ΕΣΠΕΡΑΑ: Το σχέδιο για την αναβίωση των μικρών οικισμών

Διαβάζεται σε 4'
ΕΣΠΕΡΑΑ: Το σχέδιο για την αναβίωση των μικρών οικισμών
Istock

Ο σχεδιασμός με βάση την κυβέρνηση αποσκοπεί αποκλειστικά στη βιώσιμη αναβίωση της ελληνικής υπαίθρου, την ώρα που η δημόσια συζήτηση επικεντρώνεται στο αν θα αποτελέσουν τα ΕΣΠΕΡΑΑ ένα μέσο διάσωσης των εγκαταλελειμμένων οικισμών ή θα σηματοδοτήσουν μια νέα φάση οργανωμένης οικιστικής ανάπτυξης στην εκτός σχεδίου περιοχή.

Νέα πνοή σε εγκαταλελειμμένους και φθίνοντες οικισμούς της χώρας φιλοδοξεί να δώσει το πλάνο για  επαναφορά των Ειδικών Σχεδίων Περιβαλλοντικής Αναβάθμισης και Ανάπτυξης (ΕΣΠΕΡΑΑ) από το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας φιλοδοξεί, με βάση πηγές του ΥΠΕΝ
Ουσιαστικά, η κυβέρνηση παρουσιάζει το νέο πλαίσιο ως ένα αυστηρά ελεγχόμενο εργαλείο χωρικού σχεδιασμού που μπορεί να συμβάλει στην αντιμετώπιση της δημογραφικής συρρίκνωσης, στην αξιοποίηση του εγκαταλελειμμένου οικιστικού αποθέματος και στην προσέλκυση νέων κατοίκων και επενδύσεων.

Την ίδια ώρα, όμως, η νομοθετική παρέμβαση έχει προκαλέσει έντονο διάλογο, καθώς επιστημονικοί φορείς εκτιμούν ότι, παρά τις ασφαλιστικές δικλείδες, μπορεί να ανοίξει τον δρόμο για οργανωμένες επεκτάσεις δόμησης γύρω από μικρούς οικισμούς, ακόμη και σε περιοχές με ιδιαίτερα ευαίσθητα φυσικά χαρακτηριστικά.

Πού θα εφαρμόζονται τα νέα σχέδια

Συγκεκριμένα, με βάση πηγές του ΥΠΕΝ, τα ΕΣΠΕΡΑΑ θα λειτουργούν είτε ως αυτοτελή Ειδικά Πολεοδομικά Σχέδια είτε θα ενσωματώνονται στα Τοπικά Πολεοδομικά Σχέδια ως ειδικές ζώνες σχεδιασμού.

Η εφαρμογή τους αφορά τη χερσαία Ελλάδα, την Κρήτη, την Εύβοια και τη Ρόδο, ενώ στα υπόλοιπα κατοικημένα νησιά θα περιορίζεται αποκλειστικά σε εγκαταλελειμμένους οικισμούς.

Σε αντίθεση με άλλα εργαλεία χωρικού σχεδιασμού, η παρέμβαση δεν εξαντλείται στα όρια του υφιστάμενου οικισμού. Προβλέπεται ότι μπορούν να ενταχθούν και γειτονικές εκτός σχεδίου εκτάσεις, εφόσον συνδέονται λειτουργικά με αυτόν και πληρούν συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Οι νέες προς πολεοδόμηση περιοχές θα πρέπει να έχουν ελάχιστη έκταση 30 στρεμμάτων, ενώ το συνολικό σχέδιο δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 200 στρέμματα.

Γιατί εκφράζονται επιφυλάξεις

Στο μεταξύ, η Ελληνική Εταιρεία Περιβάλλοντος και Πολιτισμού (ΕΛΛΕΤ) και ο Σύλλογος Ελλήνων Πολεοδόμων και Χωροτακτών (ΣΕΠΟΧ) διευκρινίζουν ότι δεν διαφωνούν με την ανάγκη στήριξης των εγκαταλελειμμένων οικισμών. Αντίθετα, αναγνωρίζουν ότι η πληθυσμιακή αποδυνάμωση της ελληνικής υπαίθρου αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα αναπτυξιακά προβλήματα της χώρας.

Οι ενστάσεις τους εστιάζονται στον τρόπο εφαρμογής του νέου θεσμού. Όπως υποστηρίζουν, τα κριτήρια επιλογής των οικισμών είναι αρκετά διευρυμένα ώστε να μπορούν να συμπεριλάβουν όχι μόνο πραγματικά εγκαταλελειμμένους οικισμούς, αλλά και μικρές κοινότητες που εξακολουθούν να κατοικούνται ή βρίσκονται σε περιοχές με αυξημένο επενδυτικό ενδιαφέρον.

Κατά την άποψή τους, η έμφαση μεταφέρεται σταδιακά από την αποκατάσταση του υφιστάμενου οικιστικού ιστού στη δυνατότητα πολεοδόμησης νέων εκτάσεων γύρω από αυτόν.

Περισσότεροι από 1.300 οικισμοί στο επίκεντρο

Σύμφωνα με την ΕΛΛΕΤ, το νέο πλαίσιο θα μπορούσε να αφορά περισσότερες από 1.300 δημοτικές κοινότητες σε ορεινές και νησιωτικές περιοχές.

Η ένταξη, πάντως, δεν είναι αυτόματη, καθώς απαιτείται να πληρούνται σωρευτικά μια σειρά από προϋποθέσεις, όπως η πληθυσμιακή εξέλιξη των τελευταίων δεκαετιών, το καθεστώς οριοθέτησης, η ιστορική φυσιογνωμία του οικισμού και η συμβατότητα με τον υπερκείμενο χωροταξικό σχεδιασμό.

Τα στοιχεία των δύο τελευταίων απογραφών της ΕΛΣΤΑΤ καταγράφουν σημαντική πληθυσμιακή υποχώρηση σε δεκάδες μικρούς οικισμούς. Στη Μαγνησία, για παράδειγμα, το Παλαιό Τρίκερι, τα Χάνια, ο Άγιος Ιωάννης Πηλίου και το Χόρτο εμφανίζουν αισθητή μείωση μόνιμου πληθυσμού μέσα σε μία δεκαετία, ενώ αντίστοιχη εικόνα παρουσιάζουν αρκετοί μικροί οικισμοί στις Κυκλάδες.

Το όριο των 200 στρεμμάτων στο μικροσκόπιο

Ιδιαίτερο προβληματισμό προκαλεί η δυνατότητα ανάπτυξης περιοχών συνολικής έκτασης έως 200 στρεμμάτων.

Η ΕΛΛΕΤ επισημαίνει ότι πολλοί μικροί ορεινοί και νησιωτικοί οικισμοί καταλαμβάνουν σήμερα μόλις 20 έως 100 στρέμματα. Επομένως, μια επέκταση αυτού του μεγέθους, όπως υποστηρίζει, θα μπορούσε να μεταβάλει ουσιαστικά την κλίμακα και τον χαρακτήρα τους, ιδιαίτερα σε περιοχές με αυξημένη τουριστική πίεση.

Άλλες ανάγκες έχουν τα βουνά, άλλες τα νησιά

Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και ο ΣΕΠΟΧ, υπογραμμίζοντας ότι δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται με τα ίδια εργαλεία τόσο ένας ορεινός οικισμός που ερημώνει όσο και ένας νησιωτικός οικισμός που βρίσκεται σε δημοφιλή τουριστικό προορισμό.

Στις ορεινές περιοχές, αναφέρει, προτεραιότητα πρέπει να είναι η επιστροφή κατοίκων, η ενίσχυση της τοπικής οικονομίας και η βελτίωση των βασικών υπηρεσιών. Αντίθετα, στα μικρά νησιά εκφράζεται ο φόβος ότι οι νέες οργανωμένες αναπτύξεις θα μπορούσαν να επιβαρύνουν ακόμη περισσότερο τις ήδη πιεσμένες υποδομές, τους υδάτινους πόρους και το φυσικό τοπίο.

Η ΕΛΛΕΤ υποστηρίζει επίσης ότι πριν από κάθε νέα πολεοδομική παρέμβαση θα πρέπει να αξιολογείται η φέρουσα ικανότητα κάθε περιοχής, ειδικά στα νησιά όπου οι φυσικοί πόροι είναι περιορισμένοι.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα