Μόνο η αυξημένη ζήτηση τεχνολογίας θα σπρώξει και την εγχώρια προσφορά έρευνας

Μόνο η αυξημένη ζήτηση τεχνολογίας θα σπρώξει και την εγχώρια προσφορά έρευνας
Shutterstock

Παρουσιάζεται μια σημαντική ευκαιρία για εγχώρια παραγωγή της τεχνολογίας ώστε να διασφαλιστεί  η παρακολούθηση της λειτουργίας της. Ποιες είναι οι προϋποθέσεις.

Είναι γνωστό ότι στην Ελλάδα υστερεί σημαντικά η σύζευξη της έρευνας που διεξάγεται στα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά κέντρα της χώρας με τις τεχνολογικές εφαρμογές στην εγχώρια παραγωγή. Οι λόγοι είναι πολλοί, διαχρονικοί και επίμονοι. Σημαντικά εμπόδια αποτελούν ο γραφειοκρατικός λαβύρινθος των ερευνητικών λογαριασμών στα ΑΕΙ με τις σχοινοτενείς διαδικασίες έγκρισης και η διαρκής αβεβαιότητα για το αν τελικά η συνεργασία με ιδιώτες θα είναι λειτουργικά απρόσκοπτη ή κάποια στιγμή θα μπουκάρουν οι αυτόκλητοι διώκτες της επιχειρηματικότητας και θα τα κάνουν λίμπα.

Μερικά από τα προβλήματα αυτά κατά καιρούς βελτιώνονται με πρωτοβουλίες της Γενικής Γραμματείας Έρευνας & Τεχνολογίας (ΓΓΕΤ) και χρήματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης που διευκολύνουν τις συμπράξεις και πληρώνουν για τα πρώτα στάδια κατοχύρωσης και ανάπτυξης μιας νέας τεχνολογίας. Άλλα πάλι χειροτερεύουν με την έλλειψη σοβαρών οικονομικών κινήτρων στους ερευνητές είτε με την εκδικητική επιβολή υπερβολικών ελέγχων και περιορισμών στους προϋπολογισμούς των έργων είτε με τα αλλεπάλληλα πλαφόν αμοιβών σε όσους φέρνουν χρήματα στα πανεπιστήμια,  που κάνουν πολλές ενδιαφέρουσες ιδέες και πρωτοβουλίες να καταντούν ματαιοπονία.

Σε κάθε περίπτωση, οι πολιτικές που επιχειρούν να αναβαθμίσουν την προσφορά του ερευνητικού προϊόντος έχουν περιορισμένη απήχηση στον τελικό στόχο υλοποίησης του από την εγχώρια παραγωγή. Και ο λόγος είναι πολύ απλός: η αδύναμη εγχώρια ζήτηση μεθόδων και προτύπων αναβαθμισμένης τεχνολογίας. Στην πράξη δηλαδή δεν φτάνει το τι μπορεί να κάνει το ερευνητικό ίδρυμα για μια επιχείρηση, αλλά πρέπει να διασφαλίζεται ότι υπάρχει αρκετή ζήτηση για να απορροφήσει αυτή την τεχνολογία. Και αυτό συμβαίνει κατ’ εξαίρεση, δεν είναι ο κανόνας για διάφορους λόγους.

Είτε επειδή οι ελληνικές επιχειρήσεις είναι σχετικά μικρές και δεν έχουν τμήματα έρευνας και ανάπτυξης να δοκιμάσουν τις προτάσεις, είτε επειδή βασίζονται σε μεγάλο βαθμό σε εισαγωγές έτοιμης τεχνολογίας, είτε επειδή δεν έχουν μεγάλη διάρκεια παραμονής στο ίδιο αντικείμενο για να στρωθούν και να το μάθουν. Οτιδήποτε από αυτά και να συμβαίνει, οι περισσότερες δεν επιδεικνύουν ενδιαφέρον να οργανώσουν μια μακροχρόνια σχέση συνεργασίας με ερευνητικά ιδρύματα και τεχνολογικούς φορείς. Ελάχιστες το κάνουν και σε ελάχιστες περιπτώσεις. Μάλιστα, αφορά κυρίως παραγωγή προϊόντων που παράγονται ή προέρχονται από την Ελλάδα ή απευθύνονται κυρίως στην ελληνική αγορά χωρίς ξένα υποκατάστατα που θα μπορούσαν να τα ανταγωνιστούν με χαμηλότερες τιμές. Για  παράδειγμα, οι βιομηχανίες φυτοκαλλυντικών,  ορισμένες φυσικοχημικές διαδικασίες στα φάρμακα, τα τρόφιμα ή ακόμα και τα πετρελαιοειδή και σε μερικές εφαρμογές λογισμικού προσαρμοσμένου στις εγχώριες ιδιομορφίες γλώσσας ή τεχνοτροπίας.  Αυτός είναι ο πολύ μικρός κύκλος εγχώριας έρευνας και ανάπτυξης και το ερώτημα είναι πώς γίνεται να διευρυνθεί άμεσα και σημαντικά.

Μην νομισθεί ότι τέτοια ερωτήματα δεν έχουν τεθεί στο παρελθόν. Υπάρχει ένας μακρύς κατάλογος προσπαθειών με στόχο η σύζευξη έρευνας και ανάπτυξης να επεκταθεί σε πολλούς τομείς παραγωγής και υπηρεσιών, αλλά μέχρι τώρα συνοδεύεται με μία σχεδόν ισοπληθή λίστα απογοήτευσης και εγκατάλειψης. Τα ερευνητικά αποτελέσματα στην καλύτερη περίπτωση στράφηκαν σε εταιρείες του εξωτερικού, και στην χειρότερη αναμένουν κάποιο θαύμα εγχώριου ενδιαφέροντος που θα τους δώσει ζωή και παραγωγική υπόσταση.

Ο λόγος που συζητάμε ξανά ένα γνωστό και επαναλαμβανόμενο θέμα είναι γιατί υπάρχουν πλέον μερικά νέα δεδομένα που αν τα προσέξουμε μπορεί η επόμενη περίοδος να μην είναι άλλη μία επανάληψη του ίδιου απογοητευτικού μοτίβου. Το κυριότερο εργαλείο είναι το Ταμείο Ανάκαμψης που θα χρηματοδοτήσει επενδύσεις για να μεταβούν οι ευρωπαϊκές οικονομίες σε μορφές ενέργειας πιο φιλικές στο περιβάλλον και σε ψηφιακά δίκτυα διασύνδεσης που επιταχύνουν τις αναβαθμίζουν την παραγωγή και τις σχέσεις μεταξύ πολιτών-κράτους.

Επειδή αυτές οι επενδύσεις θα είναι μεγάλης κλίμακας, μακράς χρονικής διάρκειας και θα έχουν ανάγκη συνεχών ρυθμίσεων και χειρισμών, παρουσιάζεται μια σημαντική ευκαιρία για εγχώρια παραγωγή της τεχνολογίας ώστε να διασφαλιστεί  η παρακολούθηση της λειτουργίας της. Και τα δύο προϋποθέτουν εγχώρια στελέχη με σύγχρονη επιστημονική κατάρτιση, πράγμα που θα προσανατολίσει και την αναβάθμιση του ανθρώπινου δυναμικού.  Μερικά απλά και κατανοητά παραδείγματα είναι τα εξής:

1. Ανανεώσιμες πηγές ενέργειας: 

Ανεμογεννήτριες βουνού, γεωθερμικές διαδικασίες, φωτοβολταϊκά στοιχεία, θαλάσσια αιολικά πάρκα και πολλά άλλα είναι απολύτως εντός των δυνατοτήτων της εγχώριας παραγωγής από τεχνική άποψη, όχι όμως ακόμα σε επίπεδα που να καλύψουν τα χρονοδιαγράμματα των στόχων για εκπομπές διοξειδίου. Αντί όμως να βιαστούμε να κάνουμε και πάλι εισαγωγές μηχανημάτων, πρέπει να δώσουμε κίνητρα για συμπράξεις παραγωγής εγχωρίων με ξένες εταιρείες ακόμα και αν χρειαστεί να μετατεθούν χρονικά ορισμένοι στόχοι.

Ο βαθμός υπεργολαβίας βαθμιαία θα αυξάνεται και μερικές συμπαραγωγές θα καταλήξουν να γίνονται σχεδόν εξ ολοκλήρου από τις εγχώριες μονάδες. Στους τομείς αυτούς η Ελλάδα είχε παλιότερα πολλές επιχειρήσεις και μάλιστα εξαγωγικές (όπως π.χ. οι ηλιακοί θερμοσίφωνες).  Όσες επιβίωσαν μέχρι σήμερα διαθέτουν σημαντικά πλεονεκτήματα, τεχνογνωσία και αντοχή, και αυτό που χρειάζονται από την πολιτεία για να έχουν την ευκαιρία να μπουν στο παιγνίδι και να γίνουν ισχυρότερες είναι να τους δείξει εμπιστοσύνη.

