Τα μνημόνια τελείωσαν και τώρα τι;

Ο πρωθυπουργός, Αλέξης Τσίπρας
Ο πρωθυπουργός, Αλέξης Τσίπρας AP

Είναι αναμφίβολα η ώρα της υπέρβασης και η αναζήτηση των παρατάξεων να βρουν κοινό τόπο συνεννόησης σε βασικούς τομείς. Προέχει η ανόρθωση της χώρας με καθαρούς κανόνες, χωρίς μικροκομματικά παιχνίδια.

Αφήνοντας πίσω μας το ορόσημο της 21ης Αυγούστου, όταν έκλεινε ο επαχθής κύκλος των μνημονίων με την ολοκλήρωση του τρίτου μνημονίου, η Ελλάδα ευρισκόμενη στο κάτω μέρος μιας κατηφόρας καλείται να κάνει μια υπέρβαση.

Όπως φάνηκε στην πράξη τα τελευταία 8 χρόνια, οι αριθμοί μπορούν να επιτευχθούν βίαια, με σκληρή λιτότητα και πολλά θύματα. Αυτό που πρέπει να γίνει τώρα είναι κάτι που δεν έγινε ποτέ. Να γίνει, δηλαδή, μια χώρα που έχει ένα σχέδιο για την εξέλιξη και την ανάπτυξη της, το οποίο θα αλλάζει μόνο για να γίνει πιο αποδοτικό και όχι επειδή αλλάζει η Κυβέρνηση.

Προϋπόθεση για κάτι τέτοιο είναι τα πολιτικά κόμματα είτε είναι στην Κυβέρνηση είτε στην αντιπολίτευση να βρουν κοινούς τόπους (η απόλυτη συμφωνία θα ήταν ουτοπική) στα βασικά θέματα. Είναι τόσο ιδιόμορφο αυτό το χαρακτηριστικό της Ελλάδας,  θέματα όπως η Οικονομία, η Κοινωνική Πολιτική, η Υγεία και η Παιδεία να αποτελούν όπλα της Κυβέρνησης και της αντιπολίτευσης για να πλήξουν η μια πλευρά την άλλη, με τους δανειστές να το επεσημαίνουν πολλές φορές αν και με τον πιο ασύμβατο τρόπο.

Ακόμη και το ΔΝΤ όταν έκανε τα «λάθη» του σε πολλαπλασιαστές,  μέτρα και  πολιτικές, ζητούσε από τον ελληνικό πολιτικό κόσμο συναίνεση την οποία ουδέποτε εξασφάλισε. Ισως όμως αν υπήρχε αυτή η ελάχιστη συναίνεση να μην επέτρεπαν τόσα πολλά λάθη από τους δανειστές μας.

Όσο αντισυμβατικό και αν ακούγεται για τα ελληνικά δεδομένα, σε πολλές άλλες  χώρες, Κυβέρνηση και Αντιπολίτευση μπορούσαν να συζητήσουν για τα μεγάλα θέματα χωρίς να ξεχνούν τις ιδεολογικές διαφορές τους. Όταν η Ιρλανδία μπήκε στο μνημόνιο Κυβέρνηση και αντιπολίτευση αντιστάθηκαν στην αύξηση του - χαμηλού φορολογικού συντελεστή για τις επιχειρήσεις και το πέτυχαν. Το ίδιο και η Κύπρος που παρ' όλη την αρχική άρνηση του μνημονίου η επιβολή και κυρίως η ολοκλήρωσή του έτυχε διακομματικής συναίνεσης. Και οι δύο αυτές χώρες είναι μικρότερες από την Ελλάδα αλλά άφησαν την επαχθή περίοδο των μνημονίων πολύ νωρίτερα από την Ελλάδα.

Φωτό αρχείου, Κρίση Μνημόνια
Φωτό αρχείου, Κρίση Μνημόνια AP
 

Το δεύτερο που δεν έχει καταφέρει ποτέ η Ελλάδα είναι ο πολίτης να έχει εμπιστοσύνη προς το κράτος και το κράτος προς τον πολίτη.

Ο πολίτης να απαιτεί με άλλα λόγια τον λεγόμενο «κοινωνικό μισθό» σε αγαθά και υπηρεσίες ως αντιπαροχή για τους φόρους που πληρώνει και να έχει ξεκάθαρους κανόνες για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του.

Αυτό απαιτεί καθαρούς κανόνες από το κράτος προς τους πολίτες άμεση τιμωρία για τους παραβάτες και προσπάθεια να κάνει περισσότερα ζητώντας λιγότερα.

Δύσκολα, λοιπόν, μπορεί να σκεφτεί οποιοδήποτε κοινοβουλευτικό κόμμα που θα είχε αντιρρήσεις στα παραπάνω. Ωστόσο η πολυαναμενόμενη σταθερότητα και η ευημερία που όλοι ευαγγελίζονται δεν θα έρθει αν δεν προχωρήσουν από τα λόγια στην πράξη.

Αυτό θα απαιτήσει ωριμότητα πολλών χρόνων μέχρι να επιτευχθεί.

Η κρίση που βρίσκεται επιτέλους σε ύφεση μετά από 9 «πέτρινα» χρόνια που έκλειναν το καθένα με περισσότερες υποχρεώσεις για τον επόμενο χρόνο για πολίτες και επιχειρήσεις είχε ένα αποτέλεσμα στους “μεγάλους” τουλάχιστον “αριθμούς”. 

Πού βρισκόμαστε

Η Ελλάδα μετά από ένα θρίλερ 9 ετών και τριών μνημονίων είναι σήμερα μια χώρα δημοσιονομικό υπόδειγμα για όλη την Ευρωζώνη.  Το 2018 θα κλείσει για τρίτη χρονιά τον προϋπολογισμό της με δημοσιονομικό πλεόνασμα 850 εκατ. ευρώ και πρωτογενές πλεόνασμα 7,2 δισ. ευρώ. Θα αναπτυχθεί με ρυθμό 2,1 % του ΑΕΠ με τις δημοσιονομικές επιδόσεις -όπως συμβαίνει συνήθως- να μην ακολουθούν και το επίπεδο ζωής των πολιτών.

Το 2010 η χώρα είχε πρωτογενές έλλειμμα της τάξης του 10,2% του ΑΕΠ και το 2018 πετυχαίνει για Τρίτη συνεχόμενη χρονιά πρωτογενές πλεόνασμα κοντά στο 4% του ΑΕΠ.

Το δημοσιονομικό της έλλειμμα πριν από το πρώτο μνημόνιο είχε φτάσει στο 15,1% και στο τέλος του 2018 η χώρα θα έχει δημοσιονομικό πλεόνασμα 0,6% του ΑΕΠ .

Το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών δηλαδή το «βιβλίο» που καταγράφει τα ποσά που βγαίνουν και μπαίνουν στην χώρα σε προϊόντα υπηρεσίες εισοδήματα από έλλειμμα κοντά στο 16% του ΑΕΠ το 2009 έχει σήμερα ένα οριακό έλλειμμα της τάξης του 0,2% του ΑΕΠ

Από την άλλη μεριά η Ελλάδα μπήκε στο μνημόνιο με το ΑΕΠ της να είναι ανάλογο με το σημερινό της Ιταλίας (στο 122%) και στο τέλος του χρόνου το χρέος αναμένεται να φτάσει το 186,4% του ΑΕΠ. Το θετικό είναι ότι μετά την διόγκωση του χρέους της και την ολοκλήρωση του τρίτου προγράμματος «ανταμείφθηκε» με μια συμφωνία που εξασφαλίζει ιδανικές συνθήκες χρηματοδότησης που δεν θα ξεπερνούν το 15% του ΑΕΠ, για τα επόμενα 15 χρόνια και αναβολή πληρωμών για το 1/3 του χρέους κατά 10 χρόνια.

Πιο δύσκολο είναι το θέμα της ανάπτυξης, αφού το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν μειώθηκε από τα 242 δισ. ευρώ το 2009 στα 186,4 δισ. ευρώ το 2018. Μπορεί η οικονομία να έχει περάσει στην ανάκαμψη με ανάπτυξη 1,5% το 2017 και αναμενόμενη ανάπτυξη 2,1% το 2018 αλλά είμαστε ακόμη στην αρχή…

Το ίδιο δύσκολο είναι και το πρόβλημα των εμπορικών τραπεζών οι οποίες μετά από διαδοχικές συγχωνεύσεις και πωλήσεις μη συναφών δραστηριοτήτων και αφού έχουν χρηματοδοτηθεί από το δημόσιο με συνολικά 88, 6 δισ. ευρώ είτε άμεσα είτε μέσω εγγυήσεων είναι ακόμη αδύναμες να χρηματοδοτήσουν την πραγματική οικονομία διατηρώντας τον ρυθμό εκταμίευσης νέων δανείων αρνητικό.

Τέλος μέσα στα χρόνια της κρίσης οι καταθέσεις μειώθηκαν από τα 237,4 δισ. ευρώ που ήταν στο τέλος του 2010 φέτος διαμορφώθηκαν στα 130 δισ. ευρώ παρά την σταδιακή αύξηση των καταθέσεων από το 2016 ως σήμερα.

Οι άμεσες προκλήσεις

Αδήριτη αναγκαιότητα είναι η χώρα να ανακτήσει το πλούτο που έχασε τα χρόνια της κρίσης. Η υποχρέωση για πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% του ΑΕΠ ως το 2022 και 2% για τα επόμενα χρόνια κάνουν την ανάγκη αυτή πιο επιτακτική.

Η Κυβέρνηση έχει υποβάλλει ήδη ένα ολιστικό πολυετές σχέδιο ανάπτυξης της οικονομίας στο οποίο δύσκολα μπορεί να διαφωνήσει κάποιος. Το σχέδιο αυτό θα πρέπει να περάσει το ταχύτερο δυνατό στην πράξη. Μετά από τα τρία μνημόνια στην Ελλάδα υπάρχουν και ευκαιρίες και αρκετά ευνοϊκότερο επιχειρηματικό περιβάλλον σε σχέση με αυτό πριν από την κρίση. Για να γίνει αυτό με σταθερό και βιώσιμο τρόπο υπάρχουν πέντε προϋποθέσεις.

 -Πρώτη προϋπόθεση για την επανεκκίνηση της οικονομίας είναι να εξασφαλιστεί η χρηματοδότηση της οικονομίας. Ένα εγχείρημα εξαιρετικά δύσκολο στις σημερινές συνθήκες. Τούτο διότι το τέλος της κρίσης βρίσκει και τις καθ' ύλην αρμόδιες εμπορικές τράπεζες αλλά και τους ιδιώτες (επιχειρήσεις και νοικοκυριά) σε εξαιρετικά δυσμενή θέση.

Οι τράπεζες πιέζονται ασφυκτικά από τις εποπτικές αρχές τους (ΤτΕ -ΕΚΤ -SSM) για την μείωση των κόκκινων δανείων τους. Έστω και καθυστερημένα το οικονομικό επιτελείο έχει κινηθεί και συζητά σε συνεργασία με το ΤΧΣ λύσεις για μαζικές εκκαθαρίσεις κόκκινων με παροχή κρατικών εγγυήσεων. Το σχέδιο αυτό δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να καθυστερήσει ή να μπλεχτεί με την προεκλογική περίοδο που βρίσκεται σε εξέλιξη.

-Δεύτερη προϋπόθεση είναι η απενεργοποίηση της «ωρολογιακής βόμβας» του κόκκινου ιδιωτικού χρέους που κληρονόμησε η κρίση και υπολογίζεται σήμερα κοντά στα 221 δισ. ευρώ ευρώ ή 115,5 % του ΑΕΠ.

Από το σύνολο των κόκκινων οφειλών περίπου 140 εκατ. ευρώ αφορούν τα ληξιπρόθεσμα χρέη επιχειρήσεων και νοικοκυριών προς το δημόσιο. Μόνο τα χρέη σε φόρους πρόστιμα και προσαυξήσεις φτάνουν τα 104 δισ. ευρώ. Επιχειρήσεις και ελεύθεροι επαγγελματίες χρωστούν άλλα 34 με 25 δισ. ευρώ στα ασφαλιστικά ταμεία.

Η δεύτερη μεγάλη μερίδα του ιδιωτικού χρέους είναι τα κόκκινα δάνεια -θέμα που «συναντά» το πρόβλημα των τραπεζών - τα οποία υπολογίζονται σήμερα στα 84,5 δισ. ευρώ. Ανεξάρτητα από τις μαζικές εκκαθαρίσεις δανείων από τις Τράπεζες θα πρέπει να βρεθούν τρόποι να «πρασινίσουν» όσο το δυνατόν περισσότερα “κόκκινα” δάνεια.

-Μια τρίτη απροσδιόριστη ποσότητα κόκκινων οφειλών είναι αυτά που χρωστούν ο ένας στον άλλο, είτε σε επίπεδο ιδιωτών είτε σε επίπεδο επιχειρήσεων.

Φωτό αρχείο, Κρίση Μνημόνια
Φωτό αρχείο, Κρίση Μνημόνια AP
 

Το ιδιωτικό χρέος «στραγγαλίζει την κατανάλωση που αποτελεί το 67% του ΑΕΠ αλλά και τις μικρές επενδύσεις φρενάροντας και μικρές επενδύσεις που είναι απολύτως απαραίτητες.

-Τρίτη προϋπόθεση είναι η βελτίωση της λειτουργίας και της αποδοτικότητας του δημοσίου τομέα. Όσο εύκολο ακούγεται τόσο δύσκολο γίνεται στην πράξη. Τομείς όπως η φορολογική διοίκηση, η απονομή δικαιοσύνης, η χωροταξία, η υγεία και η παιδεία πάσχουν και από τις συνέπειες της κρίσης, αλλά και από χρόνιες παθήσεις που έχουν πλήξει επί δεκαετίες την δημόσια διοίκηση. Απλοποίηση και κωδικοποίηση της νομοθεσίας τιμωρία των παραβατών επιτάχυνση των διαδικασιών ψηφιοποίησης και διασύνδεσης του δημοσίου - χωρίς όμως ψηφιοποίηση της γραφειοκρατίας - θα είναι κρίσιμος παράγοντας επιτυχίας για τα επόμενα χρόνια.

Τούτο διότι ιστορικές μεταρρυθμίσεις, όπως η ενοποίηση των επενδύσεων και το κτηματολόγιο θα πρέπει έστω και το 21ο αιώνα να ολοκληρωθούν και στην Ελλάδα και κυρίως να τύχουν σωστής διαχείρισης.

-Τέταρτη προϋπόθεση είναι να ξεκινήσει η αξιοποίηση της δημόσιας ακίνητης περιουσίας. Αξιοποίηση δεν σημαίνει ξεπούλημα η εκχώρηση σε ιδιώτες αλλά ανάθεση με ανταποδοτικά τέλη και υπηρεσίες για τους πολίτες και - γιατί όχι - και τους τουρίστες που επισκέπτονται την χώρα μας. Πεδίο δόξης λαμπρό θα αποτελέσει και το εγχείρημα αναβάθμισης και των δημόσιων επιχειρήσεων που έχει αναλάβει η Ελληνική Εταιρία Συμμετοχών και Περιουσίας (ΕΕΣΥΠ). Η ιδιωτικοοικονομική διαχείριση μπορεί να φοβίζει αλλά μπορεί και να φέρει οφέλη και για τους καταναλωτές.

-Πέμπτη προϋπόθεση είναι η τήρηση δημοσιονομικής πειθαρχίας χωρίς όμως συνέχιση της λιτότητας. Εδώ μπορεί «βοηθήσει» και η ενισχυμένη εποπτεία με την οποία αποχαιρέτησε το τρίτο πρόγραμμα η Ελλάδα . Γενεσιουργός αιτία της τεράστια κρίσης ήταν η κακοδιαχείριση σπατάλες για προσλήψεις και διορισμούς που καλύπτονταν με χρέος και ελλείμματα επί δεκαετίες . Μια απόκλιση στους στόχους από κάποια μελλοντική Κυβέρνηση θα σημάνει αυτομάτως χρεοκοπία

 Η ανάπτυξη είναι το βασικό ζητούμενο της «επόμενης μέρας» καθώς με μεγαλύτερο ΑΕΠ και το δημογραφικό θα αρχίσει να εξομαλύνεται και το ασφαλιστικό θα πάψει να είναι πρόβλημα και οι αυξήσεις των μισθών και των συντάξεων θα πάψουν να είναι λύμα στα λεξικά όπως συμβαίνει τα τελευταία 10 χρόνια.

Βαθιές οι πληγές στην κοινωνία

Οι συνέπειες μιας κρίσης που ξέσπασε το 2009 κορυφώθηκε το 2013 και στην συνέχεια άρχισε να αποκλιμακώνεται με αργούς ρυθμούς καθώς η λιτότητα συνεχίζονταν μέχρι και το 2017, λόγω των μέτρων των μνημονίων παρά τις ενέσεις ρευστότητας που έγιναν με την μορφή του κοινωνικού μερίσματος αλλά και την καθιέρωση του Κοινωνικού Εισοδήματος Αλληλεγγύης που σταμάτησε την «κατηφόρα» της απόλυτης ένδειας στα πιο ανήμπορα φτωχά νοικοκυριά και της ιατρονοσηλευτικής κάλυψης των ανασφάλιστων και ανέργων.

Ωστόσο οι κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις έχουν μια αθροιστική επίδραση στην κοινωνία που αν την δεί κανείς σήμερα αντιλαμβάνεται ότι ακόμη και οι παρεμβάσεις συνολικού ύψους 1,6 δισ. που έχουν δρομολογηθεί για το 2018 και 2019 είναι σταγόνα στον ωκεανό. 

