Διπλωματική κρίση Βρετανίας και Ισραήλ με φόντο τη Δυτική Όχθη – Κυρώσεις και αντίποινα
Διαβάζεται σε 10'
Νέα εποχή για τις διπλωματικές σχέσεις Ισραήλ–Βρετανίας, με το Τελ Αβίβ να ανακοινώνει σειρά αντιμέτρων μετά τις βρετανικές κυρώσεις για τους εποικισμούς στη Δυτική Όχθη.
- 08 Σεπτεμβρίου 2026 23:32
Σε νέα φάση εισέρχονται από σήμερα οι σχέσεις Βρετανίας – Ισραήλ, μετά τις βρετανικές εμπορικές κυρώσεις σε εποικισμούς και τις κατηγορίες για «εθνοκάθαρση» στη Δυτική Όχθη και την ανακοίνωση του ισραηλινού ΥΠΕΞ, Γκίντεον Σάαρ ότι κλείνει το βρετανικό προξενείο στην ανατολική Ιερουσαλήμ, ένα από τα τέσσερα «αντίποινα» που ανακοίνωσε χρησιμοποιώντας σκληρή γλώσσα κατά των Εργατικών, τους οποίους έθεσε στο επίκεντρο της κριτικής του.
Το κλείσιμο μιας μακροχρόνιας και κομβικής διπλωματικής αποστολής, όπως το βρετανικό προξενείο στην Ιερουσαλήμ, θεωρείται ασυνήθιστο και ιδιαίτερα σημαντικό μέτρο, το οποίο, απ’ όσο είναι γνωστό, ελήφθη χωρίς καμία προηγούμενη προειδοποίηση προς το Λονδίνο, σημειώνει η Haaretz.
Η πρωτοφανής αυτή κλιμάκωση, γίνεται ακόμη πιο εμφανής αν συγκρίνουμε προηγούμενα περιστατικά, όπως σημειώνει η ισραηλινή εφημερίδα. Ακόμη και στο αποκορύφωμα της διπλωματικής κρίσης με την Τουρκία το 2018, το Ισραήλ περιορίστηκε στην απέλαση του γενικού προξένου και δεν προχώρησε στο κλείσιμο της ίδιας της διπλωματικής αποστολής, η οποία εξακολουθεί να λειτουργεί στην Ιερουσαλήμ μέχρι σήμερα, παρά τις εντάσεις μεταξύ των δύο χωρών.
Ισραηλινοί αξιωματούχοι εκτιμούν ότι η κίνηση αυτή θα συναντήσει ισχυρές νομικές αντιδράσεις από τη Βρετανία, η οποία δεν αναγνωρίζει την ισραηλινή κυριαρχία στην Ανατολική Ιερουσαλήμ – θέση που επισημαίνεται ακόμη και στην επίσημη ιστοσελίδα του προξενείου – και ως εκ τούτου ενδέχεται να υποστηρίξει ότι η Ιερουσαλήμ δεν έχει τη νομική αρμοδιότητα να απελάσει διπλωμάτες από έδαφος που δεν τελεί υπό την κυριαρχία της.
Από την πλευρά της, η Παλαιστινιακή Προεδρία χαιρέτισε την απόφαση της βρετανικής κυβέρνησης για τις κυρώσεις. Σε ανακοίνωσή της χαρακτήρισε την απόφαση «σημαντικό βήμα για την αντιμετώπιση του αποικιοκρατικού συστήματος εποικισμών του Ισραήλ και των παραβιάσεων του διεθνούς δικαίου σε βάρος του παλαιστινιακού λαού».
Η Παλαιστινιακή Προεδρία εξήρε επίσης τη δέσμευση του Βρετανού υπουργού Εξωτερικών στη λύση των δύο κρατών και στη διατήρηση της προοπτικής ίδρυσης παλαιστινιακού κράτους.
Μια σειρά από χώρες ανακοίνωσαν νωρίτερα την Τρίτη ότι προτίθενται να απαγορεύσουν τις εισαγωγές προϊόντων που προέρχονται από τους ισραηλινούς οικισμούς. Στην κοινή δήλωση συμμετέχουν ο Καναδάς, η Δανία, η Φινλανδία, η Γαλλία, η Ισλανδία, η Ιρλανδία, η Νορβηγία, η Πολωνία, η Πορτογαλία, η Σουηδία και η Βρετανία.
Σε κοινή ανακοίνωση αναφέρεται ότι η απόφαση ελήφθη λόγω «του πρωτοφανούς επιπέδου βίας από εποίκους και της επέκτασης της οικοδόμησης οικισμών».
Τη δήλωση συνυπογράφει και η Ισπανία, παρότι έχει ήδη επιβάλει αντίστοιχες κυρώσεις. Παρόμοια μέτρα έχει επίσης ανακοινώσει στο παρελθόν και η Ολλανδία.
Η Βρετανία, όπως μετέδωσε τη Δευτέρα η Haaretz, ανακοίνωσε επίσης ότι θα διευρύνει το καθεστώς κυρώσεών της, ώστε να μπορεί να επιβάλλει μέτρα σε οντότητες και πρόσωπα που εμπλέκονται όχι μόνο στη βία εποίκων, αλλά και στην επέκταση, την οικοδόμηση ή τη χρηματοδότηση οικισμών. Η κίνηση αυτή αποσκοπεί στο να στείλει μήνυμα σε εταιρείες που εξετάζουν το ενδεχόμενο να συμμετάσχουν σε διαγωνισμό κατασκευής στην περιοχή E1 ότι ενδέχεται να βρεθούν αντιμέτωπες με βρετανικές κυρώσεις.
Η Βρετανία έχει επίσης υιοθετήσει τη γνωμοδότηση του 2024 του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, σύμφωνα με την οποία η ισραηλινή κατοχή των παλαιστινιακών εδαφών στη Δυτική Όχθη και τη Γάζα είναι παράνομη.
Τα δύο πρακτικά μέτρα που ανακοίνωσαν οι Βρετανοί – η δυνατότητα επιβολής κυρώσεων σε οντότητες και πρόσωπα που συμβάλλουν και προωθούν την επέκταση των οικισμών, καθώς και η απαγόρευση εισαγωγών από τους οικισμούς – απαιτούν νομοθετική διαδικασία, η οποία αναμένεται να διαρκέσει από έξι έως εννέα μήνες.
Η νομοθετική αυτή διαδικασία περιπλέκεται από την προσπάθεια της βρετανικής κυβέρνησης να διαχωρίσει το εμπόριο με τους οικισμούς από εκείνο με παλαιστινιακές πόλεις και χωριά. Ένα ακόμη ζήτημα που θα πρέπει να ρυθμιστεί είναι ποιος θα φέρει την ευθύνη να αποδεικνύει ότι η προέλευση ενός συγκεκριμένου προϊόντος δεν είναι από τους οικισμούς – ο Ισραηλινός εξαγωγέας, ο Βρετανός εισαγωγέας ή κάποια άλλη οντότητα.
Μπέρναμ: Η Βρετανία θα συνεχίσει να ενεργεί υπερασπιζόμενη τις αξίες της
Ο Άντι Μπέρναμ δήλωσε ότι η Βρετανία θα «συνεχίσει να ενεργεί υπερασπιζόμενη τις αξίες μας», μετά την ανακοίνωση από την κυβέρνησή του σειράς κυρώσεων κατά του Ισραήλ.
Συγκεκριμένα, ο Βρετανός πρωθυπουργός δήλωσε τα εξής:
«Σε έναν κόσμο που γίνεται ολοένα και πιο ασταθής, η Βρετανία πρέπει να είναι πρόθυμη να ηγηθεί. Αυτό περιμένει ο βρετανικός λαός, όπως και οι διεθνείς εταίροι μας, και είμαι αποφασισμένος η κυβέρνησή μου να συνεχίσει να ενεργεί για την υπεράσπιση των αξιών μας.
Σήμερα προχωρούμε σε στοχευμένα μέτρα, τα οποία δεν στρέφονται κατά του ισραηλινού λαού, αλλά αποσκοπούν στη στήριξη της λύσης των δύο κρατών και της προοπτικής Ισραηλινοί και Παλαιστίνιοι να ζουν πλάι πλάι ειρηνικά.
Τα δεινά του παλαιστινιακού λαού αποτελούν πληγή στη συνείδηση του κόσμου. Αθώοι Παλαιστίνιοι, μεταξύ τους και παιδιά, συνεχίζουν να σκοτώνονται στη Γάζα. Παράλληλα, εξακολουθεί να υφίσταται ανθρωπιστική κρίση, καθώς η ανθρωπιστική βοήθεια που εισέρχεται παραμένει πολύ μικρότερη από όση απαιτείται.
Γι’ αυτό αναλαμβάνουμε δράση και γι’ αυτό η Βρετανία θα συνεχίσει να ενεργεί υπερασπιζόμενη τις αξίες μας».
Μπέρναμ, Μακρόν και Κάρνεϊ: Η συντονισμένη δράση προστατεύει τη λύση των δύο κρατών
Οι ηγέτες του Ηνωμένου Βασιλείου, της Γαλλίας και του Καναδά προχώρησαν σε κοινή ανακοίνωση σχετικά με τις συντονισμένες κυρώσεις σε βάρος των ισραηλινών οικισμών στη Δυτική Όχθη.
Στην ανακοίνωση του πρωθυπουργού Άντι Μπέρναμ, του προέδρου Εμανουέλ Μακρόν και του πρωθυπουργού Μαρκ Κάρνεϊ αναφέρεται ότι η κίνησή τους «σηματοδοτεί μια ακόμη καμπή στην προσέγγισή μας για την προστασία της λύσης των δύο κρατών».
«Ήρθε η ώρα να αναλάβουμε περαιτέρω δράση, προκειμένου να τηρήσουμε τη δέσμευσή μας για την προστασία της λύσης των δύο κρατών, των συμφερόντων μας και των αξιών μας, προτού να είναι πολύ αργά».
Στην ανακοίνωση, οι τρεις ηγέτες χαρακτηρίζουν τη λύση των δύο κρατών «κρίσιμη για την ειρήνη, τη σταθερότητα και την ασφάλεια στη Μέση Ανατολή και πέραν αυτής», καθώς και προς το εθνικό συμφέρον του Ηνωμένου Βασιλείου, της Γαλλίας και του Καναδά.
«Η συστηματική επέκταση των οικισμών στη Δυτική Όχθη, συμπεριλαμβανομένης της τελευταίας απόφασης της κυβέρνησης του Ισραήλ να προωθήσει τον οικισμό E1, καθώς και η δραματική αύξηση της βίας των εποίκων, συνιστούν άμεση και επείγουσα απειλή για αυτό το όραμα ειρήνης», αναφέρουν.
Η ανακοίνωση προσθέτει: «Με αυτή τη συντονισμένη δράση επαναλαμβάνουμε την επιθυμία μας για μια στενή και παραγωγική συνεργασία με το Ισραήλ, τη διαρκή στήριξή μας προς τον ισραηλινό λαό και την αταλάντευτη δέσμευσή μας στην ασφάλεια του Ισραήλ».
Οι τρεις ηγέτες αναφέρουν επίσης ότι αργότερα μέσα στον μήνα θα συμπροεδρεύσουν σε συνάντηση στο πλαίσιο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, «για να προωθήσουμε τις προσπάθειές μας και να επιδιώξουμε την ειρήνη».
Το Λονδίνο κατηγόρησε το Ισραήλ ότι “κλείνει τα μάτια” σε μια “εθνοκάθαρση” στη Δυτική Όχθη
Ο Βρετανός υπουργός Εξωτερικών Εντ Μίλιμπαντ κατηγόρησε νωρίτερα την Τρίτη την ισραηλινή κυβέρνηση ότι «κλείνει τα μάτια» σε «εθνοκάθαρση» που διαπράττουν έποικοι στη Δυτική Όχθη ανακοινώνοντας την απαγόρευση εισαγωγών αγαθών από εποικισμούς στα κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη.
«Η βρετανική κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι μια εθνοκάθαρση βρίσκεται σε εξέλιξη στη Δυτική Όχθη, η οποία διαπράττεται από τρομοκράτες εποίκους. Και πολύ συχνά, η ισραηλινή κυβέρνηση κλείνει τα μάτια σε αυτή την κατάσταση. Ακόμα χειρότερα, ορισμένα από τα μέλη της έχουν κάνει δηλώσεις και έχουν λάβει μέτρα που αποσκοπούν στην υποστήριξη του αναγκαστικού εκτοπισμού Παλαιστινίων», δήλωσε ο Μίλιμπαντ μιλώντας στη Βουλή των Κοινοτήτων.
«Ως εκ τούτου, μπορώ να ανακοινώσω σήμερα ότι θα επιβάλουμε απαγόρευση εισαγωγής προϊόντων από παράνομους οικισμούς στα κατεχόμενα εδάφη», είπε, σε μια συντονισμένη κίνηση με άλλες χώρες.
Όπως δήλωσε ο Μίλιμπαντ στη Βουλή των Κοινοτήτων, η Βρετανία δεν μπορεί πλέον απλώς να «καταγγέλλει» την αδικία και τα βάσανα, σημειώνοντας ότι η χώρα πρέπει τώρα να «δράσει» για να αντιταχθεί στην επέκταση των οικισμών.
«Σήμερα αρνούμαστε να είμαστε θεατές σε περαιτέρω βάσανα και στην καταστροφή της λύσης των δύο κρατών», δήλωσε ο Μίλιμπαντ.
Οι επιθετικές δηλώσεις Σάαρ και τα μέτρα που ανακοίνωσε κατά της Βρετανίας
Μετά τις παραπάνω εξελίξεις, ο Γκίντεον Σάαρ ανακοίνωσε ότι το Ισραήλ θα κλείσει το βρετανικό προξενείο στην Ανατολική Ιερουσαλήμ και θα απομακρύνει Βρετανούς εκπροσώπους από το διεθνές κέντρο στην Κιριάτ Γκατ.
Επιπλέον, ο Σάαρ ανακοίνωσε ότι το Ισραήλ θα τερματίσει τη βρετανική δραστηριότητα για την εκπαίδευση δυνάμεων της Παλαιστινιακής Αρχής από τη “Βρετανική Ομάδα Υποστήριξης στη Ραμάλα” και θα απαγορεύσει την είσοδο στο Ισραήλ σε 12 ακόμη Βρετανούς δημόσιους αξιωματούχους και πολίτες, οι οποίοι, όπως είπε, “εμπλέκονται σε αντισημιτική και αντι-ισραηλινή δραστηριότητα, καθώς και σε όσους αρνούνται την ίδια την ύπαρξη του κράτους του Ισραήλ”.
Στους 12 Βρετανούς συμπεριλαμβάνεται και ο Τζέρεμι Κόρμπιν, ο πρώην ηγέτης των Εργατικών που έχει εκφραστεί συχνά υπέρ των Παλαιστινίων.
Ο Σάαρ επέκρινε έντονα την ανακοίνωση 12 ευρωπαϊκών χωρών για απαγόρευση εισαγωγών από τους οικισμούς και επιβολή κυρώσεων σε οντότητες που εμπλέκονται στην επέκτασή τους, χαρακτηρίζοντάς την αντισημιτική.
Υποστήριξε ότι οι δηλώσεις του Βρετανού υπουργού Εξωτερικών Εντ Μίλιμπαντ για το ζήτημα συνιστούν «εξωφρενικά ψέματα» και ότι η κίνηση είναι «ηθικά στρεβλή και συνιστά απροκάλυπτη παρέμβαση στις υποθέσεις ενός κυρίαρχου κράτους και στην εκλογική του διαδικασία».
Παράλληλα, κατηγόρησε τη Βρετανία ότι αγνοεί την παλαιστινιακή τρομοκρατία και τη βρετανική κυβέρνηση ότι τροφοδοτεί τον αντισημιτισμό. Χαρακτήρισε την κυβέρνηση των Εργατικών «εχθρική» και υποστήριξε ότι «εργάζεται συστηματικά εναντίον του κράτους του Ισραήλ».
Ο Σάαρ δήλωσε επίσης ότι η βρετανική κυβέρνηση επέλεξε να ανακοινώσει τα μέτρα αυτά παραμονές των ιερότερων ημερών του εβραϊκού ημερολογίου και λίγο πριν από το συνέδριο του Εργατικού Κόμματος.
Κατηγόρησε την κυβέρνηση για «απροκάλυπτη παρέμβαση στις υποθέσεις ενός κυρίαρχου κράτους και στην εκλογική του διαδικασία», προσθέτοντας ότι αυτή η στάση φέρει «απόηχους» «αντισημιτικών πολέμων».
Η κίνηση των Εργατικών είναι «ιδιαίτερα παράλογη», υποστήριξε, επειδή, όπως είπε, ήταν η Διακήρυξη Μπάλφουρ της βρετανικής κυβέρνησης το 1917 εκείνη που αναγνώρισε επίσημα «το ιστορικό δικαίωμα του εβραϊκού λαού να επανιδρύσει την εθνική του εστία στη γη του Ισραήλ».
Ο Σάαρ χαρακτήρισε «απεχθές» το βρετανικό μποϊκοτάζ ισραηλινών προϊόντων, προτού αναφερθεί στα σχέδια για τον οικισμό E1, ανατολικά της Ιερουσαλήμ, τον οποίο ο Μίλιμπαντ ανακοίνωσε ότι θα επιδιώξει να σταματήσει.
Όπως είπε, «δεν έχουν ληφθεί νέες αποφάσεις» σχετικά με αυτά τα σχέδια, σε αντίθεση με όσα ανακοίνωσε η βρετανική κυβέρνηση.
Στη συνέχεια, ο Ισραηλινός υπουργός Εξωτερικών κατηγόρησε το Εργατικό Κόμμα ότι επιχειρεί μια «απροκάλυπτη και απολύτως απαράδεκτη προσπάθεια» άσκησης επιρροής κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας.
Τέλος, δήλωσε πως η ισραηλινή κοινή γνώμη αντιτίθεται συντριπτικά στη δημιουργία παλαιστινιακού κράτους «στην καρδιά της γης μας», κάτι που, όπως ισχυρίστηκε, η κυβέρνηση των Εργατικών επιχειρεί να «επιβάλει στο Ισραήλ».