Η “σοβιετολογική φυλή” των ΗΠΑ
Διαβάζεται σε 11'
Πώς η CIA και η MI6 έχτισαν μια ολόκληρη βιομηχανία αντι-σοβιετικής διανόησης — από τις αίθουσες του Χάρβαρντ μέχρι τις οθόνες του Χόλιγουντ.
- 26 Μαΐου 2026 06:31
Στις 20 Απριλίου 1967, δύο μήνες μετά τις αποκαλύψεις του Ramparts και των New York Times για τη μυστική χρηματοδότηση μιας τεράστιας πολιτιστικής επιχείρησης από τη CIA, ο Jason Epstein —συνιδρυτής του New York Review of Books— δημοσίευσε ένα δοκίμιο που έμελλε να καθορίσει την κατανόηση του Πολιτιστικού Ψυχρού Πολέμου. Ο τίτλος του ήταν λιτός: “The CIA and the Intellectuals”. Η ουσία του ήταν εκρηκτική.
«Δεν επρόκειτο», έγραφε ο Epstein, «για την εξαγορά και διαφθορά μεμονωμένων συγγραφέων και ακαδημαϊκών, αλλά για τη δημιουργία ενός αυθαίρετου και τεχνητού συστήματος αξιών, μέσω του οποίου προωθούνταν ακαδημαϊκό προσωπικό, διορίζονταν εκδότες περιοδικών και επιδοτούνταν και δημοσιεύονταν ερευνητές — όχι κατ’ ανάγκην με βάση την αξία τους, αλλά με βάση τις πολιτικές τους αφοσιώσεις».
Πρόκειται για μια από τις πιο διεισδυτικές αναλύσεις του τρόπου με τον οποίο οι δυτικές μυστικές υπηρεσίες έχτισαν, μέσα στις δεκαετίες του ’50 και του ’60, ολόκληρη «σοβιετολογική φυλή»: ένα οικοσύστημα ακαδημαϊκών, δημοσιογράφων, εκδοτών, εκδοτικών οίκων, καλλιτεχνών — ακόμη και σκηνοθετών — που η αποστολή τους ήταν η ιδεολογική αντιπαράθεση με τη Σοβιετική Ένωση.
Το Χόλιγουντ ως όπλο
Η πιο ορατή πλευρά αυτής της εκστρατείας είναι ο κινηματογράφος. Δεν χρειάζεται κανείς να αναζητήσει μυστικά έγγραφα — αρκούν οι ίδιες οι ταινίες.
Η εποχή Reagan: το αποκορύφωμα (1984-1988)
Από τα μέσα της δεκαετίας του ’80, μετά την εκλογή του Ronald Reagan, μια σειρά υψηλών εισπράξεων ταινιών αναβίωσε το αντι-σοβιετικό φαντασιακό:
- Red Dawn (1984): Σοβιετική εισβολή σε αμερικανική κωμόπολη του Κολοράντο, την οποία αντιστέκονται οι «Wolverines», μια ομάδα εφήβων. Πρώτη ταινία με χαρακτηρισμό PG-13.
- Rambo: First Blood Part II (1985): Ο John Rambo επιστρέφει στο Βιετνάμ για να ελευθερώσει αμερικανούς αιχμαλώτους.
- Rocky IV (1985): Ο Rocky Balboa εναντίον του υπερ-ντοπαρισμένου Σοβιετικού Ivan Drago.
- Invasion U.S.A. (1985) με τον Chuck Norris.
- Amerika (1987): τηλεοπτική μίνι-σειρά για ΗΠΑ υπό σοβιετική κατοχή.
- Rambo III (1988): ο Rambo βοηθά τους μουτζαχεντίν εναντίον των Σοβιετικών στο Αφγανιστάν.
Όπως ανέφεραν Σοβιετικοί πολιτιστικοί παράγοντες σε συνέντευξη τύπου μετά τη Σύνοδο Κορυφής της Γενεύης το 1985, σύμφωνα με αποχαρακτηρισμένο έγγραφο της CIA πρόκειται για ταινίες που καλλιεργούν την «παθολογία του μίσους». Οι ήρωες των ταινιών σκοτώνουν «κόκκινους» και Ρώσους και όχι για χρήματα.
Το «consortium» — όπως το ονόμαζε ο Epstein
Πίσω από τις ταινίες κρυβόταν ένας πολύ πιο εκτεταμένος μηχανισμός: αυτό που ο Epstein αποκάλεσε «consortium» — έναν συνδυασμό, εν μέρει μυστικό, εν μέρει φανερό, της CIA, του State Department και των μεγάλων ιδρυμάτων (Ford, Rockefeller, Carnegie).
Congress for Cultural Freedom (1950-1979)
Ιδρύθηκε στο Δυτικό Βερολίνο τον Ιούνιο του 1950. Στο απόγειό του, το CCF δραστηριοποιούνταν σε 35 χώρες, εξέδιδε πάνω από 20 περιοδικά, διοργάνωνε εκθέσεις και συνέδρια.
Encounter, Der Monat, Preuves, Forum — τα περιοδικά της σιωπηρής γραμμής
Το περιοδικό ναυαρχίδα ήταν το αγγλικό Encounter, που ιδρύθηκε το 1953 από τον ποιητή Stephen Spender και τον δημοσιογράφο Irving Kristol.
Σύμφωνα με την επίσημη καταγραφή της Wikipedia: Το περιοδικό λάμβανε μυστική χρηματοδότηση από τη CIA, η οποία μαζί με την MI6 είχε συζητήσει την ίδρυση μιας «αγγλο-αμερικανικής έκδοσης της κεντροαριστεράς» που θα αντιμετώπιζε την ιδέα της ψυχροπολεμικής ουδετερότητας. Το περιοδικό σπανίως ασκούσε κριτική στην αμερικανική εξωτερική πολιτική και γενικά διαμόρφωνε το περιεχόμενό του ώστε να στηρίζει τα γεωπολιτικά συμφέροντα της κυβέρνησης των ΗΠΑ.
Ανάλογα δίκτυα: Der Monat (γερμανόφωνο), Preuves (γαλλόφωνο), Forum (αυστριακό), Quadrant (αυστραλιανό), Tempo Presente (ιταλικό).
Η ακαδημαϊκή «σοβιετολογική φυλή»
Παράλληλα με τα περιοδικά χτίστηκε ένας δεύτερος μηχανισμός: τα Russian Studies Centers σε μεγάλα αμερικανικά πανεπιστήμια.
Columbia: Russian Institute (1946) — αργότερα Harriman Institute
Οι απόφοιτοι της OSS έγιναν τα βασικά μέλη του διδακτικού προσωπικού του Russian Institute του Columbia, του πρώτου που άνοιξε τις πόρτες του (το οποίο άνοιξε τις πόρτες του 1946). Το Russian Research Center του Harvard, που ακολούθησε δύο χρόνια αργότερα, περιλάμβανε αποφοίτους από προγράμματα εκπαίδευσης του Στρατού, την OSS και την OWI (https://www.cia.gov/resources/csi/static/The-Cultural-Cold-War.pdf )
Σύμφωνα με τον Ρώσο ιστορικό Vladimir Kozliakov, το Russian Institute στο Columbia, αργότερα γνωστό ως Harriman Institute, αποτέλεσε πολύτιμο πόρο για τη χώρα μεταξύ 1946-53, εκπαιδεύοντας περίπου 170 σπουδαστές σε πεδία όπως η κυβέρνηση, η δημοσιογραφία και η ακαδημία
Harvard: Russian Research Center (1948) — σήμερα Davis Center
Σύμφωνα με τον κοινωνιολόγο Martin Oppenheimer (Rutgers University), στο άρθρο “Social Scientists and War Criminals” (New Politics, vol. 6, no. 3, Summer 1997): σε δείπνο του Council on Foreign Relations τον Σεπτέμβριο του 1947, του οποίου πρόεδρος ήταν ο Allen Dulles (που σύντομα θα ηγούνταν της CIA), συζητήθηκαν οι ιδέες της Carnegie για ένα Ρωσικό Κέντρο, πιθανόν στο Harvard, με τον πρώην αξιωματικό της OSS και τότε καθηγητή στο Harvard William L. Langer.
Munich Institute — η πιο ξεκάθαρη περίπτωση
Όπως τεκμηριώνει ο ερευνητής Charles T. O’Connell σε μονογραφία του στα ακαδημαϊκά Carl Beck Papers του Πανεπιστημίου του Pittsburgh, «το Ινστιτούτο καταστράφηκε στις πρώτες ημέρες του 1971 όταν ο Clifford Case, Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής από το New Jersey, αποκάλυψε ότι η CIA πλήρωνε τα έξοδα του Ινστιτούτου. Λίγο μετά, η CIA αποφάσισε να αποσύρει» τη χρηματοδότηση.
Το Ινστιτούτο, που εδρευε στο Μόναχο και παρουσιαζόταν ως αυτόνομη ομάδα ακαδημαϊκών, λειτουργούσε ως οργάνωση επαφών μέσω της οποίας το Russian Research Center του Harvard αποκτούσε πρόσβαση σε Σοβιετικούς πρόσφυγες για έρευνα. Ο George Fischer, Junior Fellow του Harvard, ήταν ο βασικός σύνδεσμος που υλοποίησε την ιδέα — «Αμερικανοί ακαδημαϊκοί θα μπορούσαν να ζητούν πληροφορίες από ‘ειδικούς’ συνδεδεμένους με τη Βιβλιοθήκη» του Ινστιτούτου. (Charles T. O’Connell, “The Munich Institute for the Study of the USSR — Origin and Social Composition”, The Carl Beck Papers in Russian and East European Studies, University of Pittsburgh.)
Η βρετανική πλευρά — Robert Conquest και το IRD
Στη Βρετανία ο μηχανισμός είχε διαφορετική δομή αλλά παρόμοιο στόχο. Δεν ήταν μια «μυστική» επιχείρηση μέσω ιδρυμάτων αλλά κάτι πιο επίσημο: το Information Research Department (IRD) του Foreign Office.
Σύμφωνα με τις αρχειακές πηγές: Το IRD ήταν μυστική προπαγανδιστική πτέρυγα του βρετανικού Υπουργείου Εξωτερικών, αφιερωμένη στον πόλεμο παραπληροφόρησης, στον αντι-κομμουνισμό και στην υπέρ της αποικιοκρατίας προπαγάνδα. Δημιουργήθηκε το 1948 από την κυβέρνηση του Clement Attlee και έγινε η μεγαλύτερη πτέρυγα του Υπουργείου Εξωτερικών και το μεγαλύτερο σε διάρκεια μυστικό κυβερνητικό προπαγανδιστικό τμήμα στη βρετανική ιστορία.
Robert Conquest (1917-2015): από προπαγανδιστής σε «κορυφαίο Σοβιετολόγο»
Σπούδασε στο Magdalen College της Οξφόρδης. Σύμφωνα με τη βιογραφία του στη Wikipedia: Το 1948 ο Conquest εντάχθηκε στο IRD του Υπουργείου Εξωτερικών, μονάδα «προπαγανδιστικής αντεπίθεσης» που δημιουργήθηκε από την εργατική κυβέρνηση Attlee «για να συλλέγει και να συνοψίζει αξιόπιστες πληροφορίες για τις σοβιετικές και κομμουνιστικές κακοδιαχειρίσεις, να τις διαδίδει σε φιλικούς δημοσιογράφους, πολιτικούς και συνδικαλιστές, και να υποστηρίζει —οικονομικά και αλλιώς— αντικομμουνιστικά έντυπα». Το IRD επιδιδόταν επίσης σε χειραγώγηση της κοινής γνώμης. Συνέχισε να εργάζεται στο Foreign Office μέχρι το 1956.
Η κρίσιμη λεπτομέρεια: Στο IRD ο Conquest έγραψε διάφορα κείμενα που έθεσαν τα θεμέλια του μεταγενέστερου έργου του. Ένα από αυτά, για τα σοβιετικά μέσα απόσπασης ομολογιών, επρόκειτο να εξελιχθεί στο The Great Terror.
Μετά το 1956 έγινε ελεύθερος συγγραφέας, δημοσίευσε 21 βιβλία —μεταξύ άλλων το διάσημο The Great Terror (1968)— και το 1981 μετακόμισε στην Καλιφόρνια ως ανώτερος ερευνητής του Hoover Institution στο Stanford University. Υπήρξε ένας από τους κορυφαίους Σοβιετολόγους της Δύσης κατά τον Ψυχρό Πόλεμο, με επιρροή τόσο στον Ronald Reagan όσο και στη Margaret Thatcher. Τον Νοέμβριο του 2005 του απονεμήθηκε το Προεδρικό Μετάλλιο Ελευθερίας από τον George W. Bush.
Η λίστα του Orwell
Σε μία από τις πιο γνωστές πτυχές αυτής της ιστορίας: Το 1949 η βοηθός του Conquest στο IRD, Celia Kirwan, προσέγγισε τον George Orwell ζητώντας πληροφορίες για την ταυτοποίηση φιλο-σοβιετικών συμπαθούντων. Η λίστα του Orwell, που ανακαλύφθηκε μετά τον θάνατό της το 2002, περιλάμβανε δημοσιογράφους του Guardian και του Observer, καθώς και τον E. H. Carr και τον Charlie Chaplin.
Η τέχνη ως όπλο — ο αφηρημένος εξπρεσιονισμός
Μια λιγότερο γνωστή αλλά εξαιρετικά σημαντική πτυχή είναι η χρήση της σύγχρονης τέχνης. Σύμφωνα με την Frances Stonor Saunders (Who Paid the Piper?, 1999) και την Eva Cockcroft (Artforum, 1974): Όπως διατυπώνεται από την Cockcroft και τη Saunders, οι κρατούντες χρησιμοποίησαν συνειδητά την τέχνη των Αφηρημένων Εξπρεσιονιστών ως μέσο πολιτιστικής διπλωματίας ή προπαγάνδας για να επηρεάσουν τις απόψεις τόσο της δυτικής όσο και της ρωσικής διανόησης.
Καλλιεργημένοι ψυχροπολεμικοί όπως ο Braden και οι συνεργάτες του στη CIA αναγνώρισαν ότι αντιφρονούντες διανοούμενοι που πίστευαν ότι ενεργούν ελεύθερα μπορούσαν να αποτελέσουν χρήσιμα εργαλεία στον διεθνή προπαγανδιστικό πόλεμο. Ο Rockefeller, μέσω του Barr και άλλων στο Μουσείο που η μητέρα του είχε ιδρύσει και η οικογένεια έλεγχε [MoMA], χρησιμοποίησε συνειδητά τον Αφηρημένο Εξπρεσιονισμό, «το σύμβολο της πολιτικής ελευθερίας», για πολιτικούς σκοπούς. (Eva Cockcroft, “Abstract Expressionism: Weapon of the Cold War”, Artforum, vol. 12, no. 10, June 1974, σελ. 39-41.)
Ο Jackson Pollock, ο Mark Rothko, ο Willem de Kooning και ο Barnett Newman έγιναν —εν αγνοία πολλών από αυτούς— τα οπλικά συστήματα ενός «πολέμου εικόνων» όπου η αμερικανική ελευθερία της έκφρασης αντιπαρατέθηκε στον σοβιετικό σοσιαλιστικό ρεαλισμό.
Το ηθικό κόστος
Στο τέλος του δοκιμίου του, ο Epstein περιγράφει με δραματικό τρόπο το πραγματικό τίμημα ολόκληρης αυτής της κατασκευής. Όσοι ήταν μέσα στον μυστικό μηχανισμό, γράφει, «δεν είχαν άλλη επιλογή παρά να λένε ψέματα στους συναδέλφους τους — στους φίλους τους — για ζητήματα της μεγαλύτερης προσωπικής σημασίας: Ποιος με προσέλαβε και ποια είναι τα συμφέροντά του; Οργανώσεις φαινομενικά αφιερωμένες στην πολιτιστική ελευθερία και την αναζήτηση της αλήθειας ήταν λοιπόν θεμελιωμένες σε ψέματα».
Και κατέληγε: «Υπήρχε μια γνήσια κοινότητα συμφερόντων και πεποιθήσεων μεταξύ των επιχειρηματιών της αμερικανικής διπλωματίας του Ψυχρού Πολέμου και εκείνων των διανοουμένων που, για να το πούμε ωμά, προσελήφθησαν για να εκτελέσουν καθήκοντα που συχνά αποδείχθηκαν μια μορφή δημοσίων σχέσεων προς υποστήριξη των πολιτικών των ΗΠΑ στον Ψυχρό Πόλεμο».
Επίλογος
Η «σοβιετολογική φυλή» των ΗΠΑ δεν ήταν μια συνωμοσία λίγων. Ήταν ένα ολόκληρο σύστημα παραγωγής ιδεών, εικόνων και αξιολογήσεων: πανεπιστήμια, εκδοτικοί οίκοι, μουσεία, μεγάλα στούντιο, ιδρύματα. Στη Βρετανία οργανώθηκε επίσημα ως κρατικός μηχανισμός (IRD). Στις ΗΠΑ έλαβε τη μορφή ενός «consortium» που συνέδεε τη CIA με το State Department και τα μεγάλα ιδρύματα. Στη Δυτική Ευρώπη αναπτύχθηκε μέσω του Congress for Cultural Freedom (CCF)*.
Πενήντα χρόνια μετά τις αποκαλύψεις του 1967, οι ιστορικοί μπορούν πλέον να ονομάσουν θεσμούς, ανθρώπους και ποσά. Το ερώτημα που έθετε ο Epstein παραμένει όμως ανοιχτό: τι κάνει ένας ελεύθερος διανοητής όταν η ίδια η «ελευθερία» που υπηρετεί χρηματοδοτείται από μια μυστική υπηρεσία;
ΒΑΣΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ
- Jason Epstein, “The CIA and the Intellectuals”, The New York Review of Books, 20 Απριλίου 1967.
- Frances Stonor Saunders, Who Paid the Piper? The CIA and the Cultural Cold War, Granta Books, 1999. (https://archive.org/)
- Hugh Wilford, The Mighty Wurlitzer: How the CIA Played America, Harvard University Press, 2008. (https://www.cia.gov/resources/csi/static/Review-The-Mighty-Wurlitzer.pdf)
- David Engerman, “The Cold War’s Organization Man”, Humanities (NEH), Σεπτέμβριος/Οκτώβριος 2009
- Paul Lashmar & James Oliver, Britain’s Secret Propaganda War: Foreign Office and the Cold War 1948–1977, Sutton Publishing, 1998.
- Sarah Miller Harris, The CIA and the Congress for Cultural Freedom in the Early Cold War, Routledge, 2016.
- CIA Reading Room: “Soviets Charge Hollywood Spawns ‘Pathology of Hatred'”, έγγραφο CIA-RDP90-00965R000100600005-3, διαθέσιμο στο https://www.cia.gov/readingroom/document/cia-rdp90-00965r000100600005-3.
- Tony Shaw, Hollywood’s Cold War (University of Massachusetts Press, 2007) [scribd.com]
- Stephen Prince, Visions of Empire: Political Imagery in Contemporary American Film (1992) στο https://archive.org/
- Martin Oppenheimer, “Social Scientists and War Criminals”, New Politics, vol. 6, no. 3 (new series), whole no. 23, Summer 1997. Διαθέσιμο στο: https://archive.newpol.org/issue23/oppenh23.htm
- Hilton Kramer, What was the Congress for Cultural Freedom? The new criterion, January 1990
- The Origins of Russian Research Centers in America in the 1940s: Early Choices between Scholar Integrity and Government Direction
*¨Ηταν αντι-κομμουνιστικός πολιτιστικός οργανισμός, ένα από τα πιο σημαντικά εργαλεία του Πολιτιστικού Ψυχρού Πολέμου στη Δύση. Ιδρύθηκε το 1950 στο Δυτικό Βερολίνο