Την πικρή αλήθεια είχε ομολογήσει και ο υπουργός οικονομικών κ Ευκλείδης Τσακαλώτος όταν το 2015 σε κάποια από τις λίγες δημόσιες εμφανίσεις του είχε ερωτηθεί αν το τρίτο μνημόνιο ήταν το χειρότερο. Ο υπουργός χωρίς να το σκεφτεί είχε απαντήσει απολύτως λογικά λέγοντας: «Δεν είναι το χειρότερο αλλά τα μέτρα του θα λειτουργήσουν αθροιστικά, με τα μέτρα των δύο προηγούμενων μνημονίων. Το αποτέλεσμα θα είναι οι πολίτες να νιώσουν μεγαλύτερο βάρος». 

Η αλήθεια όπως αποτυπώνεται σε επίσημα στοιχεία δείχνει ότι οι Έλληνες  δεν πλήρωσαν μόνο τα 62 δισ. μέτρων του πρώτου και του δεύτερου μνημονίου ή μόνο τα 10,7 δισ. ευρώ του τρίτου μνημονίου. Στο τέλος του 2018 θα πληρώσουν τα 72,7 δισ. των μέτρων των τριών μνημονίων που έχουν αλλάξει τελείως την ζωή τους.

Είδε, επίσης τα εισοδήματα να μειώνονται κατά περίπου 33% (αν δε μηδενίστηκαν απότομα λόγω ανεργίας) και περίπου ένα στους τρεις (34,5%) βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού. Η παιδική φτώχεια απειλεί ακόμη το 1 στα τέσσερα παιδιά (24,5%). Αυτός είναι και ο λόγος που οι λιποθυμίες μαθητών λόγω ασιτίας προσπαθούν να αντιμετωπιστούν με το σύγχρονο συσσίτιο των σχολικών γευμάτων που επεκτείνεται κάθε χρόνο δείχνοντας ότι το πρόβλημα παραμένει παρόν.

Την ίδια ώρα η τρίτη ηλικία χτυπήθηκε και αυτή υπομένοντας συνολικά 14 μικρές και μεγάλες μειώσεις συντάξεων από το 2011 ως το 2016.

Στα χρόνια της κρίσης μετρήσαμε περίπου 350.000 νέους και νέες μορφωμένους στην Ελλάδα να μεταναστεύουν στο εξωτερικό αναζητώντας την τύχη τους. 

Φωτό αρχείο, Κρίση Μνημόνια
Φωτό αρχείο, Κρίση Μνημόνια EUROKINISSI
 

Η ανεργία παρότι μειώθηκε τον Σεπτέμβριο στα 18,6% από το 27,9% που είχε φτάσει τον Ιούλιο του 2013, παραμένει με διαφορά η υψηλότερη εντός της Ευρωζώνης.

Ο αριθμός των ανέργων από τα 1,3 εκατ. έχει μειωθεί στις 889.000 αλλά το 65% συνεχίζουν να είναι μακροχρόνια άνεργοι. Το πιο δύσκολο είναι ότι το προφίλ της ανεργίας θα μπορούσε να είναι νέα και …γυναίκα και πως παρά την μείωση από τα ιστορικά υψηλά του 50,6% -που ήταν το 2013- παραμένει υψηλό, στο 33,3% με βάση τα τελευταία δημοσιευμένα στοιχεί,α ενώ και η γυναικεία ανεργία βρίσκεται στο 23,4% περίπου, 10 μονάδες υψηλότερα από αυτή των ανδρών που καταγράφεται στο 14,8%. Θα πρέπει να ληφθεί υπ όψιν ότι τα υψηλά αυτά ποσοστά έχουν αναφορά στην επίσημα καταγεγραμμένη ανεργία (ως εργαζόμενος καταγράφεται και αυτός που εργάζεται έστω και μια μέρα για το τρίμηνο που καταγράφει η στατιστική έρευνα). Συνεπώς τα πράγματα είναι σαφώς χειρότερα.

Η ζημιά στην οικονομία

 Η πολυετής κρίση είχε βαριές συνέπειες και στην οικονομία σε πολλά άλλα επίπεδα. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις καταγράφουν περίπου 230.000 λουκέτα μέσα στα χρόνια της κρίσης, ενώ και κάποιες από τις πολύ μεγάλες εταιρείες αναγκάστηκαν να μεταφέρουν την έδρα τους στο εξωτερικό.  Η ΦΑΓΕ International, δήλωσε το 2012 πως μόλις οι φόροι άρχιζαν να αυξάνονται θα μετέφερε την έδρα της στο Λουξεμβούργο. Την ίδια χρονιά η Coca-Cola HBC, μετέφερε την έδρα της στο Zug της Ελβετίας. Το 2013 η Βιοχάλκο, μετέφερε την έδρα της στις Βρυξέλλες. Οι δύο τελευταίες εταιρείες εξήγησαν πως ο κύριος λόγος αυτής της απόφασης ήταν η ευκολότερη και καλύτερη πρόσβαση σε κεφάλαια. Πολλές είναι και μικρότερες επιχειρήσεις οι οποίες μετά το 2010 έχουν μεταφερθεί εκτός Ελλάδος κυρίως σε Βουλγαρία ΠΓΔΜ και Κύπρο λόγω κυρίως των ευνοϊκότερων φορολογικών συνθηκών.

Δεν λείπουν όμως και τα θύματα ανάμεσα σε μεγάλες, κάποιες ιστορικές εταιρείες όλων των κλάδων που έβαλαν λουκέτο μέσα στην κρίση αν και τις περισσότερες φορές η ύφεση μεγέθυνε προβλήματα πολλών ετών. Πιο πρόσφατη και σίγουρα η πιο ηχηρή ήταν αυτή της τεράστιας αλυσίδας Μαρινόπολου η οποία έστω και μέσω Σκλαβενίτη διασώθηκαν οι 12.500 θέσεις εργασίας. 

Εκτός από την περίπτωση Μαρινόπουλου η λίστα είναι αρκετά μεγάλη Τα Σούπερ Μάρκετ Ατλάντικ, η Ηλεκτρονική Αθηνών, η Neoset (έπιπλα), η Πετζετάκης ΑΕ, η Μπάμπης Βωβός (real Estate), η Sprider stores ( ένδυση ), η χαρτοβιομηχανίες Softex και Diana, η γαλακτοβιομηχανία ΑΓΝΟ η βιομηχανία ξύλου Shelman η ετααιρείες Γεωργιάδης και Κατσέλης.

Φωτό αρχείο, Κρίση Μνημόνια
Φωτό αρχείο, Κρίση Μνημόνια AP
 

Ο άλλοτε κραταιός κλάδος των κατασκευών κατέρρευσε κυριολεκτικά μέσα στην κρίση.  Από τον αλματώδη ρυθμό που είχε στις αρχές της δεκαετίας του 2000 λόγω της απελευθέρωσης της στεγαστικής πίστης των Ολυμπιακών αγώνων πλέον ο χώρος δείχνει βομβαρδισμένο τοπίο. Οι επενδύσεις σε κατοικίες υποχώρησαν από 25,2 δισ. ευρώ το 2007 σε μόλις 1 δισ. ευρώ το 2017. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη πτώση του κλάδου της οικοδομής διαχρονικά, γεγονός που είχε μεγάλη συμβολή και συνολικά στην ύφεση της οικονομίας που καταγράφηκε από το τέλος της προηγούμενης δεκαετίας.

Το ποσοστό των επενδύσεων στις κατασκευές, επί του συνόλου των επενδύσεων παγίου κεφαλαίου, υποχώρησε από το 56% που είχε βρεθεί το 2007, δηλαδή στο απόγειο της αγοράς κατοικίας, σε 36% το 2017

Ο αριθμός των εργοληπτικών εταιρειών, οι οποίες μειώθηκαν κατά 40%, καθώς από τις 712 που λειτουργούσαν το 2004, σήμερα δεν αριθμούν περισσότερες από 425.

Εξαίρεση ο αποτελεί ο Τουρισμός που μάλλον ευνοήθηκε από την εσωτερική υποτίμηση της οικονομίας αλλά και τη διεθνή συγκυρία. Τα έσοδα μόνο από την αύξηση του καθαρού τουριστικού προϊόντος από το 8,5% του ΑΕΠ το 2008 αναμένεται να φτάσει φέτος το 20% του ΑΕΠ.

Στις εξαιρέσεις συγκαταλέγονται και κάποιοι δυναμικοί βιομηχανικοί κλάδοι (τρόφιμα, ποτά, χημικά, καύσιμα, δομικά υλικά) που αύξησαν λόγω μειωμένης εσωτερικής ζήτησης τις εξαγωγές τους κατά 30%.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ: Ανασκόπηση 2018
SHARE: