Μαθήματα από τη Γερμανία: Ποιος υπόσχεται το μέλλον;
Διαβάζεται σε 5'
Παρατηρώντας τα αποτελέσματα στη Γερμανία, εκείνο που τραβάει την προσοχή είναι η αύξηση του ποσοστού συμμετοχής και ταυτόχρονα η άνοδος του AfD και (δευτερευόντως) της Die Linke στο Βερολίνο. Πώς οι τάσεις αυτές συνδέονται μεταξύ τους; Και ακόμη, παρά τις διαφορές ανάμεσα σε Γερμανία και Ελλάδα, έχουμε να μάθουμε κάτι; Κι ας μην ξεχνάμε ότι πριν από 10 χρόνια η Γερμανία θεωρούνταν η χώρα – πρότυπο της Ευρώπης, και η Ελλάδα, η χώρα – κακέκτυπο. Πώς όμως κι εκεί και δω, η δυσφορία για το παρόν συνδέεται με την αναζήτηση του ποιος και τί ευθύνεται και με τη δυνατότητα να σκεφτούμε διαφορετικά το μέλλον;
- 23 Σεπτεμβρίου 2026 06:13
Μπορούμε να μάθουμε κάτι από τις εκλογικές αναμετρήσεις στη Γερμανία;
Ας ξεκινήσουμε παρατηρώντας δυο αλληλένδετα φαινόμενα. Αφενός εκτινάχτηκε η συμμετοχή. Αφετέρου το μεγαλύτερο μέρος αυτής της αύξησης το απορρόφησαν όχι τα παραδοσιακά κόμματα εξουσίας. Αλλά πρωτίστως η AfD και δευτερευόντως η Linke.
Το ερώτημα είναι: Γιατί οι πολίτες που δεν πίστευαν ότι αξίζει να ψηφίσουν, άλλαξαν γνώμη; Γιατί απείχαν; Η μία απάντηση είναι ότι θεωρούσαν πώς όποιος κι αν κυβερνήσει τα πράγματα λίγο πολύ θα παραμείνουν ίδια. Αλλά τα πράγματα αυτά τα χρόνια δεν παρέμειναν ίδια. Πόλεμοι, ενεργειακή κρίση και ακρίβεια, μετανάστευση, στεγαστικό, κλιματική και ενεργειακή μετάβαση, ανασφάλεια για την εργασία και το κοινωνικό κράτος δημιούργησαν την αίσθηση ενός κόσμου που αλλάζει ταχύτατα χωρίς οι ίδιοι να μπορούν να ελέγχουν την κατεύθυνση της αλλαγής. Κανείς δεν τους ρώτησε. Η άλλη απάντηση στο ερώτημα της αποχής ήταν γιατί κανείς δεν τους εξέφραζε, κανείς δεν τους καταλάβαινε. Και με τις δυο απαντήσεις, η αποχή δεν σημαίνει αδιαφορία, αλλά δυσπιστία. Αν δούμε έτσι το ζήτημα, επιστροφή στην κάλπη δεν είναι επιστροφή της εμπιστοσύνης, αλλά πολιτικοποίηση της δυσπιστίας. Κάτι πολύ πιο κρίσιμο, γιατί είναι αμφίρροπο. Σε ποιο κόμμα θα κατευθυνθεί η επιστροφή στην κάλπη; Και με ποιες επιθυμίες, με ποια συναισθήματα θα επενδυθεί;
Τα κόμματα εξουσίας προσφέρουν κυρίως διαχείριση του παρόντος. Υπόσχονται ότι μπορούν να αντιμετωπίσουν καλύτερα την οικονομία, την ενέργεια, τη μετανάστευση, την ασφάλεια. Προσφέρουν κοστολογημένα προγράμματα. Το ακούμε κι εδώ ως όρο αξιοπιστίας. Κοστολογημένα βέβαια με τους όρους του παρόντος. Ωστόσο, σε περιόδους μεγάλης αβεβαιότητας αυτό δεν αρκεί. Ο πολίτης δεν ρωτά μόνο ποιος μπορεί να κυβερνήσει καλύτερα και ποιος δεν θα παραβιάσει τους δημοσιονομικούς κανόνες. Σ’ αυτά άλλωστε η Γερμανία υπήρξε πρότυπο. Κι όταν χρειάστηκε, άλλαξε τους κανόνες. Εκείνο όμως που ρωτούν οι πολίτες, ακόμη και χωρίς να το διατυπώνουν ακριβώς έτσι, είναι: «Σε ποιον κόσμο πρόκειται να ζήσω; Και ποιος μπορεί να μου πει πώς θα μοιάζει αυτός ο κόσμος; Τί μου φταίει για τη δυσαρέσκεια που νιώθω;»
Υπάρχει κάτι που τα κόμματα το έχουν ξεχάσει ή δεν τολμούν να το διατυπώσουν υπό τη δαμόκλειο σπάθη της κατηγορίας για λαϊκισμό, που επαναλαμβάνεται χρόνια τώρα σαν ο κύριος εχθρός της Ευρώπης, της δημοκρατίας και της πολιτικής: Η πολιτική της προσδοκίας.
Η AfD και η Linke το τολμούν. Αλλά προσφέρουν δύο διαφορετικές πολιτικές της προσδοκίας. Η Linke λέει, σχηματικά: Ο κόσμος που ζούμε είναι άδικος. Πρέπει να τον αλλάξουμε. Η AfD λέει κάτι διαφορετικό: Τον κόσμο που ξέρατε σάς τον κλέψανε· πρέπει να τον πάρουμε πίσω. Πρόκειται για δύο διαφορετικούς τρόπους κατασκευής της προσδοκίας.
Και η δύναμη της AfD βρίσκεται ακριβώς στο παράδοξο ότι υπόσχεται αλλαγή μιλώντας τη γλώσσα της επιστροφής: Η Γερμανία πρέπει να ξαναγίνει Γερμανία, να ξαναβρεί την ασφάλειά της, οι Γερμανοί να ανακτήσουν τον έλεγχο της χώρας και της ζωής τους. (Τα ίδια και με τα ίδια λόγια, τα λέει και ο Τραμπ για την Αμερική). Η επιθυμία για το μέλλον οργανώνεται γύρω από την αίσθηση μιας απώλειας. Πρόκειται για μια αρνητική συνείδηση. Η νοσταλγία και το αίσθημα της απώλειας γίνεται πολιτικό υλικό για την κατασκευή του μέλλοντος.
Συμπέρασμα: η αυξημένη συμμετοχή στις κάλπες σημαίνει τον μετασχηματισμό της απογοήτευσης σε προσδοκία. Αυτή τη στιγμή του μετασχηματισμού, αντιπροσωπεύουν αυτές οι εκλογές. Νικάει όποιος μπορεί να το κάνει. Είναι μια μάχη για το μέλλον. Εξαιρετικά κρίσιμη και αμφίρροπη. Γιατί το μέλλον δεν έχει αναγκαστικά το σχήμα που περιγράφει η Αριστερά και οι προοδευτικές δυνάμεις. Δεν είναι η έννοια της προόδου που κανοναρχεί τα συναισθήματα μας σήμερα. Είναι ο φόβος από το μέλλον. Δεν είναι η επιδίωξη της ουτοπίας. Είναι η αποστροφή της δυστοπίας.
Στον 20ό αιώνα, και στη Γερμανία αλλά και στην Ελλάδα, τα μεγάλα κόμματα ζητούσαν την ψήφο επειδή υπόσχονταν ένα μέλλον. Αλλεπάλληλες απογοητεύσεις, έστειλαν μέρος του κοινού τους στην αποχή. Σήμερα τα κόμματα εξουσίας ζητούν συχνά την ψήφο επειδή υπόσχονται να αποτρέψουν ένα χειρότερο μέλλον. Όπως την ακυβερνησία, «το ντού απ’ τους απέναντι». Όταν όμως το πολιτικό κέντρο χάνει την ικανότητα να φαντάζεται το μέλλον, τότε αυτό το μέλλον το καταλαμβάνουν άλλοι. Ακόμη κι όταν μιλούν μια γλώσσα παρελθοντική. Η AfD και η Linke έρχονται και μας λένε: ο κόσμος μπορεί να γίνει διαφορετικός. Το λέει με τον τρόπο του το καθένα. Το πρώτο με την επαγγελία της αποκατάστασης, το δεύτερο μιλώντας για μετασχηματισμό. Οι άλλοι, Χριστιανοδημοκράτες, Σοσιαλδημοκράτες και Πράσινοι, τί λένε;
Νομίζω ότι αν κάτι έχουμε να μάθουμε από τη Γερμανία είναι αυτή η κίνηση του ιστορικού εκκρεμούς από την απογοήτευση στην αποστράτευση και στην αποχή· από την αποχή στη δυσπιστία· από τη δυσπιστία στην ξανα-πολιτικοποίηση, και από εκεί στη μάχη για το περιεχόμενο και τον προσανατολισμό της επιστροφής. Δηλαδή στη μάχη για το ποιος μπορεί να δώσει μορφή στο μέλλον.