30 χρόνια από τον θάνατο του Βασίλη Τσιτσάνη - Το άγνωστο αντιστασιακό τραγούδι και η θητεία με τον Φλωράκη

30 χρόνια από τον θάνατο του Βασίλη Τσιτσάνη - Το άγνωστο αντιστασιακό τραγούδι και η θητεία με τον Φλωράκη

Σαν σήμερα συμπληρώνονται τριάντα χρόνια από τον θάνατο του μεγάλου συνθέτη και δεξιοτέχνη του μπουζουκιού. Οι άγνωστες πτυχές της μεγάλης του καριέρας (Vids)

Σαν σήμερα, στις 18 Ιανουαρίου του 1984, ο Βασίλης Τσιτσάνης αφήνει την τελευταία του πνοή στο νοσοκομείο Brompton του Λονδίνου, έπειτα από επιπλοκές μιας εγχείρησης στους πνεύμονες. Ο θάνατος του μεγάλου συνθέτη και δεξιοτέχνη, σημειώνεται ανήμερα των γενεθλίων του. Η μουσική παρακαταθήκη που αφήνει πίσω του, αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα κεφάλαια της ελληνικής μουσικής.

Ο "Βλάχος", ή "Τσίλιας", όπως τον αποκαλούσαν οι ρεμπέτες φίλοι του, γεννήθηκε στα Τρίκαλα στις 18 Ιανουαρίου του 1915. Ηπειρωτικής καταγωγής ωστόσο, μιας και οι γονείς του κατάγονταν και οι δύο από την Ήπειρο.

Γιος τσαρουχά, ήρθε σε επαφή με τα μουσικά όργανα από πολύ μικρή ηλικία αφού ο πατέρας του είχε ένα μαντολίνο με το οποίο έπαιζε σχεδόν αποκλειστικά κλέφτικα τραγούδια της πατρίδας του. Η παραδοσιακή μουσική ήταν πάντα ριζωμένη στην καρδιά του Τσιτσάνη.

Η οικογένεια του Κώστα Τσιτσάνη, έχασε μία δεκάδα παιδιών και κατέληξε με τα ζώντα τρία αγόρια και το ένα κορίτσι τους, να συμπληρώνουν την οικογένεια και τα αδέρφια του Βασίλη.

Από τα δεκατέσσερα παιδιά της οικογένειας, επέζησαν οι Νίκος, Χρήστος, Βασίλης και Τερψιχόρη.

Ένα παιδί τους, που έφυγε μεγάλο από τη ζωή, στην ηλικία των δεκαπέντε ετών, το 1916, ήταν η αιτία ώστε, το νεογέννητο και μόλις ενός έτους παιδί τους, να λάβει στη μνήμη του το όνομά του, Βασίλης.

Το ίδιο είχε συμβεί και με τον αδερφό του Χρήστο.

Ο Χρήστος Τσιτσάνης, ο αδελφός του Βασίλη, που έπαιζε και αυτός μπουζούκι, ήταν επί σειρά ετών ιδιοκτήτης και αυτο-απασχολούμενος στο οικογενειακό τους καφενείο στα Τρίκαλα, που έφερε την επωνυμία, Τσιτσάνης.

Το μαγαζί είχε αρχικά ονομαστεί Μουριά, το άνοιξαν δε, μετά το θάνατο του πατέρα τους Κώστα. Βρισκότανε κοντά στο πατρικό τους σπίτι, επί της οδού Λαρίσης.

Αργότερα, από το δικό του γάμο με τη Ζωή Σαμαρά, ο Βασίλης Τσιτσάνης θα αποκτήσει δύο παιδιά, τη Βικτωρία και τον Κώστα.

Το μαντολίνο που έγινε μπουζούκι

Η απώλεια του πατέρα του, στα 11 του χρόνια, ήταν καταλυτική για την πορεία της ζωής του Τσιτσάνη. Το μαντολίνο του αγαπημένου του πατέρα και μέντορα, είχε μετατραπεί σε μπουζούκι από έναν ντόπιο οργανοποιό. Δεν ήθελε και πολύ να μαγευτεί από τον ήχο του.

