Γιατί αγαπήσαμε τον Μαζωνάκη;

Διαβάζεται σε 3'
Ο Γιώργος Μαζωνάκης προσερχόμενος στην κηδεία του Παντελή Παντελίδη. Κάπου έμοιαζαν μεταξύ τους
Ο Γιώργος Μαζωνάκης προσερχόμενος στην κηδεία του Παντελή Παντελίδη. Κάπου έμοιαζαν μεταξύ τους SOOC

Ο Γιώργος Μαζωνάκης ήταν αγαπητός ακόμα και σε ανθρώπους που δεν αγαπούσαν τα τραγούδια του. Για δύο λόγους. Πρώτον, επειδή διατήρησε τη λαϊκότητα του ακόμα και ως μεγάλος σταρ. Και δεύτερον, επειδή το πορτρέτο του είχε μία μεγάλη ρωγμή. Σαν επιβάτης πρώτης θέσης σε κρουαζιερόπλοιο που υποφέρει από ναυτία.

Είναι ζήτημα αν γνωρίζω πάνω από τρία τραγούδια του Γιώργου Μαζωνάκη. Ομως τη φωνή του θα την αναγνώριζα ακόμα και στον εθνικό ύμνο. Παρεμπιπτόντως, τώρα σκέφτομαι ότι το «Gucci φόρεμα» ήταν ένα πρώιμο υβρίδιο μεταξύ ελληνικής ραπ και τραπ.

Ωστόσο μου ήταν ιδιαίτερα συμπαθής, όπως άλλωστε και στους περισσότερους από μας. Τι ήταν αυτό που τον καθιστούσε τόσο αγαπητό ακόμα και σε μας που δεν παρακολουθούσαμε τη διαδρομή του; Νομίζω ήταν δύο πράγματα.

Το πρώτο: η διατήρηση της λαϊκότητάς του την οποία προσάρμοζε στις τάσεις των καιρών. Δεν ξέρω αν ήταν αυθόρμητο ή επιτηδευμένο από το μάρκετινγκ. Ισως και τα δύο. Εφυγε από τη Νίκαια, αλλά η Νίκαια δεν έφυγε ποτέ από τον ίδιο.

Το δεύτερο: αυτή η ρωγμή στο δημόσιο πορτρέτο του ανδρός. Ακόμα και οι δημόσιες εκτροπές του ή ο εγκλεισμός του στο ψυχιατρείο. Ολα αυτά εξέπεμπαν μία τραγικότητα που τον καθιστούσε προσιτό γιατί μετρίαζε τη λάμψη του σταρ. Ο Μαζωνάκης δεν ήταν ο αψεγάδιαστος με το λαμπερό χαμόγελο και τις όψεις πορσελάνης στα δόντια. Το χαμόγελο του εξέπεμπε μία γλύκα που λες και την αντλούσε από μεγάλα αποθέματα καλοσύνης. Ηταν και κάτι ακόμα. Στην κορυφή του star system, ο Μαζωνάκης, έδειχνε σαν επιβάτης πρώτης θέσης σε κρουαζιερόπλοιο που υποφέρει από ναυτία. Παραπατάει στη βαριά μοκέτα του σαλονιού, τον βλέπεις να βγάζει τα σωθικά του σε κοινή θέα.

Και ίσως για αυτό δεν προκαλούσε ούτε τον φθόνο που συνήθως συνοδεύει τη μεγάλη επιτυχία. Η αδυναμία εξισώνει, καλύπτει την απόσταση ανάμεσα στον σταρ και στο κοινό του. Μπορεί ο άλλος να έχει λεφτά, πίστες, δόξα και ένα καμαρίνι γεμάτο λουλούδια, αλλά όταν τον βλέπεις να τσακίζεται, θυμάσαι ότι παίζετε στο ίδιο παιχνίδι. Η ζωή μπορεί να τον αρπάξει από τον γιακά όπως και σένα. Και τότε ο σταρ κατεβαίνει από την πίστα και κάθεται δίπλα σου. Δεν τον ζηλεύεις πια. Τον συμπονάς. Παρά τα χρόνια στην κορυφή, τα λεφτά, τη νύχτα και όλο το τελετουργικό της διασημότητας, διατηρούσε κάτι σχεδόν παιδικό. Μία αμηχανία, μία συστολή, ενίοτε και μία αφέλεια που δεν ταίριαζαν με τη θέση του. Σαν να είχε μάθει να είναι σταρ χωρίς να έχει πειστεί απολύτως ότι είναι.

Βέβαια όσοι έβαζαν τα τραγούδια του στο στόμα τους, όσοι τον προσκυνούσαν στις πίστες, έχασαν και κάτι δικό τους. Αυτοί πενθούν και ένα κομμάτι της δικής τους ζωής. Ο Μαζωνάκης ήταν soundtrack σε πίστες, αυτοκίνητα, χωρισμούς, μεθύσια, καλοκαίρια. Ο σαραντάρης ή πενηντάρης που τον θυμάται νέο βλέπει ξαφνικά ότι πέθανε ένας άνθρωπος περίπου της γενιάς του. Και ο θάνατος γίνεται καθρέφτης. Στους θανάτους των δημοφιλών ανθρώπων δεν κλαίμε πάντα εκείνον που πέθανε. Καμιά φορά κλαίμε τον άνθρωπο που ήμασταν όταν τον πρωτογνωρίσαμε.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα