Νέα γενιά κόκκινων δανείων – Ποιοι δανειολήπτες μπαίνουν στην επικίνδυνη ζώνη
Διαβάζεται σε 5'
Στεγαστικά, ρυθμισμένα δάνεια και μικρές επιχειρήσεις στο μικροσκόπιο των τραπεζικών επιτελείων – Η «γκρίζα ζώνη» των 12,6 δισ. ευρώ και πόσο ανεβαίνει η δόση.
- 14 Σεπτεμβρίου 2026 06:19
Ένας νέος κίνδυνος για τα κόκκινα δάνεια «κτυπά την πόρτα» του εγχώριου πιστωτικού συστήματος μετά τις δύο αυξήσεις επιτοκίων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας μέσα στο 2026 και όλες τις εκτιμήσεις των αναλυτών να συγκλίνουν ότι έπεται και συνέχεια.
Όπως τονίζουν υψηλόβαθμες τραπεζικές πηγές «αυτή τη φορά, δεν μας ανησυχούν οι παλιοί κακοπληρωτές ή τα χρέη που έχουν ήδη περάσει στους servicers, αλλά νοικοκυριά και επιχειρήσεις που μέχρι σήμερα πληρώνουν κανονικά τις δόσεις τους. Και αυτό γιατί, όπως εξηγούν οι ίδιες πηγές, η αύξηση του κόστους δανεισμού έρχεται να προστεθεί στους ακριβότερους λογαριασμούς ρεύματος, στα καύσιμα και στις ανατιμήσεις βασικών αγαθών, εξελίξεις που περιορίζουν ακόμη περισσότερο το διαθέσιμο εισόδημα».
Μετά την απόφαση της ΕΚΤ στις 10 Σεπτεμβρίου, το επιτόκιο καταθέσεων ανέβηκε στο 2,50%, ενώ μέσα σε μόλις τρεις μήνες τα επιτόκια έχουν αυξηθεί συνολικά κατά μισή ποσοστιαία μονάδα. Το ερώτημα πλέον που καλείται να βρει άμεσα απάντηση από τις τράπεζες, είναι πόσοι δανειολήπτες θα αντέξουν τη νέα επιβάρυνση χωρίς να αρχίσουν να καθυστερούν τις δόσεις τους.
Στη «γκρίζα ζώνη» δάνεια 12,6 δισ. ευρώ
Το πρώτο καμπανάκι βρίσκεται σε μια μεγάλη κατηγορία δανείων που δεν θεωρούνται ακόμη κόκκινα, αλλά παρουσιάζουν αυξημένο πιστωτικό κίνδυνο. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, στο τέλος του 2025 τα συγκεκριμένα δάνεια έφταναν περίπου τα 12,57 δισ. ευρώ, αντιπροσωπεύοντας το 6,6% των συνολικών δανειακών ανοιγμάτων.
Πρόκειται για δάνεια των οποίων οι κάτοχοι μπορεί ακόμη να πληρώνουν κανονικά, αλλά έχουν εμφανίσει κάποια σημάδια οικονομικής πίεσης: μικρές καθυστερήσεις, ανάγκη ρύθμισης ή επιδείνωση της οικονομικής τους κατάστασης.
Αυτή ακριβώς είναι η κατηγορία που θα παρακολουθούν στενά οι τράπεζες τους επόμενους μήνες. Το πρώτο σημάδι ενός νέου προβλήματος δεν θα είναι απαραίτητα μια απότομη έκρηξη των κόκκινων δανείων. Μπορεί να είναι η αύξηση των δανείων που περνούν στη ζώνη υψηλότερου κινδύνου και οι πρώτες καθυστερήσεις μερικών ημερών ή ενός μήνα.
Πόσο ανεβαίνει η δόση
Περισσότερο εκτεθειμένοι είναι όσοι έχουν στεγαστικό δάνειο με κυμαινόμενο επιτόκιο, καθώς οι αυξήσεις των επιτοκίων περνούν σταδιακά μέσω του Euribor στη μηνιαία δόση.
Τον Ιούλιο, πριν από την τελευταία κίνηση της ΕΚΤ, το μέσο επιτόκιο των νέων στεγαστικών δανείων με κυμαινόμενη χρέωση είχε φτάσει στο 3,53%. Για ένα στεγαστικό με υπόλοιπο 100.000 ευρώ και διάρκεια 20 ετών, μια αύξηση του επιτοκίου από 4% σε 4,25% σημαίνει περίπου 13 ευρώ μεγαλύτερη δόση κάθε μήνα.
Εάν στον δανειολήπτη περάσει συνολικά η αύξηση των 0,50 ποσοστιαίων μονάδων, η επιβάρυνση φτάνει περίπου τα 27 ευρώ τον μήνα ή πάνω από 300 ευρώ τον χρόνο. Για υπόλοιπο δανείου 150.000 ευρώ, το πρόσθετο κόστος πλησιάζει τα 40 ευρώ τον μήνα.
Το ποσό μπορεί να μη φαίνεται τεράστιο από μόνο του. Όταν όμως προστίθεται στον λογαριασμό ηλεκτρικού ρεύματος, στα καύσιμα, στο σούπερ μάρκετ και στις υπόλοιπες οικογενειακές υποχρεώσεις, μπορεί να γίνει η επιβάρυνση που θα οδηγήσει ένα ήδη πιεσμένο νοικοκυριό στην πρώτη καθυστέρηση.
Συναγερμός για τα ρυθμισμένα δάνεια
Ακόμη μεγαλύτερη προσοχή χρειάζονται τα δάνεια που είχαν βρεθεί στο κόκκινο ή αντιμετώπισαν δυσκολίες, ρυθμίστηκαν και σήμερα εξυπηρετούνται ξανά κανονικά.
Όπως εξηγεί υψηλόβαθμο στέλεχος από Εταιρεία Διαχείρισης «σε πολλές περιπτώσεις η δόση έγινε βιώσιμη επειδή μειώθηκε προσωρινά το επιτόκιο, παρατάθηκε η διάρκεια αποπληρωμής ή δόθηκε περίοδος χάριτος. Πλέον, προσθέτει, η αύξηση των επιτοκίων μπορεί να ανατρέψει αυτή την εύθραυστη ισορροπία, ιδιαίτερα όταν ολοκληρώνεται μια περίοδος χαμηλότερης δόσης».
Στην ίδια κατηγορία κινδύνου μπαίνουν και μικρές επιχειρήσεις και ελεύθεροι επαγγελματίες. Εκεί το πρόβλημα είναι διπλό: ακριβότερο δάνειο και ταυτόχρονα μεγαλύτερο λειτουργικό κόστος.
Μεταφορές και logistics, ενεργοβόρος μεταποίηση, εστίαση, μικρό λιανεμπόριο και εποχικές τουριστικές επιχειρήσεις βρίσκονται ψηλά στο «ραντάρ», καθώς η άνοδος σε ρεύμα, καύσιμα και πρώτες ύλες μπορεί να εξαντλήσει γρήγορα τη διαθέσιμη ρευστότητα.
Τα παλιά κόκκινα δάνεια δεν έχουν εξαφανιστεί
Το νέο μέτωπο ανοίγει ενώ παραμένει άλυτο ένα μεγάλο κομμάτι του παλιού ιδιωτικού χρέους. Στο τέλος του πρώτου τριμήνου του 2026, οι servicers διαχειρίζονταν δάνεια ονομαστικής αξίας 79,6 δισ. ευρώ, μεταξύ των οποίων 25,13 δισ. ευρώ στεγαστικά και 27,8 δισ. ευρώ επιχειρηματικά.
Οι τράπεζες έχουν πλέον πολύ καθαρότερους ισολογισμούς, με τον δείκτη μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων των τεσσάρων συστημικών ομίλων κάτω από το 4%.
Το μεγάλο στοίχημα, όμως, είναι διαφορετικό: να μη δημιουργηθεί μια νέα γενιά κόκκινων δανείων από ανθρώπους και επιχειρήσεις που μέχρι σήμερα ήταν απολύτως συνεπείς. Και γι’ αυτό οι επόμενοι μήνες θα είναι κρίσιμοι. Όχι τόσο για το πόσα δάνεια είναι ήδη στο «κόκκινο», αλλά για το πόσα ενήμερα δάνεια αρχίζουν να κινούνται επικίνδυνα προς αυτό.