εκλογών στις ΗΠΑ κατέστησαν σαφές στο Ισραήλ ότι η σχέση με τον σημαντικότερο σύμμαχό του μπαίνει σε μια νέα, πολύ διαφορετική φάση.

«Για εμάς στο Ισραήλ, αυτή θα είναι μια κοσμογονική αλλαγή», έγραψε ένας γνωστός δημοσιογράφος στη μεγαλύτερη σε κυκλοφορία εφημερίδα του Ισραήλ, τη δεξιά Yedioth Ahronoth. «Η κυβέρνηση [του πρωθυπουργού Μπενιαμίν] Νετανιάχου έσπειρε τον άνεμο και θέρισε το τσουνάμι».

Οι ηγέτες της ισραηλινής αντιπολίτευσης έσπευσαν να επιρρίψουν ευθύνες στον πρωθυπουργό τους, με έναν από αυτούς να λέει ότι τα αποτελέσματα στις ΗΠΑ έδειξαν «πόσο τοξικός έχει γίνει ο Νετανιάχου» τόσο για τους Δημοκρατικούς όσο και για τους Ρεπουμπλικανούς. Ο ίδιος ο πρωθυπουργός παραμένει μέχρι στιγμής σιωπηλός.

«Το πολιτικό κατεστημένο στο Ισραήλ είχε καταλάβει σε θεωρητικό επίπεδο ότι τα πράγματα αλλάζουν. Δεν είχε αντιληφθεί πόσο πολύ και πόσο γρήγορα», είπε στο BBC Αμερικανός αξιωματούχος με γνώση της κατάστασης.

Η συμμαχία παύει να θεωρείται δεδομένη

Η σχέση του Ισραήλ με τις ΗΠΑ αποτέλεσε προεκλογικό ζήτημα σε ολόκληρη την Αμερική. Πολλοί υποψήφιοι των Δημοκρατικών άσκησαν έντονη κριτική στις ενέργειες του Ισραήλ στη Γάζα και στην κατεχόμενη Δυτική Όχθη, ενώ το κόστος του αμερικανοϊσραηλινού πολέμου με το Ιράν αποτέλεσε κεντρικό ζήτημα για πολλούς ψηφοφόρους.

O Αμερικανός πρόεδρος απέδωσε στον πόλεμο με το Ιράν τη ήττα των Ρεπουμπλικανών — έναν πόλεμο που θεωρείται ευρέως ότι του προώθησε ο ηγέτης του Ισραήλ. Και ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ Τζέι Ντι Βανς ανέφερε τη σχέση των ΗΠΑ με το Ισραήλ ως έναν από τους τέσσερις βασικούς λόγους για τους οποίους οι ψηφοφόροι εγκατέλειψαν το κόμμα, υπογραμμίζοντας ότι η σχέση αυτή πλέον αντιμετωπίζεται ως πολιτικό πρόβλημα από τον βασικό σύμμαχο του Ισραήλ.

«Αυτό μπορεί να είναι ακόμη χειρότερο από ό,τι συνέβη στις ενδιάμεσες εκλογές», είπε στο βρετανικό μέσο ενημέρωσης ο Ισραηλινός πολιτικός αναλυτής και αναλυτής θεμάτων ασφαλείας Γιαακόβ Κατζ. «Γιατί τους Δημοκρατικούς τους γνωρίζαμε. Τώρα [ο Βανς] δείχνει με το δάχτυλο και λέει: “Οι ψηφοφόροι μας θέλουν να αλλάξουμε τη στάση μας απέναντι στο Ισραήλ” — και οι Ισραηλινοί δεν έχουν καταλάβει πλήρως πού οδηγείται αυτό».

Το ερώτημα που βασανίζει πλέον τους Ισραηλινούς είναι τι σημαίνει αυτό για την ασφάλεια και την επιρροή της χώρας τους.

Associated Press

Η αίσθηση ότι οι ΗΠΑ θα παρέμεναν στο πλευρό του Ισραήλ, τόσο στρατιωτικά όσο και διπλωματικά, δεν είχε κλονιστεί, παρά την αυξανόμενη οργή των Αμερικανών ψηφοφόρων, τις δημόσιες προσβολές του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ προς τον Νετανιάχου και τις διαφωνίες για τις ενέργειες του Ισραήλ στο Ιράν και τον Λίβανο.

Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός καυχιόταν διαρκώς για τη στενή του σχέση με τον Τραμπ, μιλώντας για «αληθινή φιλία» και «ακλόνητη υποστήριξη».

Και μόλις πριν από εννέα μήνες, οι Ισραηλινοί παρακολουθούσαν τις ένοπλες δυνάμεις τους να πολεμούν το Ιράν χέρι χέρι με τον αμερικανικό στρατό, την ώρα που ο «άνευ προηγουμένου» συντονισμός των δύο συμμάχων είχε γίνει καθημερινό μότο στρατιωτικών εκπροσώπων και πολιτικών.

Το Ισραήλ μετρά το κόστος της αμερικανικής στροφής

Γι’ αυτό και η απρόσμενη δήλωση του Τραμπ αυτή την εβδομάδα, σε συνέντευξή του στο Fox News, ότι θα σταματήσει την αμερικανική στρατιωτική βοήθεια ύψους 3,8 δισ. δολαρίων προς το Ισραήλ δύο χρόνια νωρίτερα από το προγραμματισμένο, προκάλεσε σοκ στη χώρα — όχι τόσο λόγω της απώλειας της βοήθειας, όσο για όσα υποδήλωνε η κίνηση αυτή για το καθεστώς του Ισραήλ ως διπλωματικού εταίρου.

Ο πρόεδρος του Ισραήλ δήλωσε ότι η ανακοίνωση έπεσε «σαν κεραυνός εν αιθρία».

«Κανείς δεν ξέρει τίποτα» ήταν ο τίτλος ρεπορτάζ της Yedioth Ahronoth, που σημείωνε ότι αξιωματούχοι εξακολουθούσαν, δύο ημέρες αργότερα, να προσπαθούν να καταλάβουν αν η δήλωση του Τραμπ ήταν σοβαρή.

Το γραφείο του Ισραηλινού πρωθυπουργού αντέδρασε αρκετές ημέρες αργότερα, υποστηρίζοντας ότι η μετάβαση από τη βοήθεια στη συνεργασία αποδεικνύει «τη δύναμη και την ωριμότητα» της διμερούς σχέσης.

Η αμερικανική στρατιωτική βοήθεια αντιστοιχεί σε λιγότερο από το 10% του ετήσιου στρατιωτικού προϋπολογισμού του Ισραήλ. Ωστόσο, ο Γιαακόβ Κατζ, συγγραφέας αρκετών βιβλίων για την άμυνα και την ασφάλεια του Ισραήλ, είπε ότι η ανακοίνωση του Τραμπ είναι μόνο η κορυφή ενός πολύ μεγαλύτερου ζητήματος που αφορά τη μελλοντική χρηματοδότηση, τις πωλήσεις όπλων και τα κοινά στρατιωτικά προγράμματα με το Ισραήλ. Όλα αυτά θα μπορούσαν να καθυστερήσουν ή να μπλοκαριστούν από ένα Κογκρέσο ελεγχόμενο από τους Δημοκρατικούς, ακόμη και χωρίς την πλειοψηφία των δύο τρίτων που θα χρειαζόταν για να παρακάμψει τον Τραμπ.

«Όλα όσα το Ισραήλ συνήθιζε να παίρνει μέσα από μια πιο απλή και εύκολη διαδικασία, τώρα ενδέχεται να γίνουν πολύ πιο περίπλοκα και το Ισραήλ πρέπει να είναι προετοιμασμένο ότι αυτή είναι μια νέα πραγματικότητα», είπε στο BBC.

«Ολόκληρη η Πολεμική μας Αεροπορία βασίζεται σε αμερικανικής κατασκευής αεροσκάφη, εξαρτόμαστε από αμερικανικά ανταλλακτικά και αμερικανικά όπλα. Τα τελευταία τρία χρόνια μας έδειξαν πόσο εξαρτημένοι είμαστε από τα αμερικανικά συστήματα αντιπυραυλικής άμυνας. [Αν] αυτά δεν φτάνουν με τον ίδιο ρυθμό, αυτό κάνει πραγματική διαφορά — αλλάζει τον υπολογισμό σου για το πόσο μπορείς να αντέξεις αν μπεις σε πόλεμο».

Ο Κατζ εκτιμά ότι οι ενδιάμεσες εκλογές θα μπορούσαν επίσης να μεταφραστούν σε αυστηρότερες απαιτήσεις προς το Ισραήλ για τις ενέργειές του στη Γάζα και τον Λίβανο, καθώς και σε απαίτηση να μην υπονομεύσει μια συμφωνία με το Ιράν.

«Κάτι θα αλλάξει στη σχέση ΗΠΑ-Ισραήλ, αλλά το ερώτημα είναι σε ποια κλίμακα», είπε ο Αμερικανός αξιωματούχος στο BBC και ο οποίος θέλησε να διατηρήσει την ανωνυμία του. «Σημαίνει ότι θα υπάρχει μεγαλύτερη προθυμία να ασκείται κριτική στο Ισραήλ όταν αυτό δικαιολογείται, αλλά ο θεμελιώδης πυρήνας της σχέσης θα παραμείνει».

Σε συνέντευξή του στην ισραηλινή τηλεόραση, ο Αμερικανός πρεσβευτής στο Ισραήλ Μάικ Χάκαμπι έδειξε ότι, προς το παρόν, δεν υπάρχει μεγάλη μετατόπιση στις βασικές αμερικανικές θέσεις, μεταξύ άλλων και για την ισραηλινή κατοχή της Δυτικής Όχθης, χαρακτηρίζοντας τις κυρώσεις που έχουν επιβάλει άλλες χώρες «παράλογες» και αντιπαραγωγικές.

Ο πρεσβευτής του Ισραήλ στον ΟΗΕ, Ντάνι Ντάνον, είπε σε άλλο ισραηλινό κανάλι ότι ο Τραμπ θα παραμείνει στον Λευκό Οίκο για τα επόμενα δύο χρόνια και ότι το Ισραήλ μπορεί «να αισθάνεται καλά» για το αμερικανικό βέτο στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ — ένα εργαλείο που η Ουάσινγκτον έχει χρησιμοποιήσει επανειλημμένα στο παρελθόν για να μπλοκάρει ψηφίσματα που στοχεύουν το Ισραήλ.

«Όμως πρέπει να δώσουμε προσοχή στις φωνές — όχι μόνο στο Δημοκρατικό Κόμμα αλλά και στο Ρεπουμπλικανικό — που ασκούν κριτική στο Ισραήλ», είπε. «Θα είναι δυσκολότερο για εμάς».

Ντόναλντ Τραμπ - Μπενιαμίν Νετανιάχου
Ντόναλντ Τραμπ - Μπενιαμίν Νετανιάχου Chip Somodevilla/Pool / AP

Η επόμενη ισραηλινή κυβέρνηση θα κληρονομήσει μια πιο δύσκολη σχέση με τις ΗΠΑ

Τα ερωτήματα γύρω από τη βασική αυτή συμμαχία έρχονται σε μια ιδιαίτερα ευαίσθητη στιγμή για το Ισραήλ, λιγότερο από δύο εβδομάδες μετά τις δικές του βουλευτικές εκλογές, οι οποίες δεν έδωσαν καθαρή πλειοψηφία ούτε στην κυβέρνηση ούτε στην αντιπολίτευση. Τώρα βρίσκονται σε εξέλιξη διαβουλεύσεις με τον πρόεδρο της χώρας, ο οποίος θα αποφασίσει αν ο Νετανιάχου ή ο κεντρώος αντίπαλός του, Γκάντι Άιζενκοτ, θα λάβει πρώτος την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης συνασπισμού.

«Υπό την ηγεσία μου, θα ανανεώσουμε και θα εμβαθύνουμε αυτή τη [σχέση με τις ΗΠΑ], θα ενισχύσουμε τα διακομματικά θεμέλια που τη στήριζαν επί μακρόν», έγραψε ο Άιζενκοτ σε ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Ένα ακόμη στέλεχος του μπλοκ της αντιπολίτευσης, ο Γιαΐρ Λαπίντ, έθεσε το ερώτημα: «Τι κάνουμε;». «Επιστρέφουμε στον κανόνα που λειτούργησε για εμάς επί εβδομήντα χρόνια και που έσπασε το 2015, όταν ο Νετανιάχου πήγε να μιλήσει στο Κογκρέσο εναντίον του [Αμερικανού προέδρου] Ομπάμα. Το Ισραήλ δεν διαλέγει πλευρές στην Αμερική. Συνεργαζόμαστε με όλους».

Η ομιλία του Νετανιάχου στο αμερικανικό Κογκρέσο το 2015 θεωρείται καθοριστική στιγμή στις σχέσεις Ισραήλ-ΗΠΑ, όταν ο Ισραηλινός ηγέτης προσπέρασε ουσιαστικά τον Δημοκρατικό πρόεδρο των ΗΠΑ και απευθύνθηκε στους Ρεπουμπλικανούς του Κογκρέσου, καλώντας τους να μη στηρίξουν μια πυρηνική συμφωνία με το Ιράν.

Έκτοτε, ο Νετανιάχου έχει συνδέσει ολοένα και περισσότερο τη συμμαχία με το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα του Τραμπ, την ώρα που η αποξένωση των Δημοκρατικών από το Ισραήλ μεγάλωνε.

Ο Αμερικανός αξιωματούχος που μίλησε στο βρετανικό μέσο ενημέρωσης είπε ότι, πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές, ο Νετανιάχου θα μπορούσε να είχε βελτιώσει τη σχέση με την Ουάσινγκτον απομακρύνοντας τους δύο ακροδεξιούς υπουργούς του. «Νομίζω ότι τώρα όλοι καταλαβαίνουν πως το πρόβλημα είναι μεγαλύτερο από [αυτό]», είπε.

Το κατά πόσο ο νέος τόνος στις διατλαντικές σχέσεις θα επηρεάσει τη διαδικασία σχηματισμού νέας κυβέρνησης στο Ισραήλ παρακολουθείται στενά.

Ορισμένοι υποστηρικτές της κυβέρνησης υποστηρίζουν ότι η κατάσταση ενίσχυσε την ανάγκη για πολιτική σταθερότητα και ότι ο Νετανιάχου προσφέρει την αναγκαία συνέχεια και βαθιά γνώση των ΗΠΑ και της ηγεσίας τους.

«Δεν έχουμε την πολυτέλεια να παρασυρθούμε σε ατελείωτες πολιτικές διαμάχες και εκλογικές αναμετρήσεις», έγραψε αρθρογράφος στην εφημερίδα Israel Hayom.

Όποιος κι αν αναλάβει την επόμενη κυβέρνηση του Ισραήλ, θα έχει απέναντί του μια Ουάσινγκτον πιο απαιτητική και λιγότερο πρόθυμη να θεωρεί τη στήριξή της δεδομένη.

Μέσα στη συζήτηση για το πώς αλλάζει η σχέση Ισραήλ – ΗΠΑ, ξεχωρίζει και η σιωπή του Νετανιάχου — ενός ηγέτη που για χρόνια πρόβαλλε τη στενή του σχέση με την πολιτική ελίτ της Ουάσινγκτον.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα