Motor Oil: Γιατί ένας νέος φόρος στα διυλιστήρια είναι “τιμωρία”
Διαβάζεται σε 6'
Η υψηλή κερδοφορία των ελληνικών διυλιστηρίων, με βάση τη διοίκηση της Motor Oil, δεν αποτελεί αποτέλεσμα μιας συγκυριακής στρέβλωσης στην εγχώρια αγορά, αλλά συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με την εξαγωγική δραστηριότητα, τις επενδύσεις που έγιναν τα προηγούμενα χρόνια.
- 27 Αυγούστου 2026 10:57
Σαφές μήνυμα κατά του ενδεχομένου επιβολής νέας έκτακτης φορολόγησης στα διυλιστήρια έστειλε η διοίκηση της Motor Oil, υποστηρίζοντας ότι μια τέτοια κίνηση θα μπορούσε να λειτουργήσει ως «τιμωρία» για τις επενδύσεις που διατήρησαν και ενίσχυσαν την ελληνική διυλιστική βιομηχανία.
Συγκεκριμένα, το ενδεχόμενο νέας φορολόγησης των υπερκερδών των διυλιστηρίων βρέθηκε στο επίκεντρο της τοποθέτησης του Αναπληρωτή Διευθύνοντος Συμβούλου της Motor Oil, Πέτρου Τζαννετάκη, ο οποίος εμφανίστηκε κατηγορηματικά αντίθετος σε μια τέτοια προοπτική.
Η βασική θέση της διοίκησης είναι ότι η υψηλή κερδοφορία των ελληνικών διυλιστηρίων δεν αποτελεί αποτέλεσμα μιας συγκυριακής στρέβλωσης στην εγχώρια αγορά, αλλά συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με την εξαγωγική δραστηριότητα, τις επενδύσεις που έγιναν τα προηγούμενα χρόνια και τη διατήρηση ισχυρής παραγωγικής βάσης σε μια περίοδο κατά την οποία η ευρωπαϊκή διύλιση υποχωρούσε.
«Θα τιμωρούνταν το επιχειρηματικό μοντέλο»
Όπως υποστήριξε ο κ. Τζαννετάκης, η επιβολή φόρου σε κέρδη ή έσοδα που προέρχονται από τις εξαγωγές της Motor Oil και της HELLENiQ Energy θα ήταν δύσκολο να δικαιολογηθεί, ιδιαίτερα τη στιγμή που οι δύο ελληνικοί όμιλοι εξακολουθούν να επενδύουν σημαντικά κεφάλαια στις παραγωγικές τους μονάδες.
«Εάν επιβληθεί ένας φόρος στα υπερκέρδη, αυτό στην πράξη θα σημαίνει ότι τιμωρείται το επιχειρηματικό μας μοντέλο επειδή επιλέξαμε να μην κλείσουμε τα διυλιστήριά μας και να μετατραπούμε απλώς σε εμπορικές εταιρείες καυσίμων», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Η τοποθέτηση αυτή συνδέεται με τη συνολικότερη εικόνα της ευρωπαϊκής αγοράς διύλισης. Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλέστηκε, η Ευρώπη έχει χάσει περίπου 167 εκατ. μετρικούς τόνους διυλιστικής δυναμικότητας από το 2000 και μετά, καθώς αρκετές επιχειρήσεις περιόρισαν ή εγκατέλειψαν τη συγκεκριμένη δραστηριότητα.
Στον αντίποδα, η Ελλάδα εξακολουθεί να διαθέτει δύο μεγάλους ομίλους με συνολικά τέσσερα διυλιστήρια και παραγωγική δυναμικότητα που προσεγγίζει τους 25 εκατ. μετρικούς τόνους.
Μάλιστα, όπως επισήμανε ο κ. Τζαννετάκης, η δυναμικότητα αυτή αντιστοιχεί περίπου στο μισό της παραγωγικής ικανότητας της Γαλλίας, παρά το γεγονός ότι το μέγεθος της γαλλικής οικονομίας είναι πολλαπλάσιο της ελληνικής.
Οι επενδύσεις που κράτησαν «ζωντανή» τη διύλιση
Σημειώνεται ότι η Motor Oil και η HELLENiQ Energy ακολούθησαν διαφορετική στρατηγική από μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής βιομηχανίας. Σε μια περίοδο περιορισμένων επενδύσεων στη διύλιση, οι ελληνικοί όμιλοι διατήρησαν και ενίσχυσαν την παραγωγική τους βάση.
Ο κ. Τζαννετάκης παρέπεμψε και σε αναλύσεις διεθνών επενδυτικών οίκων, όπως η Morgan Stanley και η UBS, οι οποίες καταγράφουν τη σημαντική υποχώρηση των επενδύσεων στον ευρωπαϊκό κλάδο τα τελευταία χρόνια.
Υπό αυτό το πρίσμα, η διοίκηση της Motor Oil θεωρεί ότι η σημερινή υψηλή κερδοφορία αποτελεί, σε μεγάλο βαθμό, αποτέλεσμα επιλογών που έγιναν σε βάθος χρόνου. Η διατήρηση της παραγωγικής δυναμικότητας, οι επενδύσεις στις μονάδες και η δυνατότητα εξυπηρέτησης της διεθνούς ζήτησης επιτρέπουν στα ελληνικά διυλιστήρια να αξιοποιούν το διευρυνόμενο έλλειμμα πετρελαϊκών προϊόντων στην ευρωπαϊκή αγορά.
«Ελπίζω ότι κάποια στιγμή η Ευρώπη θα ξυπνήσει και θα καταλάβει ότι δεν πρέπει να πυροβολεί τη δική της βιομηχανία», ανέφερε ο κ. Τζαννετάκης, συνοψίζοντας τη θέση της Motor Oil απέναντι στο ενδεχόμενο ενός νέου τύπου φόρου σε “ουρανοκατέβατα κέρδη” – windfall tax.
Το βασικό επιχείρημα, άλλωστε, είναι ότι μια νέα έκτακτη φορολόγηση θα μπορούσε να στείλει ένα αντιφατικό μήνυμα προς τη βιομηχανία: από τη μία πλευρά ζητείται μεγαλύτερη ενεργειακή ασφάλεια και επάρκεια στην Ευρώπη και από την άλλη τίθενται πρόσθετα βάρη σε επιχειρήσεις που διατήρησαν παραγωγικές μονάδες και επενδύουν σε αυτές.
Νέα «συνταγή» για την ανάπτυξη στις ΑΠΕ
Παράλληλα με τη συζήτηση για τη διύλιση, όπως ανέφερε ο κ. Τζαννετάκης, η Motor Oil προχωρά σε αναπροσαρμογή της στρατηγικής ανάπτυξης του χαρτοφυλακίου της στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας.
Ο τελικός προορισμός δεν αλλάζει: ο Όμιλος διατηρεί τον στόχο για 2 GW εγκατεστημένης ισχύος σε λειτουργία και EBITDA ύψους 250 εκατ. ευρώ έως το 2030. Αυτό που αλλάζει είναι ο ρυθμός ανάπτυξης και το μείγμα των επενδύσεων. Έτσι, το μεγαλύτερο μέρος των επενδύσεων και της νέας εγκατεστημένης ισχύος μεταφέρεται προς τα τελευταία χρόνια της περιόδου μέχρι το 2030.
Σε αντίθεση με τον προηγούμενο σχεδιασμό, ο οποίος στηριζόταν σε μεγαλύτερο βαθμό στην ταχεία ανάπτυξη φωτοβολταϊκών έργων, η νέα στρατηγική δίνει μεγαλύτερη βαρύτητα στα αιολικά και στις μονάδες αποθήκευσης ενέργειας με μπαταρίες.
Η αναλυτική κατανομή των νέων επενδύσεων δεν έχει ακόμη οριστικοποιηθεί. Σύμφωνα με τον κ. Τζαννετάκη, περισσότερες λεπτομέρειες για τον σχεδιασμό του Ομίλου αναμένεται να παρουσιαστούν στο strategy call που προγραμματίζεται για τα τέλη Νοεμβρίου.
Η συμφωνία με τη ΔΕΗ Ανανεώσιμες και ο νέος χρονισμός
Η αλλαγή της επενδυτικής προσέγγισης συνδέεται και με την πρόσφατη πώληση φωτοβολταϊκών SPVs στη ΔΕΗ Ανανεώσιμες.
Η διοίκηση ξεκαθαρίζει, ωστόσο, ότι η συγκεκριμένη συναλλαγή δεν αποτελεί βήμα αποχώρησης από τις ΑΠΕ. Αντιθέτως, αποτελεί μέρος μιας αναδιάρθρωσης του χαρτοφυλακίου και μεταβάλλει κυρίως τον χρονισμό των ταμειακών ροών και των νέων επενδύσεων.
Ο στρατηγικός στόχος για το 2030 παραμένει αμετάβλητος, ενώ η επιλογή διαφορετικού επενδυτικού μείγματος αποσκοπεί στην καλύτερη αξιοποίηση των διαθέσιμων κεφαλαίων και των ευκαιριών που δημιουργούνται στην αγορά της ενέργειας.
Τα μεγέθη του πρώτου εξαμήνου του 2026 δείχνουν, πάντως, τη σημαντική ενίσχυση της παρουσίας του Ομίλου στον συγκεκριμένο τομέα. Στο τέλος Ιουνίου, η εγκατεστημένη ισχύς έργων σε λειτουργία είχε φθάσει το 1 GW, από 839 MW έναν χρόνο νωρίτερα. Παράλληλα, τα EBITDA του τομέα ηλεκτρισμού αυξήθηκαν στα 94 εκατ. ευρώ, έναντι 42 εκατ. ευρώ το πρώτο εξάμηνο του 2025.
Από το ποσό αυτό, τα 86 εκατ. ευρώ προήλθαν από τη δραστηριότητα στις ΑΠΕ, ενώ στα αποτελέσματα της MORE περιλαμβάνεται και μη επαναλαμβανόμενο κέρδος ύψους 15 εκατ. ευρώ από την πώληση των φωτοβολταϊκών SPVs στη ΔΕΗ Ανανεώσιμες.
Μικρότερο επενδυτικό πρόγραμμα το 2026
Η μετατόπιση μέρους των έργων προς τα επόμενα χρόνια έχει ήδη αποτυπωθεί και στο επενδυτικό πρόγραμμα του 2026.
Οι κεφαλαιουχικές δαπάνες κατά το πρώτο εξάμηνο διαμορφώθηκαν στα 79 εκατ. ευρώ για τη μητρική εταιρεία και στα 191 εκατ. ευρώ σε επίπεδο Ομίλου.
Παράλληλα, το guidance για το συνολικό CapEx του 2026 αναθεωρήθηκε στα 420 εκατ. ευρώ, από 650 εκατ. ευρώ που ήταν η προηγούμενη εκτίμηση.
Η μείωση αυτή δεν αλλάζει, σύμφωνα με τη διοίκηση, τον τελικό στρατηγικό προσανατολισμό, αλλά αντανακλά κυρίως τη μεταφορά μέρους των επενδύσεων στα επόμενα χρόνια.
Την ίδια στιγμή, η απόδοση του χαρτοφυλακίου ΑΠΕ στο τρίτο τρίμηνο κινείται μέχρι στιγμής σύμφωνα με τον προϋπολογισμό, χωρίς η διοίκηση να αναμένει σημαντικές αποκλίσεις.