“ΟΧΙ ΚΑΙ ΤΗ ΜΟΥΡΙΑ” – ΤΟ ΑΙΩΝΟΒΙΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΤΩΝ ΕΞΑΡΧΕΙΩΝ ΚΙΝΔΥΝΕΥΕΙ
Ένα ζωντανό τοπόσημο του κέντρου απειλείται. Μαζί του, ένας τόπος όπου οι άνθρωποι δεν είναι απλώς πελάτες, αλλά μέρος μιας καθημερινής «τελετουργίας» που κρατά ζωντανή τη γειτονιά.
Πριν από μερικές μέρες, αναγκαστήκαμε να κόψουμε μια συκιά σχεδόν εκατό ετών στο σπίτι που μεγάλωσα. Οι ρίζες της είχαν απλωθεί κάτω από μεγάλο μέρος του κτιρίου και υπήρχε ο φόβος να το “σηκώσουν” στον αέρα. Στεναχωρήθηκα, αλλά ήξερα πως αυτό έπρεπε να γίνει.
Λίγες μέρες μετά, διάβασα για το ενδεχόμενο να χαθεί η “Μουριά”. Το αιωνόβιο καφενείο της Αθήνας, Χαριλάου Τρικούπη και Καλλιδρομίου γωνία.
Μόνο που οι ρίζες της “Μουριάς” κάθε άλλο παρά επικίνδυνες είναι. Ίσα ίσα. Αν και απλωμένες σε όλα τα Εξάρχεια –και ίσως ακόμα παραπέρα–, μοιάζουν να κρατούν τη γειτονιά στη θέση της.
Δεν υπάρχει άνθρωπος που να έμαθε ότι απειλείται η “Μουριά” και να μην στεναχωρήθηκε. “Ε, όχι και τη Μουριά” θα τους ακούσεις να λένε, σαν να είναι το “τελευταίο κάστρο” που έχει μείνει όρθιο από το σαρωτικό πέρασμα του εξευγενισμού της γειτονιάς. Και, μεταξύ μας, δίκιο έχουν.
Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Δεν είναι ότι απειλείται απλά ένα από τα ελάχιστα εναπομείναντα ντοκουμέντα της “παλιάς καλής Αθήνας”, ένα ζωντανό τεκμήριο των “αυθεντικών Εξαρχείων” πριν την επέλαση του Airbnb και τη μετροπή της γειτονιάς σε instragraμικό τοπίο.
Απειλείται ένας τόπος αληθινής συνύπαρξης.
Πώς να σας το εξηγήσω;
Φανταστείτε ότι αν κάποιος έχει μέρες να πάει στη Μουριά, οι άλλοι τον αναζητούν. “Δεν μπορεί, κάτι θα έγινε”, λένε, και συνήθως όντως κάτι έχει συμβεί.
Φανταστείτε ότι είναι πολλοί αυτοί που πάτησαν για πρώτη φορά το μωσαϊκό της όταν ακόμα δεν ήξεραν να μιλούν, και σήμερα έρχονται με τα παιδιά τους.
Φανταστείτε ότι μια κοπέλα αγάπησε τόσο τη Μουριά, που ο γάμος της ξεκίνησε από το καφενείο. Ανθοστολίστηκε και έφυγε νύφη από τη Μουριά. Ήρθε ο γαμπρός απ’ έξω, την πήρε και περπάτησαν μαζί μέχρι το δημαρχείο. Στο δρόμο γείτονες και φίλοι γιόρταζαν με συνθήματα. Ήταν και Σάββατο, ημέρα λαϊκής δηλαδή στην Καλλιδρομίου, οπότε καταλαβαίνετε. Κανονικό πανηγύρι.
Ο κατάλογος είναι πολύ μακρύς. Και οι ιστορίες που έχουν διαδραματιστεί σε αυτό το καφενείο αμέτρητες.
Δεν έχει νόημα ούτε να τις μάθουμε όλες ούτε να προσπαθήσουμε να χωρέσουμε στο παρόν κείμενο όσες περισσότερες γίνεται. Σημασία έχει να καταλάβουμε την αξία της Μουριάς για τη γειτονιά και να αφουγκραστούμε γιατί το σήμα κινδύνου που εκπέμπει ξεπερνά τα σύνορα των Εξαρχείων.
Έτος ίδρυσης 1915
Μια μέρα του 1910 και ενώ έβρεχε καταρρακτωδώς στο κέντρο της Αθήνας, ένας βράχος φέρεται να ξεκόλλησε από τον Λυκαβηττό, να κατρακύλησε μέχρι τη συμβολή Χαρ. Τρικούπη και Καλλιδρομίου και να ισοπέδωσε μια μονώροφη κατοικία που υπήρχε τότε εκεί.
Στη θέση της χτίστηκε ένα νεοκλασικό, στη φιλόξενη αυλή του οποίου γεννήθηκε το 1915 το παραδοσιακό καφενείο, που πήρε το όνομά του από τις μουριές του κήπου.
Το 1957 το νεοκλασικό γκρεμίστηκε και μια πενταώροφη πολυκατοικία πήρε τη θέση του.
Στο ισόγειο, όμως, παρέμεινε η “Μουριά”. Σήμα κατατεθέν για τους Αθηναίους και τις Αθηναίες, άλλαξε μερικούς καφετζήδες, μέχρι που το 1982 ανέλαβε ο Χρήστος Βάνας.
Πριν, όμως, βρεθεί πίσω από το τεζάκι, υπήρξε πρώτα θαμώνας. Όταν έγινε γνωστό ότι ο προκάτοχός του θα εγκατέλειπε “το πλοίο”, η απόφαση πάρθηκε σχεδόν όπως ταιριάζει σε ένα καφενείο. “Με την παρέα, πάνω στα ούζα“, όπως μου είπε ο ίδιος γελώντας.
Ο κύριος Χρήστος, όπως μου βγαίνει να τον προσφωνώ και να τον γράφω, ήταν ιδιαίτερα λακωνικός κατά τη διάρκεια της κουβέντας μας. Μην σας πω ότι δεν πολυήθελε και να μιλήσει κιόλας. Ίσως πέσαμε αρκετοί δημοσιογράφοι πάνω τους τις τελευταίες μέρες και μπορώ να καταλάβω πως μερικές φορές αυτό καταλήγει να είναι αρκετά κουραστικό.
Παρ’ όλα αυτά, στα λίγα λεπτά που κατάφερα να του ξεκλέψω από το πόστο του, κατάλαβα ότι το να του κάνεις ερωτήσεις για τη Μουριά είναι σαν ζητάς από έναν γονιό να σου μιλήσει για το παιδί του. Πώς να σου εξηγήσει τι σημαίνει γι’ αυτόν; Δεν είναι αυτονόητο; Πώς να μην ξέρει κάθε της λεπτομέρεια; Αφού την έχει μεγαλώσει.
Το ίδιο βέβαια ισχύει και για τις κόρες του, την Αρετή και τη Σπυριδούλα.
Εκείνες έχουν μία διττή σχέση με το καφενείο. Γιατί αφενός έχουν μεγαλώσει ανάμεσα στις πολύχρωμες καρέκλες της και αφετέρου η “Μουριά” είναι συνυφασμένη με τον πατέρα τους.
Αρκετές φορές δάκρυσαν και συγκινήθηκαν κατά τη διάρκεια της κουβέντας μας, ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο.
Τις ρώτησα αν έχουν κάποια αγαπημένη γωνιά μέσα στο καφενείο.
Η Αρετή μου δείχνει τον πίνακα με τον Άσιμο σε μια από τις κολώνες του μαγαζιού. Δεν είναι ευδιάκριτη, γιατί είναι στη μεριά που βλέπει τις σκάλες. “Τον πρόλαβα να κουνιέται ακόμα” μου λέει ο κύριος Χρήστος, όντας όρθιος πια, αφού είχε σηκωθεί να εξυπηρετήσει.
“Άκουσα φωνές, έτρεξα και τον είδα” περιγράφει. Άλλωστε το σπίτι του “άγιου των Εξαρχείων” απείχε μόλις λίγα μέτρα από το καφενείο.
“Για μένα αγαπημένη γωνιά ήταν πάντα οι συγκεκριμένοι θαμώνες που ήξερα ότι θα βρω στη θέση τους και θα απευθυνθώ σε αυτούς, όταν γύριζα από το σχολείο. Οι σχέσεις…
Μέσα εδώ έμαθα την αξία του να μοιράζεσαι, την αξία της εξομολόγησης, το πώς να κρατάς τα μυστικά κάποιου σαν θησαυρό και ότι καμιά φορά, ακόμα και τα πιο απλά πράγματα όπως το να γυρίσεις μία μέρα μετά τη δουλειά, μετά το σχολείο, μετά το πανεπιστήμιο, μετά από ένα διαζύγιο, μετά από οτιδήποτε, χαρμόσυνο ή δυσάρεστο, και να το μοιραστείς, είναι αυτό που στο τέλος κάπως θα μας σώσει. Αυτό δεν θέλω να χαθεί”, μου λέει η Σπυριδούλα.
“Χωρίς Μουριά δεν υπάρχει γειτονιά”
“Η Μουριά είναι κυρίως οι άνθρωποί της” εξηγεί η Αρετή και αυτό επιβεβαιώνεται καθημερινά, από τα πιο απλά, αλλά καθόλου δεδομένα στη σημερινή εποχή, πράγματα.
“Πολύς κόσμος θα μας αφήσει κλειδιά, θα πει ‘παιδιά θα έρθει ένα δέμα αύριο’, θα ανησυχήσει αν κάποια γνωστή φυσιογνωμία έχει καιρό να φανεί” μου εξηγούν. “Παλιά σταματούσαν τα σχολικά απ’ έξω και τα παιδιά περίμεναν εδώ, μέχρι να έρθουν οι γονείς τους να τα πάρουν”.
Είναι ένα ζωντανό κύτταρο της γειτονιάς. “Τώρα, το να βγαίνεις και να λες εκατό καλημέρες, κάτι λέει, έτσι;” μου λέει ο κύριος Χρήστος, χαμογελώντας και με το χαρακτηριστικό κόκκινο φουλάρι του στο λαιμό.
“Είναι φοβερό το γεγονός ότι όπως νιώθω τη “Μουριά”, εγώ και η αδερφή μου, τη νιώθουν κι άλλοι άνθρωποι. Το ξέρουμε ότι είναι το ίδιο συναίσθημα. Το νιώθουν σαν δεύτερο σπίτι τους όπως κι εμείς“, μου λέει η Αρετή, η οποία κατά τη διάρκεια της κουβέντας μας έχει τη μικρή κορούλα της στα πόδια και την ταΐζει παγωτό.
“Φαντάσου ότι επί covid ερχόντουσαν εδώ απ’ έξω με μπύρες από το περίπτερο και ταπεράκια και καθόντουσαν με τις ώρες. Παρ’ ότι το μαγαζί ήταν κλειστό. Ήταν η τελετουργία” μου περιγράφει.
Σ’ ένα τραπέζι, κοντά στον πάγκο, υπάρχει τον τελευταίο καιρό ένα βιβλίο στο οποίο συλλέγονται υπογραφές συμπαράστασης στη “Μουριά”.
Ο καθένας μπορεί να γράψει το ονοματεπώνυμό του, την ιδιότητά του και να αφήσει ένα μήνυμα στο καφενείο.
Διαβάζουμε μεταξύ άλλων: “Χωρίς Μουριά δεν υπάρχει γειτονιά”/ “Κάτω τα χέρια απ’ το καφενείο μας” (υπογραφή, Θαμών) / “Η κόρη μου κάθε μέρα που πάει παιδικό χαιρετάει τον κύριο Χρήστο. Τον πρώτο καιρό τον έλεγε παππού, καθώς είναι το πιο κοντινό που έχει σε παππού στην Αθήνα” / “Αγαπημένη μου Μουριά μη φεύγεις. Είσαι η νιότη μου κι έχω ανάγκη τη σκιά σου (γραμμένο με οξείες και περισπωμένες) / “Ήμουν νιος και γέρασα” / “Εδώ νιώθω πάντα σπίτι μου”/ “Εδώ ερχόταν ο πατέρας μου. Είμαι 57 χρόνων”.
“Η ΜΟΥΡΙΑ” ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΜΝΗΜΕΙΟ
Το τελευταίο διάστημα έγινε γνωστό ότι ο ιδιοκτήτης του ακινήτου ζητά την αποχώρηση της επιχείρησης, προκειμένου να προχωρήσει σε αλλαγή χρήσης του χώρου.
Η εξέλιξη αυτή προκάλεσε την έντονη αντίδραση της γειτονιάς ενώ από πλευράς του ο Χρήστος Βάνας κυκλοφόρησε ένα ψήφισμα με τίτλο “η ιστορία δεν αλλάζει χρήση – 111 χρόνια Μουριά”, με το οποίο διεκδικεί από το ΥΠΠΟ να προστατεύσει τον χώρο και να τον αναγνωρίσει ως στοιχείο της σύγχρονης πολιτιστικής κληρονομιάς, ώστε να μην αλλάξει η χρήση του.
Ήδη οι υπογραφές έχουν ξεπεράσει τις 5.500 και καθημερινά αυξάνονται.
Διαβάζουμε στο ψήφισμα:
Συνυπογράφοντας αυτό το κείμενο συμπαραστεκόμαστε στον Χρήστο Βάνα, έβδομο κατά σειρά ιδιοκτήτη του καφενείου «Η Μουριά», στο αίτημα του να κηρυχθεί ο χώρος του παραδοσιακού καφενείου νεότερο μνημείο σύγχρονης πολιτιστικής κληρονομιάς από την Υπηρεσία Νεωτέρων Μνημείων του Υπουργείου Πολιτισμού και να μην αλλάξει η χρήση του.
Συνυπογράφοντας αυτό το κείμενο, εμείς όλοι, αντιστεκόμαστε στην προοπτική να γίνουν τα Εξάρχεια τουριστικό χωριό και κρατάμε σφιχτά με τα δόντια μας κάθε κομματάκι Εξαρχειώτικου πολιτισμού που έχει απομείνει. Venceremos.
Σας ευχαριστώ πολύ για την υποστήριξή σας, Χρήστος Βάνας, Αθήνα”.
Πριν φύγω κάθισα να πιω μια μπύρα και να καταγράψω όσα είπαμε και όσα αισθάνθηκα. Η Αρετή έπρεπε να φύγει. Ήρθε να με χαιρετήσει, κρατώντας στην αγκαλιά την κόρη της, που είχε ακόμη λίγη σοκολάτα στο στόμα από το παγωτό.
Δεν έχει μάθει ακόμα καλά καλά να μιλάει, αλλά με τη βοήθεια της μαμάς της, βρήκε τις λέξεις και μου είπε:
“Κάτω τα χέρια απ’ τη Μουριά”.