Η Μουριά κλείνει μετά από 111 χρόνια – “Εδώ ενταφιάζεται η πολιτική μας νιότη”
Διαβάζεται σε 10'
Η Μουριά, το ιστορικό καφενείο στη Χαριλάου Τρικούπη και την Καλλιδρομίου, κλείνει μετά από 111 χρόνια, σηματοδοτώντας για πολλούς το τέλος μιας εποχής στα Εξάρχεια
- 30 Οκτωβρίου 2026 16:47
Μετά από 111 χρόνια ζωής, η ιστορική «Μουριά» στα Εξάρχεια κατεβάζει ρολά, αφήνοντας πίσω της πολύ περισσότερα από ένα παραδοσιακό καφενείο. Αφήνει μια ολόκληρη εποχή, μια κοινότητα ανθρώπων, αναμνήσεις δεκαετιών και ένα κομμάτι της ταυτότητας μιας γειτονιάς που αλλάζει με ταχύτητα.
Τις τελευταίες ημέρες, τα τραπεζάκια στη συμβολή της Χαριλάου Τρικούπη με την Καλλιδρομίου είναι διαρκώς γεμάτα. Η «Μουριά» δεν στερήθηκε ποτέ τους θαμώνες της, όμως αυτή τη φορά η παρουσία τους έχει χαρακτήρα αποχαιρετισμού.
Όπως καταγράφει σε εκτενές ρεπορτάζ του το Orange Press Agency, άνθρωποι που πέρασαν χρόνια στο καφενείο επιστρέφουν για έναν τελευταίο καφέ, ένα τελευταίο τσίπουρο και μια τελευταία κουβέντα σε έναν χώρο που για πολλούς δεν ήταν απλώς κατάστημα εστίασης, αλλά σημείο συνάντησης, κοινωνικής ζωής και καθημερινής επαφής.
Η είδηση ότι το ιστορικό καφενείο κινδύνευε να κλείσει είχε γίνει γνωστή ήδη από τον περασμένο Μάιο, προκαλώντας έντονη αντίδραση σε μια γειτονιά που τα τελευταία χρόνια έχει αλλάξει σημαντικά.
Η εξάπλωση των βραχυχρόνιων μισθώσεων και των ξενοδοχείων, αλλά και η εμφάνιση νέων μορφών διασκέδασης, από brunch spots έως wine bars, έχουν μεταβάλει σταδιακά τον χαρακτήρα των Εξαρχείων. Ακόμη και μέσα σε αυτή τη διαδικασία, ωστόσο, η «Μουριά», με ιστορία που αρχίζει το 1915, έμοιαζε για πολλούς με μια από τις τελευταίες σταθερές.
Από την επόμενη εβδομάδα, όμως, η εικόνα στη γωνία Χαριλάου Τρικούπη και Καλλιδρομίου θα είναι διαφορετική, με το κλείσιμο του καφενείου να αποκτά και συμβολική διάσταση για τις αλλαγές που συντελούνται στη γειτονιά.
Πάνω από 6.000 υπογραφές για να σωθεί η Μουριά
Η κινητοποίηση για τη διάσωση του καφενείου υπήρξε μεγάλη. Περισσότερες από 6.000 υπογραφές συγκεντρώθηκαν μέσα σε λίγες ημέρες, με αίτημα να αναγνωριστεί η «Μουριά» ως νεότερο μνημείο σύγχρονης πολιτιστικής κληρονομιάς και να διασφαλιστεί η συνέχιση της λειτουργίας της.
Το αίτημα ξεπέρασε τα όρια των Εξαρχείων.
Τον Ιούνιο του 2026, το Δημοτικό Συμβούλιο της Αθήνας στήριξε ομόφωνα το αίτημα του ιδιοκτήτη του καφενείου, ενώ στο πλευρό της «Μουριάς» βρέθηκαν φορείς, μεταξύ των οποίων και η Ένωση Επαγγελματιών Εστίασης Αθήνας.
Ωστόσο, οι διαδικασίες για τη θεσμική αναγνώριση του καφενείου ως μνημείου αποδείχθηκαν χρονοβόρες και μέχρι σήμερα δεν υπάρχει απόφαση που να δεσμεύει την ιδιοκτησία του ακινήτου.
Έτσι, η «Μουριά» κατεβάζει ρολά το Σάββατο 31 Οκτωβρίου, με ένα αποχαιρετιστήριο γλέντι. Την Κυριακή, ο Χρήστος Βάνας, ο άνθρωπος που εργάζεται στο καφενείο εδώ και 44 χρόνια και έχει ταυτιστεί με τη λειτουργία του, αναμένεται να παραδώσει τα κλειδιά στην ιδιοκτησία του ακινήτου.
Ένα καφενείο που λειτουργούσε σαν κοινότητα
Οι θαμώνες του καφενείου, μιλώντας στο Orange Press Agency, περιγράφουν το κλείσιμο όχι απλώς ως το τέλος ενός αιωνόβιου καταστήματος, αλλά ως το τέλος ενός συγκεκριμένου τρόπου κοινωνικής ζωής.
Στη «Μουριά», όπως λένε, οι άνθρωποι δεν συναντιούνταν μόνο ως πελάτες, αλλά ως μέλη μιας κοινότητας. Η απογοήτευσή τους δεν αφορά απλώς το πού θα πίνουν πλέον τον καφέ τους, αλλά την απώλεια ενός χώρου όπου άνθρωποι διαφορετικών ηλικιών, επαγγελμάτων και καταβολών συναντιούνταν καθημερινά.
Και σχεδόν κάθε τραπέζι έχει τη δική του ιστορία.
Στέλιος Γούτης: “Όποια ώρα και να περνούσες, έβρισκες γνωστούς”
Ο ηθοποιός Στέλιος Γούτης, γνωστός στο ευρύ κοινό και από τον ρόλο του παπά-Τριαντάφυλλου στο «Καφέ της Χαράς», ήταν ένας από τους ανθρώπους που συνδέθηκαν με τη «Μουριά».
Μιλώντας στο Orange Press Agency, περιέγραψε ως βασικό χαρακτηριστικό του καφενείου την οικειότητα που δημιουργούσε.
«Δεν ξέρω τι να πω για τη Μουριά που κλείνει. Δεν είναι ευχάριστο. Αρκετά στενάχωρο, αλλά είχε ένα μοναδικό καλό. Οποιαδήποτε ώρα περνούσες, κυρίως το μεσημέρι, έβρισκες μερικούς ανθρώπους γνωστούς και είχες κάτι να πεις», ανέφερε.
Όπως πρόσθεσε, μπορεί η «Μουριά» να χάνεται, αλλά οι άνθρωποί της θα συνεχίσουν να συναντιούνται: «Έτσι χάνουμε τώρα τη Μουριά, αλλά τον Βάνα δεν θα τον χάσουμε. Κάπου θα τον συναντήσουμε. Στα Πράματα, στα Άγναντα, στα Μάλαντα».
Θυμάται ακόμη ότι ακόμη και ο θάνατος κάποιου θαμώνα γινόταν αφορμή για κοινή μνήμη και συντροφικότητα.
«Και όταν δε κάποιος από την ομήγυρη αναχωρούσε για τον αγύριστο, ε, είχαμε δυο τρεις μέρες κάποιος να κεράσει τα τσίπουρα. Αυτά τα ολίγα και πολλά είναι».
“Παππού, τώρα πού θα πίνεις τον καφέ σου και εγώ την πορτοκαλάδα μου;”
Για τον Θανάση, η «Μουριά» είναι μια ιστορία που περνά από γενιά σε γενιά.
Θυμάται ότι έφερνε εκεί την κόρη του όταν ήταν παιδί για να πιει πορτοκαλάδα. Δεκαετίες αργότερα, έκανε το ίδιο με τον εγγονό του.
«Εγώ εδώ έφερνα την κόρη μου και έπινε πορτοκαλάδα. Η κόρη μου είναι 43-44 ετών. Όταν ήταν παιδάκι έξι, εφτά χρονών. Εδώ και δυο τρία χρόνια φέρνω τον εγγονό μου και πίνει και αυτός την πορτοκαλάδα του», αφηγείται.
Όταν του εξήγησε ότι το καφενείο θα κλείσει, ο εγγονός του τον ρώτησε: «Παππού, τώρα πού θα πίνεις εσύ τον καφέ σου και εγώ την πορτοκαλάδα μου πια;».
Ο ίδιος πρωτοήρθε στην Αθήνα το 1971 και στη «Μουριά» δύο χρόνια αργότερα.
«Από το ’73 σε εκείνο το τραπεζάκι στη γωνία ήπια τον πρώτο μου καφέ», θυμάται.
Όπως επισημαίνει, το καφενείο συγκέντρωνε ανθρώπους διαφορετικών επαγγελμάτων και χώρων: τεχνικούς, ανθρώπους των γραμμάτων και κατοίκους της περιοχής.
“Μένουμε όλοι ξεκρέμαστοι”
Για τον Θανάση, το πρόβλημα δεν είναι ότι δεν υπάρχουν άλλα μέρη για καφέ στα Εξάρχεια.
«Στα Εξάρχεια υπάρχουν δέκα καφέ που μπορώ να πιω καφέ οπουδήποτε. Τους ανθρώπους που έκανα παρέα δεν μπορώ να βρω και δεν θα τους βρίσκω. Αυτό είναι το πιο άσχημο πράγμα», λέει.
Η σχέση του με τον Χρήστο Βάνα μετρά σχεδόν μισό αιώνα.
Θυμάται μια εποχή κατά την οποία το καφενείο λειτουργούσε ταυτόχρονα και ως άτυπο επαγγελματικό δίκτυο: εκεί έκλειναν δουλειές υδραυλικοί, ψυκτικοί, ηλεκτρολόγοι και άνθρωποι της γειτονιάς.
«Τώρα πλέον είμαστε όλοι, ειλικρινά σου μιλάω, ξεκρέμαστοι», σημειώνει.
Και εξηγεί: «Το να πάω να πιω κάπου έναν καφέ δεν μου λέει τίποτα. Καφέ πίνω οπουδήποτε. Αλλά δεν θα βρω τον φίλο μου τον Ορέστη, τον Λευτέρη. Δεν πρόκειται να τους βρω για να πιούμε καφέ μαζί. Γιατί εδώ ήταν το στέκι μας».
“Ήταν ένα καφενείο που άνοιξε και για εμάς τις γυναίκες”
Ιδιαίτερη ήταν και η σχέση γυναικών της γειτονιάς με έναν χώρο που κατάφερε, σύμφωνα με θαμώνες, να ξεπεράσει τον παραδοσιακά ανδροκρατούμενο χαρακτήρα του ελληνικού καφενείου.
Η Ζωή περιγράφει τη «Μουριά» ως έναν χώρο τέχνης, συνάντησης και δημιουργίας.
«Η αγαπημένη μας Μουριά θα κλείσει, θα μας εγκαταλείψει. Είναι ένας τόπος για μένα τέχνης και αξιόλογων ανθρώπων», λέει.
Μιλά για τις αφίσες, τους πίνακες ζωγραφικής και τα έργα καλλιτεχνών που πέρασαν από το μαγαζί, αλλά και για τις φιλίες που δημιουργήθηκαν εκεί.
«Ήταν ένα καφενείο που άνοιξε και για μας τις γυναίκες και αισθανόμασταν και πολύ καλά», σημειώνει.
Θυμάται επίσης παρουσιάσεις βιβλίων, πολιτικές συγκεντρώσεις, πολιτικές προσωπικότητες και καλλιτέχνες, αλλά και φωτογραφικά ντοκουμέντα ιστορικών γεγονότων, όπως, όπως αναφέρει, η ανοιχτή συνέλευση της Νομικής με ανοιχτή ψηφοφορία.
“Κανένα μαγαζί εδώ γύρω δεν έχει την ψυχή της”
Ο Κώστας κάθεται στο ίδιο τραπέζι μαζί με τη σκυλίτσα του, τη Ζέλντα, η οποία έχει και τη δική της καρέκλα στο καφενείο. Το όνομά της, όπως λέει, το έχει γράψει στο πίσω μέρος της καρέκλας ο ίδιος ο Χρήστος Βάνας.
«Η Ζέλντα εδώ μεγάλωσε», λέει.
Για τον ίδιο, το κλείσιμο σημαίνει ότι «ακόμη ένα έμψυχο μαγαζί φεύγει».
«Υπάρχουν πολλά μαγαζιά γύρω γύρω, αλλά κανένα δεν έχει την ψυχή της Μουριάς», αναφέρει, αποδίδοντάς την στην οικογενειακή ατμόσφαιρα του χώρου.
«Με άλλους είμαστε φίλοι, με άλλους δεν είμαστε φίλοι, αλλά όλοι είμαστε γνωστοί. Μιλάμε, συζητάμε. Είναι ένα κέντρο επικοινωνίας, ανταλλαγής ιδεών, απόψεων».
Η αλλαγή των Εξαρχείων και το gentrification
Στον κοινοτικό χαρακτήρα που είχαν παραδοσιακά τα καφενεία στα Εξάρχεια στέκεται και ο Αργύρης.
Όπως λέει, τα διαφορετικά καφενεία της περιοχής λειτουργούσαν ως «κοινοτικά σημεία ζωής», το καθένα με τους δικούς του σταθερούς θαμώνες και τη δική του αντίληψη για τα πράγματα.
Το κλείσιμο της «Μουριάς», σύμφωνα με τον ίδιο, έρχεται να συμβολίσει μια ευρύτερη αλλαγή.
«Άλλα ήταν αριστερά, άλλα ήταν δεξιά, άλλα ήταν μεικτά. Δυστυχώς με το gentrification και αυτά που γίνονται στην ευρύτερη περιοχή σηματοδοτεί μια αλλαγή», αναφέρει.
Και προσθέτει ότι το παραδοσιακό κομμάτι της περιοχής αντικαθίσταται σταδιακά από τουρίστες, ξένους κατοίκους και πιο «trendy» κοινά.
“Το επόμενο trendy στέκι δεν πρόκειται ποτέ να φτιάξει κοινότητα”
Ο Αργύρης διευκρινίζει ότι ο προβληματισμός του δεν αφορά απλώς τη νοσταλγία για το παρελθόν.
Κατά την άποψή του, η ουσιαστική διαφορά είναι ότι ένα νέο, ακριβότερο και πιο «trendy» κατάστημα στον ίδιο χώρο δύσκολα θα αποκτήσει την ίδια σχέση με τη γειτονιά.
«Το επόμενο trendy στέκι που θα δημιουργηθεί εδώ, σε αυτόν τον χώρο, με το υψηλότερο ενοίκιο, δεν πρόκειται ποτέ να φτιάξει κοινότητα, δεν πρόκειται ποτέ να αποκτήσει θαμώνες και δεν πρόκειται ποτέ να συνδεθεί με τη γειτονιά», αναφέρει.
Για τον ίδιο, πάντως, το σημαντικότερο είναι να μην εξαφανιστεί η «Μουριά» από τη συλλογική μνήμη.
«Όχι πένθος ούτε θρήνος, γιατί είναι ένα κομμάτι της ιστορίας μας. Αυτό και θα παραμείνει», λέει.
Και προσθέτει: «Ένα κομμάτι που δεν έχασε ποτέ, αλλά είναι ένα κομμάτι νίκης του κοινωνικού επί του εμπορικού, είναι το κομμάτι της Μουριάς. Ας μην το ξεχνάμε ποτέ αυτό».
“Οι δημοσιογράφοι δεν μαθαίνουν ένα νέο αν δεν μαθευτεί πρώτα στη Μουριά”
Ο Επαμεινώνδας περιγράφει το καφενείο σαν μια μικρογραφία της ίδιας της γειτονιάς.
Εκεί, όπως λέει, συναντούσες «γνωστούς, φίλους και συμπαθείς και αντιπαθείς, κατά κανόνα συμπαθείς».
Η ποικιλία των ανθρώπων που περνούσαν από τη «Μουριά» της είχε δώσει, σύμφωνα με τον ίδιο, και τον χαρακτήρα ενός άτυπου πολιτικού βαρόμετρου.
«Εδώ μάθαινες δέκα μέρες πριν από τις εκλογές ποιο κόμμα θα βγει πρώτο, άσχετα αν αυτοί δεν το ψήφιζαν ή όχι», αναφέρει.
Και συμπληρώνει με χιούμορ: «Οι δημοσιογράφοι ποτέ δεν μαθαίνουν ένα νέο αν πρώτα δεν μαθευτεί στη Μουριά».
“Εδώ ενταφιάζεται η πολιτική μας νιότη”
Ο Στρατής θυμάται ότι κάποτε, στα 40 του, ήταν ο «μικρός» της παρέας.
Στο κεντρικό τραπέζι κάθονταν οι σταθεροί θαμώνες χωρίς να χρειάζεται να κανονίσουν μεταξύ τους. Ήξεραν ότι εκεί θα συναντηθούν.
«Τουλάχιστον έξι, εφτά έχουν φύγει από τη ζωή πια», λέει.
Οι συζητήσεις μπορούσαν να ξεκινήσουν από τον Όμηρο, την «Ιλιάδα» και την «Οδύσσεια» και να καταλήξουν στην πολιτική ή στη λογοτεχνία.
Για τον ίδιο, αυτή ακριβώς η κουλτούρα έχει σχεδόν εξαφανιστεί από την Αθήνα.
Από τις αναμνήσεις του ξεχωρίζει και μια ιστορία με έναν οικοδόμο, τακτικό θαμώνα της παρέας.
Κάθε Παρασκευή, όπως λέει, η παρέα μαζευόταν από το μεσημέρι και συχνά κατέληγε να πίνει αρκετά. Μια φορά ένας θαμώνας ζήτησε από τον οικοδόμο να τον μεταφέρει με το παπάκι του προς την Πανόρμου.
Όταν ο συνεπιβάτης του τού υπέδειξε να στρίψει δεξιά για το σπίτι του, εκείνος απάντησε: «Εμένα το μηχανάκι μου δεν πάει ποτέ δεξιά», αναγκάζοντάς τον τελικά να κάνει μερικά επιπλέον χιλιόμετρα μέχρι να φτάσουν.
Πίσω όμως από τις εύθυμες αναμνήσεις, ο αποχαιρετισμός είναι βαρύς.
«Είναι ένας χώρος που ενταφιάζεται, να το πω, η πολιτική μας νιότη», λέει ο Στρατής.
«Είναι ένα καφενείο με πολιτικοποιημένους ανθρώπους. Δεν λέω κομματικοποιημένους μόνο, εννοώ και πολιτικοποιημένο κόσμο. Έχουν περάσει ιστορικές μορφές από εδώ, δημοσιογράφοι, πολιτικοί, καλλιτέχνες».
Και καταλήγει: «Κάπου κλείνει ένα κεφάλαιο ζωής, που ελπίζω και εύχομαι να ανοίξει ένα καινούργιο που να έχει το ίδιο ενδιαφέρον και να δημιουργήσει καινούργιες αναμνήσεις».