Είναι χαρακτηριστικό ότι μόλις προχθές στο Φόρουμ των Δελφών μια γνωστή και δυναμική ελληνική εταιρεία ενέργειας ζήτησε από την πολιτεία να αναβάλει τις διαδικασίες για τα θαλάσσια αιολικά πάρκα, ώστε να προλάβει να ετοιμαστεί και το πεδίο να ξεκινήσει με μια βαρύνουσα ελληνική συμμετοχή.

2. Ηλεκτροκίνητα αυτοκίνητα.

Μέχρι στιγμής ο σχεδιασμός για τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα είναι να εισάγονται έτοιμα, άντε και να πακετάρονται μερικά εδώ αλλά από ξένες εταιρείες που έχουν παράγει (και διαφυλάσσουν) την τεχνογνωσία στην χώρα τους. Μέχρι στιγμής δεν υπάρχει καμμία σκέψη να οργανωθούν εξουσιοδοτημένα συνεργεία που θα μετατρέπουν τα συμβατικά αυτοκίνητα σε ηλεκτρικά. Πρωτοβουλίες τέτοιες οργανώνονται στην Ιταλία και την Γαλλία, όχι όμως ακόμα στην Ελλάδα.

Όμως δεν χρειάζεται κάποιος να ξέρει πυρηνική φυσική για να το κάνει και σε κάθε περίπτωση η Ελλάδα είχε κατά καιρούς αρκετές καλές εταιρείες ηλεκτρικών μοτέρ, ενώ μερικές το παλεύουν ακόμα. Σε συνεργασία με τεχνολογικά ιδρύματα και  εργαστήρια θα μπορούσαν να αναπτύξουν ένα πρότυπο σύστημα μετατροπής με χαμηλό κόστος, το οποίο θα έδινε δουλειά σε χιλιάδες τεχνικούς και εισοδήματα σε διάφορους κλάδους. Ανάλογα μέτρα μπορούν φυσικά να σχεδιαστούν για τις «πρίζες του λαού», δηλαδή τα σημεία δημόσιας φόρτισης που ετοιμάζονται να εγκαταστήσουν πολλοί Δήμοι με απευθείας παραγγελίες από το εξωτερικό.

3. Μικρομεσαίες επιχειρήσεις

Οι περισσότερες εγχώριες συμπαραγωγές μάλλον θα οργανωθούν με ξένους αλλά μετά θα αναζητήσουν και αυτές τις δικές τους υπεργολαβίες σε άλλες εγχώριες επιχειρήσεις, μικρότερες ή μεγαλύτερες. Έτσι θα ανοίξουν και οι ευκαιρίες για τις ελληνικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις σε μία παραγωγική κατεύθυνση και όχι σε ρόλους απλού προμηθευτή και εισαγωγέα.

Ακριβώς τα ίδια (και ακόμη εντονότερα) ισχύουν όχι μόνο για την ενεργειακή μετάβαση αλλά και για τον ψηφιακό μετασχηματισμό. Μόλις τον περασμένο Φεβρουάριο, η πρόεδρος της ΕΕ τόνισε εμφατικά ότι «η ψηφιακή κυριαρχία μπορεί να διασφαλίσει την ευρωπαϊκή κυριαρχία» και φυσικά κάθε χώρα-μέλος πρέπει να συμμετάσχει συνεισφέροντας τεχνολογία και όχι μόνο αγοράζοντας την από άλλους. Διαφορετικά, αν η επίτευξη των στόχων του Ταμείου Ανάκαμψης γίνει με εισαγόμενο εξοπλισμό, οι ελληνικές επιχειρήσεις απλώς θα παραγγέλνουν τα μηχανήματα και τα προγράμματα στο εξωτερικό και θα περιμένουν να φτάσουν στο τελωνείο για να περάσουν τις βίδες στην συναρμολόγηση.

 Άλλη μια σημαντική ευκαιρία για να αναβαθμιστεί η παραγωγικότητα, η απασχόληση, οι γνώσεις αλλά και οι μισθοί των εργαζομένων θα έχει χαθεί.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα