Άντι Μπέρναμ: Το πετυχημένο “Μοντέλο του Μάντσεστερ” που θέλει να εφαρμόσει στην Αγγλία
Διαβάζεται σε 8'
Ο Μπέρναμ έβαλε τέλος στην απορρύθμιση και την ιδιωτικοποίηση των αστικών συγκοινωνιών και ξεκίνησε “αντάρτικο” κατά της κεντρικής κυβέρνησης για τα μέτρα του Covid. Πώς σχεδιάζει να εφαρμόσει το “Μοντέλο του Μάντσεστερ” σε εθνικό επίπεδο.
- 29 Ιουνίου 2026 16:15
Ο Άντι Μπέρναμ αναμένεται να γίνει πρωθυπουργός στις 20 Ιουλίου, αν μέχρι τότε κανείς άλλος βουλευτής των Εργατικών δεν θέσει τον εαυτό του ως υποψήφιο για την πρωθυπουργία της χώρας μετά την αποχώρηση του Κιρ Στάρμερ.
Ο Μπέρναμ, πρώην δημοσιογράφος στη Manchester Evening News, πρώην Δήμαρχος του Μείζονος Μάντσεστερ και πρώην Υφυπουργός και Υπουργός Υγείας επί ηγεσιών Τόνι Μπλερ Γκόρντον Μπράουν, έχει στη “φαρέτρα” του επανεθνικοποίηση των δημοσίων συγκοινωνιών της πόλης τη διοίκηση της οποίας είχε αναλάβει επί σειρά επτά ετών. Επίσης διατέλεσε υπουργός Πολιτισμού, Μέσων Ενημέρωσης και Αθλητισμού όταν και άνοιξε ξανά τον φάκελο της τραγωδίας του Χίλσμπορο.
Υπηρέτησε στο σκιώδες υπουργικό συμβούλιο του Κόρμπιν, ως σκιώδης υπουργός Εσωτερικών, παρά το γεγονός ότι θεωρούνταν μέλος της “κεντροδεξιάς πτέρυγας” του κόμματος, η οποία ασπαζόταν τον Μπλερ. Οι απόψεις του Μπέρναμ έχουν ωστόσο μετακινηθεί ολοένα και περισσότερο προς τα αριστερά, υποστηρίζοντας μεταξύ άλλων την εθνικοποίηση του νερού και της ενέργειας.
Αυτή τη στιγμή θεωρείται ως ένας από τους πλέον δημοφιλείς πολιτικούς στη Βρετανία, και δη, στο Εργατικό Κόμμα. Από το 2021 έχει προσπαθήσει να αναλάβει την ηγεσία του κόμματος χωρίς να τα καταφέρνει, ωστόσο με την αυξανόμενη δυσαρέσκεια προς το πρόσωπο του Κιρ Στάρμερ και την κυβέρνησή του, αναφερόταν διαρκώς ως ο πιθανός διάδοχος ως ηγέτης και πρωθυπουργός.
Τον Ιανουάριο του 2026, ο Μπέρναμ ανακοίνωσε την πρόθεσή του να επιστρέψει στη Βουλή. Ωστόσο, η Εθνική Εκτελεστική Επιτροπή του Εργατικού Κόμματος, υπό την προεδρία του Κιρ Στάρμερ, μπλόκαρε την υποψηφιότητα του Μπέρναμ για τη βουλευτική έδρα και πρότεινε άλλον υποψήφιο. Εντέλει οι Εργατικοί έχασαν την έδρα της περιφέρειας Γκόρντον και Ντέντον η οποία πήγε στους Πράσινους. Τελικά ο Μπέρναμ έγινε βουλευτής ξανά στις 19 Μαΐου 2026 μετά την παραίτηση του Τζος Σίμονς υπό κατηγορίες για καμπάνια δυσφήμισης κατά δημοσιογράφων.
Η επιτυχημένη του καριέρα ως Δήμαρχος και το “αντάρτικο” του Covid
Ως Δήμαρχος στο Μάντσεστερ ο Μπέρναμ έλαβε τα εύσημα για τον μετασχηματισμό του συστήματος μεταφορών της περιοχής. Υπό την ηγεσία του, το Μείζον Μάντσεστερ (Greater Manchester) ήταν η πρώτη περιοχή στην Αγγλία εκτός Λονδίνου που επανέφερε τις υπηρεσίες λεωφορείων υπό δημόσιο έλεγχο, ενώ παράλληλα τις ενσωμάτωσε στο “Δίκτυο Μέλισσας” – Bee Network μαζί με το τραμ.
Τι σημαίνει αυτό; Πρακτικά, οι ιδιωτικές εταιρείες λεωφορείων (όπως η Stagecoach) δεν λειτουργούν πια ανεξέλεγκτα για το δικό τους κέρδος, αλλά υποβάλλουν προσφορές (bids) για να εκτελέσουν τα δρομολόγια που ορίζει το δημόσιο, αμειβόμενες βάσει συμβολαίου. Ακόμη, θεσπίστηκε ανώτατο όριο (πλαφόν) £2 για κάθε μονή διαδρομή, μειώνοντας δραστικά το κόστος μετακίνησης για τους πολίτες, ενώ παράλληλα ξεκίνησε η αντικατάσταση του στόλου με σύγχρονα, δημόσια ηλεκτρικά λεωφορεία.
Το προφίλ του ενδυναμώθηκε εν μέσω πανδημίας covid-19, όταν και κατηγόρησε ανοιχτά την κεντρική διοίκηση των Συντηρητικών ότι αδικεί τη Βόρεια Αγγλία. Κάνοντας “αντάρτικο”, αρνήθηκε να δεχτεί το υψηλότερο επίπεδο περιορισμών (Tier 3) χωρίς επαρκή οικονομική στήριξη για τους εργαζομένους και τις τοπικές επιχειρήσεις που έκλειναν. Θεώρησε άδικο να χρησιμοποιηθεί η Βόρεια Αγγλία ως πειραματικό πεδίο για την εφαρμογή αυστηρότερων μέτρων χωρίς ουσιαστικές ενισχύσεις, την ώρα που το Λονδίνο ήταν σε περιορισμό Tier 2 με ελαφρύτερους περιορισμούς.
Απαίτησε πακέτα οικονομικής ενίσχυσης αξίας 90 εκατομμυρίων λιρών (έναντι 60 που του προσέφεραν) για να προστατευτούν οι θέσεις εργασίας χαμηλόμισθων (εργαζόμενοι σε παμπ, οδηγοί ταξί, κ.ά.), κατηγορώντας την κεντρική κυβέρνηση ότι αδιαφορεί για τους πλέον ευάλωτους. Υποστήριξε δε ότι ο σχεδιασμός ήταν υπερβολικά συγκεντρωτικός (London-centric) και ότι τα μέτρα επιβλήθηκαν χωρίς συνεννόηση, οδηγώντας τις τοπικές κοινωνίες σε οικονομική εξαθλίωση. Συγκεκριμένα, αρνήθηκε να υπογράψει το έγγραφο της συμφωνίας για τα μέτρα στο Μάντσεστερ, αξιώνοντας περισσότερες επιδοτήσεις. Ακολούθως ο Μπόρις Τζόνσον ανακοίνωσε αυστηρότερα μέτρα για την περιοχή. Μάλιστα, διέρρευσε πως η κυβέρνηση έκοψε τη χρηματοδότηση του Μάντσεστερ από τα £60 στα £22 εκατομμύρια ως αντίποινα. Ο Μπέρναμ ανακοίνωσε τη διαρροή ζωντανά μπροστά τις κάμερες και εν συνεχεία αρνήθηκε την αστυνόμευση της επιβολής των μέτρων εκ μέρους της Τοπικής Αστυνομίας (Greater Manchester Police).
Ήταν επίσης εκείνος που διαμαρτυρήθηκε για τη μη συμμετοχή Δημάρχων και εκπροσώπων της τοπικής αυτοδιοίκησης στις συνεδριάσεις της κυβερνητικής επιτροπής έκτακτης ανάγκης Cobra, με αποτέλεσμα η κεντρική διοίκηση να μην έχει τελικά ιδέα για τις κατά τόπους ανάγκες.
Ως εκ τούτου, ο Μπέρναμ χαρακτηρίστηκε ως “ο Βασιλιάς του Βορρά”.
Μοντέλο αποκέντρωσης
Πλέον, ο Μπέρναμ αναμένεται να παρέχει μεγαλύτερες εξουσίες στους Δημάρχους με περισσότερα κονδύλια όσον αφορά την κοινωνική στέγαση, την πρόνοια και την εκπαίδευση, με την τοπική αυτοδιοίκηση να έχει την εξουσία και τον έλεγχο των προϋπολογισμών οι οποίοι θα φύγουν από την κεντρική εξουσία ως προς το σκέλος της σύνταξής τους. Η αποκέντρωση εξουσιών είναι άλλωστε στο επίκεντρο του προγράμματός του για την κυβέρνηση.
Συνολικά ο Μπέρναμ αναμένεται να ζητήσει μια νέα πολιτική κουλτούρα που θα εστιάζει στον τόπο (την κοινότητα) και σε μακροπρόθεσμες συνεργασίες ανάμεσα στο Δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα, όπως προσπάθησε να πράξει στο Μάντσεστερ. Πρόκειται για αυτό που περιγράφει ως “Μοντέλο του Μείζονος Μάντσεστερ”, με μια συνεργασία μεταξύ κυβέρνησης, επιχειρήσεων, πανεπιστημίων και κοινοτήτων, αν και δεν είναι ακόμα σαφές πώς ακριβώς θα λειτουργήσει αυτό σε εθνικό επίπεδο.
Σε τοπικό επίπεδο κομητείας, το “Μοντέλο του Μείζονος Μάντσεστερ” περιελάμβανε σύμπραξη των 10 δημοτικών κοινοτήτων της Περιφέρειας, με τοπικές επενδύσεις εκ μέρους του ιδιωτικού τομέα. Τα 5 μεγάλα ακαδημαϊκά ιδρύματα της περιοχής ενισχύθηκαν ως προς το ερευνητικό τους έργο, ενώ στη θεσμική συμμαχία και στις αποφάσεις της μετείχε και η κοινωνία των πολιτών με εκπροσώπους της. Βάσει του μοντέλου, τα σχολεία και οι τεχνικές σχολές συνδέθηκαν άμεσα με τις ανάγκες των τοπικών επιχειρήσεων για να μειωθεί άμεσα η ανεργία.
Κατόπιν διαπραγματεύσεων, η κεντρική κυβέρνηση παραχώρησε στο Μάντσεστερ τον έλεγχο δισεκατομμυρίων λιρών και τη λήψη αποφάσεων σε κρίσιμους τομείς. Το Μάντσεστερ έγινε η πρώτη περιφέρεια στην Αγγλία που ανέλαβε τη διαχείριση του τοπικού προϋπολογισμού του Εθνικού Συστήματος Υγείας (NHS). Επίσης, πέραν από την επανεθνικοποίηση των Μέσων Μεταφοράς, πέτυχε την ανάληψης της διαχείρισης κονδυλίων για την ανέγερση προσιτών κατοικιών και την ανάπλαση υποβαθμισμένων περιοχών.
Σύμφωνα με οικονομικά δεδομένα, το Μάντσεστερ κατάφερε να παρουσιάσει ρυθμούς ανάπτυξης και αύξησης της παραγωγικότητας που ξεπέρασαν τον εθνικό μέσο όρο του Ηνωμένου Βασιλείου.
Επίσης έχει δεσμευθεί πως θα συνεχίσει τις βελτιώσεις στο εκπαιδευτικό σύστημα για να διασφαλίσει την ισοτιμία μεταξύ της ακαδημαϊκής και της τεχνικής εκπαίδευσης.
Οι εκ των έσω πιέσεις
Ο Μπέρναμ έχει αφήσει να εννοηθεί ότι θα τηρήσει τους ισχύοντες δημοσιονομικούς κανόνες που έχει θέσει η νυν υπουργός Οικονομικών Ρέιτσελ Ριβς. Σύμφωνα με τους κανόνες αυτούς η κυβέρνηση απαγορεύεται να δανείζεται χρήματα για να καλύψει λειτουργικά έξοδα, όπως οι μισθοί των γιατρών, των δασκάλων και των αστυνομικών. Αυτά τα λειτουργικά κόστη θα πρέπει να χρηματοδοτούνται αποκλειστικά και μόνο από τα τρέχοντα έσοδα του κράτους, δηλαδή από τους φόρους που πληρώνουν οι πολίτες και οι επιχειρήσεις.
Πρακτικά λοιπόν, οι πιέσεις στον προϋπολογισμό της κυβέρνησης και το υψηλό κόστος δανεισμού σημαίνουν ότι ο Μπέρναμ ή οποιοσδήποτε άλλος πρωθυπουργός, έχει περιορισμένα οικονομικά περιθώρια για την επιδίωξη πολιτικών στόχων. Πολλοί βουλευτές των Εργατικών στα αριστερά του κόμματος τον έχουν καλέσει να χαλαρώσει τους “αυτοεπιβαλλόμενους” κανόνες της Ριβς για να επιτρέψουν περισσότερες δαπάνες. Σε κάθε περίπτωση η Ριβς θα αντικατασταθεί.
Παράλληλα, ένα άλλο “αγκάθι” για τον Μπέρναμ είναι οι αμυντικές δαπάνες για τις οποίες έχει δεχθεί πίεση ως προς την αύξησή τους. Την Κυριακή, ο πρώην Αρχηγός του Επιτελείου Άμυνας, Ναύαρχος Σερ Τόνι Ράντακιν, κάλεσε τον Μπέρναμ να δεσμευτεί για την αύξηση των αμυντικών επενδύσεων στο 3,5% του ΑΕΠ έως το 2035, εάν αναλάβει πρωθυπουργός.
Αξίζει να σημειωθεί πως ο Άντι Μπέρναμ υπόσχεται να μεταφέρει τμήματα του πρωθυπουργικού γραφείου στο Μάντσεστερ για να “σπάσει” ο “υδροκεφαλισμός” του Λονδίνου.