Από τα γυμνασιακά του χρόνια, έπαιζε βιολί. Παρόλα αυτά, προτίμησε τον "περιθωριακό" για την εποχή, ήχο του μπουζουκιού. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα πρώτα του τραγούδια τα έγραψε σε ηλικία 15 ετών. Λίγα χρόνια μετά, άφησε την ιδιαίτερη πατρίδα του για να μεταβεί στην Αθήνα και να σπουδάσει νομικά. Ήταν τέλη του 1936.

Η ζωή στην Αθήνα

Για να συμπληρώσει τα έσοδά του δούλευε παράλληλα σε ταβέρνες. Το μαγαζί Τα Μπιζέλια, στον Κολωνό ήταν το πρώτο του "σπίτι".

Εκεί γνώρισε και τον τραγουδιστή Δημήτρη Περδικόπουλο ο οποίος τον πήγε στην Columbia. Ηχογραφεί για πρώτη φορά το 1937, αλλά το κύριο μέρος των προπολεμικών δίσκων του πραγματοποιείται τα επόμενα χρόνια.

Η "Αρχόντισσα" είναι το πιο γνωστό τραγούδι που ηχογραφεί τότε αλλά μαζί μ' αυτό βρίσκουν θέση στη δισκογραφία τραγούδια όπως τα "Να γιατί γυρνώ", "Γι 'αυτά τα μαύρα μάτια σου" και πολλά άλλα που ερμηνεύουν ο Στράτος Παγιουμτζής, ο Στελλάκης Περπινιάδης, ο Κερομύτης αλλά και ο Μάρκος Βαμβακάρης.

30 χρόνια από τον θάνατο του Βασίλη Τσιτσάνη - Το άγνωστο αντιστασιακό τραγούδι και η θητεία με τον Φλωράκη

Η θητεία με τον Χαρίλαο Φλωράκη

Όπως αναφέρει ο στιχουργός και συγγραφέας, Φαίδων Αλκίνοος στη βιογραφία του Τσιτσάνη: Το 1938 κατατάσσεται στις τάξεις του Στρατού. Ραδιοτηλεγραφητής. Ο Χαρίλαος Φλωράκης θυμάται πως υπηρετούσαν μαζί.

Κάθε βράδυ σχεδόν ο Τσιτσάνης την "κοπάναγε", είτε μόνος του αυτός, είτε με τη συνοδεία φίλου του συναδέλφου, -μάλλον το Γιώργο Τσανάκα εννοεί, - πηδώντας το σύρμα κι έφευγε για να πάει να δουλέψει έξω σε κάποιο μαγαζί ή για να διασκεδάσει ή για να κατέβει στην Αθήνα, με τις σαρανταοχτάωρες που έπαιρνε για να ηχογραφεί στις εταιρείες.

Μέχρι τα ξημερώματα. Κάποιες φορές όμως,  παραβίαζε κανονικά τις εξόδους και τις άδειες, με αποτέλεσμα να γίνεται αντιληπτός και να τιμωρείται με πειθαρχείο. Τον τσάκωσε λοιπόν ο επιλοχίας κατά την επιστροφή του, τον ρώτησε τι θέλει στα σύρματα της περίφραξης κι ο Τσιτσάνης του απάντησε: τηλεγραφητής δεν είμαι; Λόγω ειδικότητας. Να δω τα σύρματα και να τα επιθεωρήσω αν δουλεύουν σωστά κι αν είναι στη θέση τους.

Από το ρεμπέτικο, στο λαϊκό και η μάχη με τη λογοκρισία

Με αυτά τα τραγούδια ο Τσιτσάνης εισήγαγε ένα νέο είδος λαϊκού τραγουδιού το οποίο αποτείνεται στο πλατύτερο κοινό, σε αντίθεση με το ρεμπέτικο τραγούδι που ενδιαφέρει ένα περιορισμένο κύκλο ακροατών. Μ' αυτά απαντά στην λογοκρισία της Μεταξικής δικτατορίας η οποία απαγορεύει τόσο τα προϋπάρχοντα τραγούδια του ρεμπέτικου περιθωρίου όσο και τις εμφανείς ανατολίτικες μελωδίες.

Τα χρόνια της κατοχής τα περνά στη Θεσσαλονίκη, όπου δουλεύει σε διάφορα μαγαζιά. Αυτά τα χρόνια γράφει πολλά από τα τραγούδια που ηχογραφεί μετά τον πόλεμο όταν άνοιξαν ξανά τα εργοστάσια δίσκων. "Αχάριστη", "Μπαξέ τσιφλίκι", "Τα πέριξ", "Νύχτες μαγικές", "Ζητιάνος της αγάπης", "Ντερμπεντέρισσα" και βέβαια τη "Συννεφιασμένη Κυριακή". Το 1946 εγκαθίσταται ξανά στην Αθήνα και αρχίζει πάλι να ηχογραφεί. Η δεκαετία 1945 - 1955 είναι ίσως η κορυφαία της καριέρας του καθώς γνωρίζει την πλατιά καταξίωση στη δισκογραφία και η πιο μεστή δημιουργικά γι' αυτόν.

Φέρνει στο προσκήνιο νέες φωνές που υπηρετούν τα τραγούδια του και δένονται μαζί του:

Τη Μαρίκα Νίνου, τη Σωτηρία Μπέλλου, τον Πρόδρομο Τσαουσάκη. "Είμαστε αλάνια", "Πήρα τη στράτα κι έρχομαι", "Χωρίσαμε ένα δειλινό", "Τρελός τσιγγάνος", "Πέφτουν της βροχής οι στάλες", "Όμορφη Θεσσαλονίκη", "Αντιλαλούνε τα βουνά", "Κάνε λιγάκι υπομονή", "Φάμπρικες", "Πέφτεις σε λάθη", "Καβουράκια", "Κάθε βράδυ λυπημένη", "Ξημερώνει και βραδιάζει", "Έλα όπως είσαι", είναι μερικά μόνο από τα τραγούδια του γι' αυτή την περίοδο. Κι ίσως θα' πρεπε να σημειώσουμε τόσο το μελωδικό πλούτο, όσο και τη δεξιοτεχνία στην απόδοση πολλών απ' αυτά τα τραγούδια.

Χαρακτηριστικές οι εισαγωγές τους - που κάποτε είναι...τρεις : ταξίμι, προεισαγωγή, εισαγωγή - δείγματα ιδιαίτερης σπουδής και απίστευτης ευχέρειας στη μελωδική έκφραση.

Καθώς, μετά τα μέσα της δεκαετίας του '50, το σκηνικό στο λαϊκό τραγούδι πλατιάς αποδοχής αλλάζει και κυριαρχούν κάποιες αραβικές ή και ινδικές επιρροές, ο Τσιτσάνης προσπαθεί να εγκλιματιστεί χωρίς να εγκαταλείψει το προσωπικό του ύφος. Το ίδιο κάνει και σε επόμενες εποχές που η περιρρέουσα ατμόσφαιρα αλλάζει ξανά.

Το φλερτ με τον ήχο της ανατολής

Χωρίς ποτέ να αποδεχτεί κάποια απ' τις εποχιακές "μόδες", παρουσιάζει πάντα κάποια τραγούδια που μπορούν να προστεθούν στα κλασικά του, αν και ανήκουν σε νεότερα χρόνια κι έχουν επιρροές απ' τον κυρίαρχο ήχο αυτών. Τραγούδια του ερμηνεύουν ο Καζαντζίδης, ο Μπιθικώτσης,ο Γαβαλάς, ο Αγγελόπουλος, η Γκρέυ, η Πόλυ Πάνου, η Χαρούλα Λαμπράκη, ο Σταμάτης Κόκοτας κι από κάποιο σημείο και κάτω, κατ' εξοχήν ο ίδιος.

Απ' αυτά ν' αναφέρουμε ενδεικτικά : "Ίσως αύριο (1958), "Τα λιμάνια" (1962), "Τα ξένα χέρια"(1962), "Μείνε αγάπη μου κοντά μου"(1962), "Κορίτσι μου όλα για σένα"(1967), "Απόψε στις ακρογιαλιές"(1968), "Κάποιο αλάνι"(1968), "Της Γερακίνας γιός"(1975),"Δηλητήριο στη φλέβα"(1979).

Το 1980 με πρωτοβουλία της UNESCO ηχογραφείται ένας διπλός δίσκος με τίτλο "Χάραμα" - έτσι λεγόταν το μαγαζί στο οποίο ο Τσιτσάνης εμφανιζόταν τα τελευταία 14 χρόνια της καριέρας του και της ζωής του. Σ' αυτό το δίσκο παίζει μια σειρά από κλασικά του τραγούδια αλλά και πολλά αυτοσχεδιαστικά κομμάτια στο μπουζούκι.

Ο δίσκος αυτός με την έκδοσή του στην Γαλλία (1985) παίρνει το βραβείο της Μουσικής Ακαδημίας Charles Gross. Όμως στο μεταξύ ο κορυφαίος δημιουργός έχει φύγει για πάντα.

Το 1984, ακριβώς την ημέρα των γενεθλίων του (18 Ιανουαρίου), πεθαίνει στο νοσοκομείο Brompton του Λονδίνου ύστερα από επιπλοκές μιας εγχείρησης στους πνεύμονες. Μέχρι και 24 μέρες πρίν εμφανιζόταν κανονικά σε κέντρο και δούλευε καινούργια τραγούδια.

Το άγνωστο αντιστασιακό τραγούδι του Τσιτσάνη

Ο Νέαρχος Γεωργιάδης παρουσίασε τον Ιανουάριο του 2008, ένα άγνωστο αντιστασιακό τραγούδι του Βασίλη Τσιτσάνη.

Λίγα Ιστορικά: Το 1943, αφού η Ιταλία συνθηκολόγησε, η Μεραρχία Πινερόλι παραδίδεται στους αντάρτες, ολόκληρη και με τα όπλα της. Πολλοί απ' αυτούς τους Ιταλούς που παραδόθηκαν, προσχώρησαν και εντάχθηκαν στις γραμμές της Εθνικής Αντίστασης της Ελλάδας, πολεμώντας στη συνέχεια κατά των Γερμανών. Οι αντάρτες των Τρικάλων και της πέριξ περιοχής μαζεύονται σε ένδειξη εορτασμού, στην Πύλη Τρικάλων, μαζί με πολύ κόσμο από τους κατοίκους. Ο Καπετάν Κόζιακας, ήταν επικεφαλής τμήματος φουστανελοφόρων, που είχε την ονομασία Ευζωνικό.

Το ψευδώνυμό του το είχε πάρει από το όρος Κόζιακας, που δεν είναι άλλο από το Αρχαίο Ελληνικό Όρος Κερκέτιον. Εκτείνεται στο Ανατολικό Άκρο της Κεντρικής Πίνδου, ανήκει δε στο Νομό Τρικάλων.

Ο Βασίλης με την ορχήστρα του, φεύγει επί τούτου από τη Θεσσαλονίκη και πηγαίνει στα Τρίκαλα, -ύστερα φυσικά από επίμονη πρόσκληση και πίεση του ΕΑΜ,- στην Πύλη, για την υποδοχή και για να συμμετάσχει και αυτός, σ' αυτήν την εκδήλωση, όπου εκεί, παίζουν και τραγουδούν, αυτός και οι άνθρωποί του, δημοτικά, παραδοσιακά διάφορα, ρεμπέτικα και λαϊκά τραγούδια.

Στην επίσκεψή του αυτή τον είχαν ακολουθήσει όλοι από την οικογένειά του, η Ζωή και ο αδερφός της.

Από τη μνήμη του αυτόπτη και αυτήκοου αντάρτη, Σπύρου Οικονόμου, διασώθηκαν οι στίχοι ενός τραγουδιού που ο Τσιτσάνης συνέταξε και σύνθεσε εκείνη τη στιγμή, για κείνη την περίσταση.

"Καλώς τα τ’ ανταρτόπουλα

απ' τα νερά τα κρύα

που πολεμάνε στα βουνά

για την ελευθερία.

Κατέβηκε κι ο Κόζιακας

απάνω απ' το βουνό

παρέλαση να κάνει

με το ευζωνικό.

Εδιάλεξε παιδάκια

με μάτια γαλανά

ξέρουν να πολεμάνε

για την ελευθεριά".

Υπάρχει όμως και δεύτερη καταγεγραμμένη εκδοχή, ίσως η πιο σωστή, που είναι:

"Καλώς τα, τα ανταρτάκια μας

απ’ τα νερά τα κρύα

που πολεμούσαν στα βουνά

για την Ελευθερία

Κατέβηκε ο Κόζιακας

ψηλά απ’ το βουνό

να κάνουνε παρέλαση

με το ευζωνικό

Διάλεξε παιδάκια

με μάτια γαλανά

που ξέρουν να πολεμάνε

για την ελευθεριά".

Η ιστορία της "συννεφιασμένης Κυριακής"

Το 1948 είναι μια σκληρή χρονιά για την Ελλάδα. Ο Εμφύλιος κορυφώνεται ενώ η χώρα δεν έχει προλάβει να μετρήσει τα τραύματά της από την ιταλογερμανική κατοχή.

Στις 24 Φεβρουαρίου φτάνει στην Αθήνα ο στρατηγός Βαν Φλιτ, διοικητής της Αμερικανικής Στρατιωτικής Συμβουλευτικής και Προγραμματικής Ομάδας που ηγείται των προσπαθειών για την οριστική συντριβή του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας.

Σε αυτό το φόντο - αλλά με τις νωπές μνήμες της Κατοχής - ο Βασίλης Τσιτσάνης ηχογραφεί την περίφημη "Συννεφιασμένη Κυριακή".

Τα λόγια του ίδιου του τρικαλινού συνθέτη σε δύο πολύ μεταγενέστερες συνεντεύξεις του φωτίζουν τον πυρήνα της έμπνευσης ενός λαϊκού τραγουδιού που έμελλε να χαρακτηριστεί δεύτερος εθνικός ύμνος και εγγράφηκε στο συλλογικό DNA με τις εκατοντάδες επανεκτελέσεις του.

"Θυμάμαι αποβραδίς είχε γίνει μπλόκο από τους Γερμανούς σ' ένα κουτούκι και κανείς μας δεν ήξερε ποιος θα φύγει ζωντανός από μέσα. Μ' έβαλαν και έπαιζα μέχρι το πρωί. Το χάραμα μας άφησαν να φύγουμε. Εξω το χιόνι ήταν στρωμένο και όπως πήγαινα για το σπίτι είδα τόπους τόπους πηχτό κόκκινο αίμα. Μέσα στο λίγο φως είδα το παλικάρι που ήταν σκοτωμένο. Γύρισα σπίτι μου και έγραψα το τραγούδι. Ο πρώτος του τίτλος ήταν "Ματωμένη Κυριακή" αφηγείται ο δημιουργός το 1972 στον Γιώργο Λιάνη και στο περιοδικό "Επίκαιρα".

Έναν χρόνο αργότερα, στον Γιώργο Πηλιχό και στα "ΝΕΑ" χαρτογραφεί ακόμη περισσότερο το πλαίσιο: "To ζοφερό κλίμα της Κατοχής που μου είχε εμπνεύσει τους στίχους του τραγουδιού μού ενέπνευσε και τη μουσική του... Ήθελα να φωνάξω για τη μαύρη απελπισία που μας έδερνε όλους εκείνη την εποχή της Κατοχής, όλο για την απελπισία να μιλάνε οι νότες".

Για την ιστορία: η πρώτη εκτέλεση του τραγουδιού είναι από τον Πρόδρομο Τσαουσάκη και τη Σωτηρία Μπέλλου.

Ο Τσιτσάνης για τον Τσιτσάνη:

"Αισθανόμουν ταπεινός, πιο μικρός από τους άλλους ανθρώπους, γιατί ο μουσικός τότε είχε την κακή φήμη, ήτανε κείνο που λέμε, πήγαινε στα πανηγύρια κι ο καθένας κολλούσε τις δεκάρες, παίξε ρε, καταλαβαίνεται τώρα, μην πω και τα υπόλοιπα.

Γι' αυτά κ' είχα μια φοβία, μια φοβία είχα, σε μια τέτοια κατάσταση βρισκόμουνα. Έπειτα θα πείτε πως έγινα μουσικός; Έγινα, έγινα με μια κρυφή ελπίδα, ότι εάν δε γίνω μεγάλος, το είχα βαθιά μες στην ψυχή μου αυτό, εάν δε γίνω μεγάλος, θα εγκαταλείψω γρήγορα. Δεν ήθελα τη μέση κατάσταση. Δεν την ήθελα. Εάν δεν ήμουνα αυτός που ήμουνα, κάτι άλλο θα ήμουνα, εκτός από μουσικός".

(Με πληροφορίες από: tsitsanis.gr, "Ο Βασίλης Τσιτσάνης μέσα από τα μάτια του Φαίδωνα Αλκίνοου")

SHARE:

24Media Network