Πόλεμος στην Ουκρανία: Το τέλος της ασφάλειας

Πόλεμος στην Ουκρανία: Το τέλος της ασφάλειας
Σπασμένο κάδρο του Πούτιν στη Χερσώνα AP

Εννιά μήνες μετά, ο πόλεμος στην Ουκρανία μας έφερε μπροστά στην απειλή ενός πυρηνικού ολοκαυτώματος αλλά και ενεργειακών αδιεξόδων. Το τέλος της στρατηγικής, όπως την ξέραμε.

Όταν ξεκίνησε η πλήρους κλίμακας εισβολή του Κρεμλίνου στην Ουκρανία τις πρωινές ώρες της 24ης Φεβρουαρίου, υποτίθεται ότι θα διαρκούσε λίγες μόνο ημέρες και θα τελείωνε με τη γρήγορη κατάληψη του Κιέβου. Σχεδόν δέκα μήνες μετά, η Ουκρανία έχει καταφέρει να αποκρούσει τις ρωσικές δυνάμεις και να ανακτήσει πολλά από τα χαμένα εδάφη της στα ανατολικά, με τη συνδρομή των όπλων της Δύσης.

Παρά τις δηλώσεις Πούτιν περί “διάθεσης αποκλιμάκωσης”, απέχουμε πολύ από το να δούμε το τέλος του πολέμου. Αντιθέτως, φαίνεται πως στην “καρδιά” των εδαφών της Ευρώπης, θα έχουμε για πολύ καιρό ακόμη εχθροπραξίες, κάτι που θα δοκιμάσει την αποφασιστικότητα της Ουκρανίας και της Δύσης.

Η διαφορά του τωρινού πολέμου που – αυτή τη φορά – διεξάγεται σε ευρωπαϊκό τερέν, σε σχέση με άλλους πρόσφατους πολέμους, είναι πως εν πολλοίς θέτει εν αμφιβόλω πράγματα που θεωρούνταν “δεδομένα”, επαναπροσδιορίζοντας τον τρόπο και τη λειτουργία φορέων όπως η διπλωματία, οι πληροφοριακές υπηρεσίες, οι υπηρεσίες ασφαλείας, αλλά και τομείς όπως η ενέργεια που έχουν παγκόσμια απήχηση, και λειτουργούν ως διακρατικές “αλυσίδες”.

Παρακάτω, προσπαθούμε να σταχυολογήσουμε τα βασικά “μαθήματα” που έχουμε ως τώρα πάρει, από τη ρωσο-ουκρανική πολεμική σύρραξη, ως τώρα τουλάχιστον.

Το καθεστώς του Πούτιν δεν έπρεπε να κριθεί ως αξιόπιστο

Το είπε και η ίδια η Μέρκελ σε πρόσφατες δηλώσεις της. Όντας Καγκελάριος, υποτίμησε τον Πούτιν. Η Ρωσία εισέβαλε στην Ουκρανία το 2014 αφού πρώτα είχε δεσμευθεί να παίξει τον ρόλο του εγγυητή της σταθερότητας στην περιοχή, προσαρτώντας τελικά την Κριμαία. Στην πιο πρόσφατη επίθεσή του, το Κρεμλίνο κατέλαβε σε πρώτο χρόνο το ένα πέμπτο των εδαφών της Ουκρανίας, ενώ λίγο πριν την εισβολή, διαβεβαίωνε τη Δύση πως δεν πρόκειται να επιτεθεί.

Το καθεστώς του Πούτιν χρησιμοποίησε ως βασικό του όπλο απέναντι στο ΝΑΤΟ τον ενεργειακό και πυρηνικό εκβιασμό, και αμφισβήτησε συλλήβδην το ουκρανικό έθνος εργαλειοποιώντας τους ναζιστικούς θύλακες που υπάρχουν εντός του. Ο κατευνασμός, ο διάλογος και οι συμβιβασμοί με τη Μόσχα πριν την επίθεση, δεν είχαν τελικά κανένα αποτέλεσμα. Αντιθέτως επιβεβαίωσαν το ότι όταν η Ρωσία αισθάνεται πως απειλείται (όπως τώρα), επιτίθεται, και όταν αισθανθεί πως έχει πάρει μέρος όσων διακδικεί για να ενισχύσει τη δύναμή της, αποσύρεται. Από την άλλη, η συνοχή του ΝΑΤΟ τέθηκε εν αμφιβόλω, όπως και η αποφασιστικότητά του σε ζητήματα ένταξης κρατών που ως τώρα ζητούσαν την προσοχή της Συμμαχίας. Η όλη κρίση φαίνεται πάντως πως επισπεύδει τις διαδικασίες εντάξεων – διεύρυνσης της Συμμαχίας, η οποία οφείλει να κάνει την αυτοκριτική της.

Η αδυναμία των ΗΠΑ

Αν υπάρχει κάτι που εκμεταλλεύτηκε φυσικά ο Πούτιν, είναι η “αδυναμία” των ΗΠΑ στο διεθνές τερέν, ή αν θέλετε, αυτό που το Atlantic Council χαρακτήρισε ως “στρατηγική ασάφεια”. Η εν λόγω ασάφεια γιγαντώθηκε υπό το δόγμα του Τραμπ, και μεταφράστηκε σε αδυναμία με την αποχώρηση των αμερικανικών δυνάμεων από το Αφγανιστάν. Οι κόκκινες γραμμές των ΗΠΑ είχαν προ πολλού θολώσει στην υπόθεση της Ουκρανίας, ενώ οι διεθνείς αναλυτές αναφέρουν πως τα ίδια λάθη γίνονται ως προς την ιρανική επιθετικότητα στον Κόλπο αλλά και ως προς μια πιθανή κινεζική εισβολή στην Ταϊβάν. Κοινώς, οι μεγαλοστομίες πρέπει να στηρίζονται και με σαφή στρατηγική τοποθέτηση και όχι με επικοινωνιακά “κενά” που μπορούν να γίνουν εργαλεία εκμετάλλευσης από τους γεωστρατηγικούς αντιπάλους της Ουάσινγκτον.

Από την άλλη, η κυβέρνηση Μπάιντεν φαίνεται πως υποτίμησε τη Μόσχα, δίνοντας προτεραιότητα στον ανταγωνισμό με την Κίνα ως μέρος της πολιτικής της για την εθνική ασφάλεια. Ξεκινώντας τον μεγαλύτερο χερσαίο πόλεμο στην Ευρώπη από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά, ο Πούτιν υπενθύμισε στην Ουάσιγκτον πόσο πολύ συνδέεται η ασφάλεια και η ευημερία της με την ειρήνη και τη σταθερότητα στην Ευρώπη. Η πολιτική του Πούτιν πέταξε στα σκουπίδια κάθε αμερικανικό σχεδιασμό, αναγκάζοντας τον Μπάιντεν και το επιτελείο του να τα δουν όλα από την αρχή. Παράλληλα, φαίνεται πως όλα τα “ανοιχτά μέτωπα” των ΗΠΑ διασυνδέονται μεταξύ τους, μιας και Ρωσία, Κίνα και Ιράν, δείχνουν να συνεργάζονται όλο και περισσότερο.

Μη ξεχνάμε πως το “μάθημα” του Ψυχρού Πολέμου είναι πως αυτό που αποτρέπει τη ρωσική επιθετικότητα είναι τα στρατεύματα του ΝΑΤΟ στην ανατολική πλευρά της Συμμαχίας και όχι η απειλή οικονομικών κυρώσεων. Οι δε κυρώσεις, κρίνεται πως θα μπορούσαν να έχουν αποτέλεσμα, αλλά σε πιο μακροπρόθεσμο επίπεδο στόχων.

Ο βαρύς εξοπλισμός δεν κερδίζει πολέμους από μόνος του

Η Ρωσία ξόδεψε περίπου 65 δισεκατομμύρια δολάρια για τους εξοπλισμούς της το 2021, δέκα φορές περισσότερα χρήματα δηλαδή απ’ ό,τι έκανε η Ουκρανία την ίδια χρονιά. Ο πόλεμος έδειξε ότι η Ουκρανία ήταν καλύτερα προετοιμασμένη απ’ ό,τι περίμενε κανείς, έχοντας την εκπαίδευση και το ηθικό που χρειαζόταν.

Από το 1993, η Ουκρανία αποτελεί μέρος του Προγράμματος Κρατικής Συνεργασίας της Εθνοφρουράς των ΗΠΑ, στα πλαίσια του οποίου εκπαιδεύονται στελέχη της. Αυτό εξηγεί σε μεγάλο βαθμό την ετοιμότητα στη λήψη αποφάσεων στο πεδίο και την επιτυχία της αντεπίθεσης της χώρας, σε συνδυασμό φυσικά με τα όπλα που δέχθηκε από τις δυτικές δυνάμεις.

Αντίθετα, οι ένοπλες δυνάμεις της Ρωσίας φάνηκε πως είχαν έλλειψη ικανών στελεχών, κάτι που στηλίτευσε μεταξύ άλλων, ο ηγέτης των Τσετσένων, Ραμζάν Καντίροφ. Παράλληλα, μετά την “εξουδετέρωση” Ρώσων στρατηγών στις μάχες, φάνηκαν οι αδυναμίες της ρωσικής πολεμικής ηγεσίας, οι οποίες οδήγησαν στην ουκρανική αντεπίθεση, στα ανατολικά. Το γεγονός αυτό ανάγκασε τον Πούτιν να προχωρήσει και σε μερική επιστράτευση, η οποία προκάλεσε αντιδράσεις εντός των συνόρων του. Σύμφωνα με τις δυτικές εκτιμήσεις, η μερική αποτυχία της Ρωσίας έχει να κάνει με τη προβλεψιμότητα της ρωσικής στρατηγικής, αλλά και το χαμηλό ηθικό των ρωσικών στρατευμάτων.

Στη μάχη για το Κίεβο μάλιστα, ρωσικά τανκς, οχήματα μεταφοράς στρατευμάτων, φορτηγά ανεφοδιασμού, ελικόπτερα και μαχητικά αεροσκάφη αναχαιτίστηκαν από μικρές και ευκινητές ουκρανικές αμυντικές μονάδες, εξοπλισμένες με όπλα όπως Stingers, Javelins, NLAW και drones. Κοινώς, οι βαριές ρωσικές δυνάμεις βρήκαν μπροστά τους μια μοντέρνα, “ελαφριά” δύναμη, κάτι που φάνηκε και στη μάχη για το Ντονμπάς, όπου οι Ρώσοι άρχισαν να χάνουν όταν εμφανίστηκαν τα αμερικανικά HIMARS.

Αντιστοίχως, οι αμερικανικοί πύραυλοι ακριβείας Neptune και Harpoon, ανάγκασαν το ρωσικό ναυτικό να υποχωρήσει. Η εκτίμηση είναι πως μέχρι να αρχίσουν οι συζητήσεις συνθηκολόγησης, οι ουκρανοί θα προσπαθήσουν να ανακτήσουν όσο το δυνατόν περισσότερα εδάφη. Απέναντί τους φυσικά, υπάρχει η διαρκής πίεση του Πούτιν, περί χρήσης πυρηνικών “αν χρειαστεί”, καθώς και μια πιθανή αντεπίθεση τον Ιανουάριο.

Ωστόσο, σύμφωνα με το βρετνικό think tank Royal United Services Institute (RUSI), ο συγκεντρωτισμός του ίδιου του Πούτιν, προπέτασμα του οποίου αποτελούν οι απειλές του, μπορεί να είναι και το τέλος του. Η όλη στρατηγική του δεν απέτυχε μόνο στο πεδίο, αλλά κατ’ ουσίαν νομιμοποίησε τη δυτική στήριξη στην Ουκρανία.

Τα νέα εργαλεία σύγκρουσης είναι οικονομικά

Όταν η Ρωσία εισέβαλε στην Ουκρανία, ο Πρόεδρος Μπάιντεν κατέστησε σαφές ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα επέμβουν άμεσα, στρατιωτικά. Οι χώρες της Ομάδας των Επτά (G7) αποφάσισαν να παγώσουν περίπου 350 δισεκατομμύρια δολάρια σε ρωσικά περιουσιακά στοιχεία, κάτι που πράγματι, άσκησε μεγάλη πίεση στη ρωσική οικονομία. Παράλληλα, οι τεχνολογικοί περιορισμοί έχουν πλήξει τη ρωσική βιομηχανική παραγωγή, με τη Ρωσία για παράδειγμα να αναγκάζεται να αγοράσει drones από το Ιράν.

Οι οικονομικές κυρώσεις είναι ένα εργαλείο στα χέρια της Δύσης, το οποίο δεν θα πρέπει να αφήσει εύκολα, ακόμη κι αν ο πόλεμος μπει σε μια αποσυμπίεση. Και αυτό διότι όπως γράψαμε και παραπάνω, η όποια αξιοπιστία της Ρωσίας ως εταίρος στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, έχει χαθεί.

Παράλληλα, ο πόλεμος μας έδειξε πως ολόκληρες δεκαετίες ενεργειακής διπλωματίας μπορούν να εξαφανιστούν με μια εισβολή. Οι προσπάθειες να έρθει η Ρωσία πιο κοντά στη Δύση μέσω της οικονομικής “ολοκλήρωσης” και της σύσφιξης των ενεργειακών σχέσεων, απέτυχαν να αποτρέψουν τον πόλεμο στην Ουκρανία. Ταυτόχρονα, τα ευρωπαϊκά ενεργειακά συστήματα αναγκάστηκαν να μεταμορφωθούν σε χρόνο ρεκόρ, ώστε να λειτουργήσουν χωρίς ρωσικό φυσικό αέριο. Αυτή η “μεταμόρφωση” χρειάζεται χρόνια για να επιτευχθεί σε χώρες που εξαρτώνται από τη ρωσική ενέργεια και τον άνθρακα. Στο μεταξύ, το εκτοξευόμενο ενεργειακό κόστος, οι υποχρεωτικές περικοπές και η γενική αβεβαιότητα σχετικά με τον ενεργειακό εφοδιασμό αυτόν τον χειμώνα (αλλά και εν μέσω σκανδάλων όπως το Qatargate), κρατούν “ζωντανή” την ενεργειακή εξάρτηση από τη Μόσχα.

Ανεξάρτητα από το τέλος του πολέμου και τις πιθανές ή μη πιθανές αλλαγές ηγεσίας στη Ρωσία, η απορωσοποίηση των ευρωπαϊκών ενεργειακών πηγών ως προς το φυσικό αέριο, δείχνει πως δεν έχει επιστροφή. Η εξασφάλιση αξιόπιστων – ανθεκτικών πόρων και χαμηλών εκπομπών άνθρακα σε συνδυασμό με τα οικονομικά ενεργειακά συστήματα, αποτελούν τη μεγαλύτερη πρόκληση που έχει να αντιμετωπίσει η Ευρώπη αυτή τη στιγμή.

Κανείς δεν θέλει ένα Παγκόσμιο Πόλεμο

Εν έτει 2023, ένας νέος Παγκόσμιος Πόλεμος θα σήμαινε και πυρηνικό ολοκαύτωμα. Έτσι λοιπόν, όταν στις 15 Νοεμβρίου είχαμε το περιστατικό με τους δύο νεκρούς σε φάρμα εντός των συνόρων της Πολωνίας από κομμάτια πυραύλου, όλος ο πλανήτης μπήκε σε συναγερμό.

Η Μόσχα είχε χαρακτηρίσει εξ αρχής ως “πρόκληση” τους ισχυρισμούς της Ουκρανικής πλευράς ότι επρόκειτο για ρωσικά βλήματα, ενώ οι ΗΠΑ έσπευσαν να κρατήσουν ψύχραιμη θέση. Ο πρόεδρος της Ουκρανίας Βολοντίμιρ Ζελένσκι δήλωσε πως το πλήγμα στην Πολωνία έγινε από ρωσικούς πυραύλους, για να εξυπηρετήσει τη δική του στρατηγική πίεσης, ωστόσο το Πεντάγωνο δεν επιβεβαίωσε τις δηλώσεις του. Πέραν της Ουκρανίας, αυτοί που στράφηκαν σε υψηλούς τόνους εναντίον της Ρωσίας ήταν η Λετονία, η Εσθονία και η Λιθουανία, για να εξυπηρετήσουν τους δικούς τους σκοπούς.

Το πρωί της επόμενης ημέρας μετά το περιστατικό, αξιωματούχοι της κυβέρνησης Μπάιντεν ανέφεραν πως με βάση τα στοιχεία που είχαν περιέλθει σε γνώση τους, τελικά επρόκειτο για κομμάτια από αντιεροπορικό πύραυλο που εκτοξεύθηκε από τις ουκρανικές ένοπλες δυνάμεις για την κατάρριψη ρωσικού εισερχόμενου πυραύλου.

Ο ίδιος ο πρόεδρος Μπάιντεν ενημέρωσε τους ηγέτες της G7 πως υπάρχουν στοιχεία που δείχνουν ότι ο πύραυλος ο οποίος κατέπεσε στο χωριό Σεβόντοφ της νοτιοανατολικής Πολωνίας ήταν αντιαεροπορικός, αποκλιμακώνοντας στην ουσία την ένταση που είχε προκληθεί. Ανάλογες δηλώσεις έκανε και στο Μπαλί κατά τη συνδιάσκεψη των G20. Η ουσία των δηλώσεων Μπάιντεν και του συμπεράσματος των G20 είναι πως η Δύση τάσσεται κατά της εισβολής της Ρωσίας στην Ουκρανία, αλλά άπαξ και δεν απειλείται έδαφος του ΝΑΤΟ, δεν σκέφτεται να εμπλακεί στρατιωτικά, πέραν της οικονομικής και υλικής ενδυνάμωσης του Κιέβου. Με άλλα λόγια η Μόσχα ναι μεν θεωρείται τυπικά υπεύθυνη για το πλήγμα εντός Πολωνίας, μιας και αν δεν είχε επιτεθεί σε ουκρανικό έδαφος τίποτε από όλα αυτά δεν θα είχε συμβεί, όμως οι αποφάσεις περί στρατιωτικής εμπλοκής παραμένουν παραπάνω από λελογισμένες.

Ο Ντμίτρι Πεσκόφ πρόσθεσε στην “κουβέντα” ότι δεν γνωρίζει αν έχουν ενεργοποιηθεί ειδικοί δίαυλοι επικοινωνίας με τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ, αλλά υπογράμμισε ότι η αμερικανική αντίδραση ήταν “συγκρατημένη” σε σύγκριση με αυτή άλλων χωρών, στέλνοντας το μήνυμά του προς πολλαπλούς αποδέκτες. Και το επιμύθιο είναι πως για την ώρα, κανείς εκ των “μεγάλων” δεν επιθυμεί να εμπλακεί σε μια παγκόσμια σύγκρουση.

Για την ώρα, τουλάχιστον.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα