ΣΕΑΟΠ: Οι εξαγωγές ξεπερνούν το κρασί, αλλά η επόμενη μάχη θα κριθεί στα low και no alcohol προϊόντα

Διαβάζεται σε 7'
ΣΕΑΟΠ: Οι εξαγωγές ξεπερνούν το κρασί, αλλά η επόμενη μάχη θα κριθεί στα low και no alcohol προϊόντα
Φωτογραφία αρχείου iStock

Ο κλάδος των αποσταγμάτων διατηρεί ισχυρή εξαγωγική δυναμική, ωστόσο η στροφή των καταναλωτών σε προϊόντα χαμηλής ή μηδενικής περιεκτικότητας σε αλκοόλ αναδεικνύεται σε βασική πρόκληση για την επόμενη δεκαετία.

Την ανάγκη προσαρμογής της ελληνικής βιομηχανίας αποσταγμάτων στις νέες διεθνείς καταναλωτικές τάσεις ανέδειξαν οι εργασίες της Γενικής Συνέλευσης του Συνδέσμου Ελλήνων Αποσταγματοποιών και Οινοπνευματοποιών (ΣΕΑΟΠ).

Παρά τη θετική πορεία των εξαγωγών και τη σταδιακή ανάκαμψη της εγχώριας αγοράς, οι επιχειρήσεις του κλάδου καλούνται να διαχειριστούν ένα περιβάλλον στο οποίο οι παραδοσιακές κατηγορίες αλκοολούχων ποτών υποχωρούν διεθνώς, ενώ αναπτύσσονται με ταχείς ρυθμούς τα προϊόντα χαμηλού ή μηδενικού αλκοολικού βαθμού και η κατηγορία των ready-to-drink (RTD).

Οι εξαγωγές στηρίζουν την ανάπτυξη του κλάδου

Η εξωστρέφεια εξακολουθεί να αποτελεί τον βασικό πυλώνα ανάπτυξης της ελληνικής βιομηχανίας αποσταγμάτων. Σύμφωνα με όσα ανέφερε ο πρόεδρος του ΣΕΑΟΠ, Χάρης Μαυράκης, περίπου το 67% της συνολικής παραγωγής διοχετεύεται στις διεθνείς αγορές, με τις εξαγωγικές επιδόσεις του κλάδου να ξεπερνούν πλέον εκείνες του ελληνικού κρασιού.

Ο ίδιος επισήμανε ότι η εξέλιξη αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία δεδομένου ότι ο κλάδος δεν διαθέτει τα χρηματοδοτικά εργαλεία προβολής και στήριξης που απολαμβάνουν άλλοι εξαγωγικοί τομείς της αγροδιατροφής. Στο πλαίσιο αυτό, ζήτησε την αξιοποίηση ευρωπαϊκών και εθνικών πόρων προκειμένου να ενισχυθεί περαιτέρω η διεθνής παρουσία των ελληνικών αποσταγμάτων.

Ο Σύνδεσμος αριθμεί σήμερα 44 μέλη, τα οποία αντιπροσωπεύουν περισσότερο από το 50% της συνολικής παραγωγής και περίπου το 80% των εξαγωγών του κλάδου. Παράλληλα, το 72% των παραγόμενων φιαλών αφορά προϊόντα με προστατευόμενη γεωγραφική ένδειξη, στοιχείο που αποτυπώνει τη σύνδεση της παραγωγής με συγκεκριμένες περιοχές της χώρας και τη σημαντική προστιθέμενη αξία που δημιουργείται στις διεθνείς αγορές.

Η οικονομική συνεισφορά του κλάδου παραμένει σημαντική. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν, η συνολική συμβολή στην οικονομία εκτιμάται σε περίπου 2,1 δισ. ευρώ μέσω της πολλαπλασιαστικής επίδρασης της δραστηριότητας του κλάδου, ενώ τα έσοδα από τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης ανέρχονται σε 106 εκατ. ευρώ. Παράλληλα, οι επιχειρήσεις του κλάδου διατηρούν έντονη παρουσία στην περιφέρεια, στηρίζοντας θέσεις εργασίας σε περιοχές όπου οι παραγωγικές δραστηριότητες παραμένουν κρίσιμος παράγοντας οικονομικής ανάπτυξης.

Σημάδια ανάκαμψης στην εγχώρια κατανάλωση παρά τις πληθωριστικές πιέσεις

Παρά την αύξηση του κόστους ζωής και τις πιέσεις που δέχονται τα νοικοκυριά, η εγχώρια αγορά παρουσιάζει ενδείξεις σταδιακής ανάκαμψης. Όπως αναφέρθηκε κατά τη διάρκεια της συνέλευσης, η βελτίωση αφορά τόσο τα ελληνικά όσο και τα εισαγόμενα προϊόντα, γεγονός που καταδεικνύει ότι η ζήτηση παραμένει ανθεκτική.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του κλάδου, κατά την περίοδο 2014-2019 η μέση κατανάλωση διαμορφωνόταν σε περίπου 6 εκατ. λίτρα καθαρής αλκοόλης ετησίως. Σήμερα παρατηρείται σταδιακή ενίσχυση της αγοράς, παρά το δυσμενές οικονομικό περιβάλλον και τις ανατιμήσεις που έχουν επηρεάσει το σύνολο της εφοδιαστικής αλυσίδας.

Παράλληλα, η διοίκηση του ΣΕΑΟΠ επανέφερε το ζήτημα της αναλογικότητας στην εποπτεία της αγοράς, σημειώνοντας ότι απαιτείται σαφής διάκριση μεταξύ σοβαρών παραβάσεων και περιπτώσεων περιορισμένης σημασίας, ώστε να υπάρχει πιο ακριβής εικόνα για τη λειτουργία του κλάδου.

Πτώση στις παραδοσιακές κατηγορίες, άνοδος σε RTD και προϊόντα χωρίς αλκοόλ

Αντίθετα με την εικόνα που παρουσιάζει η ελληνική αγορά, οι διεθνείς προβλέψεις καταγράφουν σημαντικές αλλαγές στο καταναλωτικό μοντέλο. Σύμφωνα με στοιχεία που παρουσιάστηκαν στη Γενική Συνέλευση, η παγκόσμια κατανάλωση αλκοόλ αναμένεται να ακολουθήσει πτωτική πορεία κατά την επόμενη εξαετία, ενώ για το κρασί προβλέπεται υποχώρηση της ζήτησης κατά περίπου 14%.

Στον αντίποδα, οι κατηγορίες που συνδέονται με χαμηλότερη κατανάλωση αλκοόλ καταγράφουν έντονη ανάπτυξη. Τα RTD αναμένεται να αυξηθούν κατά περίπου 17% σε όγκο τα επόμενα χρόνια, ενώ ήδη εμφανίζουν ανάπτυξη της τάξης του 14%. Παράλληλα, οι μπύρες χωρίς αλκοόλ συνεχίζουν να ενισχύονται, με αύξηση περίπου 8% σε όγκο.

Οι εξελίξεις αυτές, σύμφωνα με τους εκπροσώπους του κλάδου, δημιουργούν μια νέα πραγματικότητα για τις επιχειρήσεις. Όπως επισημάνθηκε, οι εταιρείες που θα παραμείνουν αποκλειστικά προσανατολισμένες στις παραδοσιακές κατηγορίες αλκοολούχων ποτών ενδέχεται να βρεθούν αντιμέτωπες με σημαντικές προκλήσεις μέσα στην επόμενη δεκαετία.

Η κατηγορία των RTD στο επίκεντρο των επενδυτικών σχεδιασμών

Στις προοπτικές της κατηγορίας των ready-to-drink προϊόντων αναφέρθηκε ο γενικός διευθυντής της ΜΕΤΑΧΑ, Κώστας Καλπαξίδης, σημειώνοντας ότι η εταιρεία έχει ήδη επενδύσει στον συγκεκριμένο τομέα, αναγνωρίζοντας τη δυναμική του.

Όπως ανέφερε, η διεθνής αγορά στρέφεται ολοένα και περισσότερο προς τα RTD, με τις μεγαλύτερες πολυεθνικές εταιρείες να έχουν ήδη εισέλθει ή να σχεδιάζουν την είσοδό τους στην κατηγορία. Στις Ηνωμένες Πολιτείες η ανάπτυξη συνεχίζεται με ετήσιο ρυθμό περίπου 4%, ενώ αντίστοιχα ισχυρή δυναμική καταγράφεται στις αγγλοσαξονικές αγορές και στη Γερμανία. Η ελληνική αγορά ακολουθεί την ίδια κατεύθυνση, αν και ξεκινά από χαμηλότερη βάση.

Για τη ΜΕΤΑΧΑ, η παρουσία στην κατηγορία δεν συνδέεται μόνο με την κατάκτηση μεριδίων αγοράς, αλλά και με τη δημιουργία νέων περιστάσεων κατανάλωσης, την προσέγγιση νεότερων ηλικιακών ομάδων και την ανανέωση της εικόνας του brand. Η αυξανόμενη τάση των νεότερων καταναλωτών να περιορίζουν ή ακόμη και να αποφεύγουν το αλκοόλ δημιουργεί νέες ευκαιρίες για προϊόντα με χαμηλότερο αλκοολικό βαθμό.

Χαμηλότερα περιθώρια αλλά μεγαλύτερη συχνότητα κατανάλωσης

Παρά τις προοπτικές ανάπτυξης, η κατηγορία των RTD συνοδεύεται από σημαντικές επιχειρηματικές προκλήσεις. Σε αντίθεση με τα παραδοσιακά αποστάγματα, τα οποία χαρακτηρίζονται από υψηλότερες τιμές και μεγαλύτερα περιθώρια κέρδους, τα RTD λειτουργούν με όρους FMCG και βασίζονται σε μεγαλύτερους όγκους πωλήσεων.

Η αγορά χαρακτηρίζεται από έντονη τιμολογιακή ευαισθησία, αυξημένο ανταγωνισμό και ανάγκη για συνεχή ανανέωση προϊόντων και γεύσεων. Παράλληλα, απαιτείται ταχύτερη διαχείριση της εφοδιαστικής αλυσίδας, λόγω των ιδιαιτεροτήτων των προϊόντων και των ημερομηνιών λήξης.

Επιπλέον, η είσοδος στην κατηγορία συνεπάγεται σημαντικές επενδύσεις σε εξοπλισμό εμφιάλωσης και συσκευασίας. Ιδιαίτερα η παραγωγή προϊόντων σε αλουμινένιο κουτί δημιουργεί πρόσθετες τεχνικές και κανονιστικές απαιτήσεις, ενώ οι επιχειρήσεις καλούνται να διαχειριστούν υψηλότερα ελάχιστα μεγέθη παραγγελιών και αυξημένες επενδυτικές ανάγκες.

Η πίεση στο διαθέσιμο εισόδημα αλλάζει τις καταναλωτικές συνήθειες

Στις αλλαγές που καταγράφονται στη συμπεριφορά των καταναλωτών αναφέρθηκε ο διευθυντής πωλήσεων της Pernod Ricard Hellas, Χρήστος Βογιατζόγλου, περιγράφοντας ένα περιβάλλον όπου οι οικονομικοί και κοινωνικοί παράγοντες επηρεάζουν ολοένα περισσότερο τις αποφάσεις αγοράς.

Όπως σημείωσε, το διαθέσιμο εισόδημα για διασκέδαση παραμένει περιορισμένο, ενώ η αύξηση των τιμών στην εστίαση και τη νυχτερινή διασκέδαση έχει ενισχύσει τη δυσαρέσκεια των καταναλωτών. Παράλληλα, η αυστηρότερη εφαρμογή των ελέγχων για οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ επηρεάζει άμεσα τη συμπεριφορά κατανάλωσης.

Οι καταναλωτές επιλέγουν πλέον συχνότερα εξόδους σε απογευματινές ώρες, περιορίζουν τις μετακινήσεις και στρέφονται σε επιλογές κοντά στον τόπο κατοικίας τους. Παράλληλα, αναπτύσσονται υβριδικά επιχειρηματικά μοντέλα που συνδυάζουν λειτουργίες καφέ, μπαρ και εστιατορίου, ενώ ενισχύεται η δημοτικότητα τοπικών εκδηλώσεων, φεστιβάλ και υπαίθριων χώρων ψυχαγωγίας.

Άνοδος των no-alcohol επιλογών και ανακατατάξεις στις κατηγορίες ποτών

Τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν για την πορεία της αγοράς επιβεβαιώνουν ότι η μετατόπιση της κατανάλωσης βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη. Σύμφωνα με τον κ. Βογιατζόγλου, η συνολική αγορά αλκοολούχων ποτών στην Ελλάδα κινείται πτωτικά κατά περίπου 5%-6% στο πρώτο εξάμηνο του 2026.

Η μπύρα καταγράφει υποχώρηση 5,8%, ενώ το κρασί εμφανίζει πτώση άνω του 5%. Αντίθετα, οι μπύρες χωρίς αλκοόλ αυξάνονται κατά περίπου 12%, ενώ τα non-alcohol spirits καταγράφουν ανάπτυξη της τάξης του 13%.

Σε επίπεδο επιμέρους κατηγοριών, οι μεγαλύτερες αυξήσεις καταγράφονται στα απεριτίφ και την τεκίλα, ενώ ουίσκι και τζιν εμφανίζουν πτωτική πορεία, ακολουθώντας τις διεθνείς τάσεις της αγοράς.

Στο τραπέζι η προσαρμογή του θεσμικού πλαισίου για τα low και no alcohol προϊόντα

Η ταχεία ανάπτυξη των νέων κατηγοριών προϊόντων φέρνει στο προσκήνιο και την ανάγκη προσαρμογής του θεσμικού πλαισίου. Όπως υπογράμμισε η διοίκηση του ΣΕΑΟΠ, η δυνατότητα παραγωγής προϊόντων χαμηλού ή μηδενικού αλκοολικού βαθμού στις υφιστάμενες εγκαταστάσεις αποτελεί κρίσιμο ζήτημα για τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής βιομηχανίας.

Το θέμα αναμένεται να απασχολήσει το επόμενο διάστημα τις συζητήσεις του κλάδου με την Πολιτεία, καθώς οι επιχειρήσεις επιχειρούν να προσαρμοστούν σε μια αγορά που μεταβάλλεται ταχύτερα από ποτέ.

Παρά τις προκλήσεις, οι εξαγωγικές επιδόσεις, η ισχυρή παρουσία στην περιφέρεια και οι νέες καταναλωτικές τάσεις δημιουργούν προϋποθέσεις για περαιτέρω ανάπτυξη, υπό την προϋπόθεση ότι οι επιχειρήσεις θα καταφέρουν να ανταποκριθούν έγκαιρα στις νέες απαιτήσεις της αγοράς.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα