FT: Πώς το “φρένο” των ΗΠΑ στους πυραύλους μεγάλου βεληνεκούς αφήνει εκτεθειμένη την Ευρώπη
Διαβάζεται σε 6'
Με κενά ασφαλείας μένει η Ευρώπη χωρίς την ανάπτυξη του αμερικανικού τάγματος με πυραύλους μεγάλου βεληνεκούς. Τι ανησυχεί την Γερμανία.
- 03 Μαΐου 2026 23:02
Η Ευρώπη γνώριζε ήδη ότι πρέπει να αναπτύξει δικά της πυραυλικά συστήματα μεγάλου βεληνεκούς. Ωστόσο, φαίνεται πως ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, και οι απροσδόκητες αποφάσεις του, την αιφνιδίασαν.
Μια αντιπαράθεση μεταξύ του Τραμπ και του Γερμανού καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς, για τον πόλεμο στο Ιράν, οδήγησε τον Αμερικανό πρόεδρο στην απόφαση να αποσύρει 5.000 στρατιώτες από τη Γερμανία.
Ταυτόχρονα, οδήγησε την Ουάσινγκτον στηνακύρωση της ανάπτυξης αμερικανικής δύναμης εξοπλισμένης με διάφορους τύπους όπλων μεγάλου βεληνεκούς, κάτι που φαίνεται [πως ανησυχεί το Βερολίνο ακόμα περισσότερο από την απόσυρση των Αμερικανών στρατιωτών.
Η ακύρωση αυτή, όπως γράφουν οι Financial Times, αφήνει την Ευρώπη με ένα εμφανές κενό ασφάλειας – ένα κενό που, σύμφωνα με αναλυτές, θα γίνει δεκτό με ικανοποίηση στη Μόσχα.
Το σχέδιο για την ανάπτυξη ενός αμερικανικού τάγματος με πυραύλους Tomahawk μεγάλου βεληνεκούς στη Γερμανία, το οποίο έχει εγκαταλειφθεί, αποτελεί ένα πλήγμα για το Βερολίνο, το οποίο είχε πιέσει για την κίνηση αυτή ως ισχυρό αποτρεπτικό μέσο κατά της Ρωσίας.
«Το μήνυμα που στέλνεται στο Κρεμλίνο είναι ότι οι ΗΠΑ υποχωρούν από τον κεντρικό τους ρόλο ως εγγυητής της ευρωπαϊκής ασφάλειας», δήλωσε ο Κάρλο Μασάλα, καθηγητής διεθνούς πολιτικής στο Πανεπιστήμιο της Bundeswehr στο Μόναχο. «Το γνωρίζαμε ήδη. Τώρα όμως αποτυπώνεται και σε επίπεδο στρατιωτικών δυνατοτήτων».
Η ανάπτυξη αυτή, που είχε σχεδιαστεί επί προεδρίας Μπάιντεν και επρόκειτο να πραγματοποιηθεί εντός του έτους στη Γερμανία, στόχευε στην ενίσχυση της αποτρεπτικής ισχύος του ΝΑΤΟ έναντι της Ρωσίας, ενώ έξι ευρωπαϊκές χώρες εργάζονταν παράλληλα για την ανάπτυξη δικών τους συστημάτων.
Όπως επισημαίνουν οι Financial Times στο δημοσίευμά τους, η αιφνιδιαστική απόφαση του Τραμπ να ακυρώσει το σχέδιο ενίσχυσε έναν βασικό φόβο στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες: ότι οι ΗΠΑ θα αποσύρουν οπλικά συστήματα ταχύτερα απ’ ό,τι η Ευρώπη μπορεί να αναπτύξει εναλλακτικές λύσεις.
Οι πύραυλοι μεγάλου βεληνεκούς αποτελούν ένα από τα κρίσιμα οπλικά συστήματα που οι ευρωπαϊκές χώρες καλούνται πλέον να αναπτύξουν μόνες τους, ύστερα από δεκαετίες εξάρτησης από τις ΗΠΑ.
Το Πεντάγωνο αρνήθηκε, επίσης, να παράσχει στο ΝΑΤΟ σαφές χρονοδιάγραμμα για την απόσυρση και άλλων κρίσιμων συστημάτων από την Ευρώπη, όπως τα συστήματα αντιαεροπορικής και αντιπυραυλικής άμυνας, οι στρατηγικές αερομεταφορές και οι δορυφορικές πληροφορίες. Αυτό προκαλεί ανησυχία στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, οι οποίες χρειάζονται σαφή εικόνα για το ποιες επενδύσεις πρέπει να δώσουν προτεραιότητα, σύμφωνα με αξιωματούχους άμυνας.
Αν ο Τραμπ προχωρήσει σε περαιτέρω αποσύρσεις δυνατοτήτων χωρίς συνολικό σχέδιο, ενδέχεται να δημιουργηθούν μεγάλα και επικίνδυνα κενά στην ευρωπαϊκή ασφάλεια για χρόνια, όσο οι κυβερνήσεις προσπαθούν να αναπτύξουν, να δοκιμάσουν και να αναπτύξουν εγχώριες λύσεις.
«Το μήνυμα που εκπέμπεται είναι εξαιρετικά αρνητικό… είναι εφιαλτικό», δήλωσε η Ούλρικε Φράνκε, ανώτερη συνεργάτιδα πολιτικής στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Εξωτερικών Σχέσεων. «Πρόκειται για ένα στρατιωτικό κενό που είχε εντοπιστεί από το ΝΑΤΟ και τη Γερμανία, ένα κομμάτι ενός ευρύτερου σχεδίου που είχε λογική συνοχή… Και τώρα ο Τραμπ, με μια πολιτική κατεδάφισης, τα διαλύει όλα».
«Το να γίνεται αυτό αποσπασματικά και χωρίς σχέδιο… είναι πολύ χαρακτηριστικό του Τραμπ», πρόσθεσε. «Υπάρχει ένα κενό δυνατοτήτων που δεν πρόκειται να καλυφθεί σύντομα».
Το σχέδιο από το 2024 και η “προσωρινή λύση”
Το σχέδιο για την προσωρινή ανάπτυξη ενός αμερικανικού τάγματος εξοπλισμένου με πυραύλους μεγάλου βεληνεκούς στη Γερμανία ανάγεται σε μια προσεκτικά συντονισμένη ανακοίνωση στη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ στην Ουάσινγκτον το 2024.
Ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ Τζο Μπάιντεν και ο Γερμανός καγκελάριος Όλαφ Σολτς είχαν δηλώσει ότι η αποστολή των στρατευμάτων – εξοπλισμένων με πυραύλους κρουζ Tomahawk με εμβέλεια άνω των 1.500 χιλιομέτρων, βαλλιστικούς πυραύλους SM-6 και ένα νέο υπερηχητικό όπλο μεγάλου βεληνεκούς με την ονομασία Dark Eagle – θα «αποδείξει τη δέσμευση των Ηνωμένων Πολιτειών στο ΝΑΤΟ και τη συμβολή τους στην ενιαία ευρωπαϊκή αποτροπή».
Την επόμενη ημέρα, η Γερμανία, η Γαλλία, η Πολωνία, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ιταλία ανακοίνωσαν την πρόθεσή τους να συνεργαστούν για την ανάπτυξη μιας σειράς πυραύλων κρουζ και βαλλιστικών πυραύλων μεσαίου και μεγάλου βεληνεκούς, στο πλαίσιο ενός προγράμματος με την ονομασία ELSA. Αργότερα προσχώρησε και η Σουηδία.
Η απόφαση για την εγκατάσταση αμερικανικών όπλων μεγάλου βεληνεκούς σε γερμανικό έδαφος – για πρώτη φορά μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου – ήταν ιδιαίτερα ευαίσθητη για τον Σολτς, ο οποίος κατά τη διάρκεια της τριετούς θητείας του ήταν ιδιαίτερα προσεκτικός απέναντι σε οτιδήποτε θα μπορούσε να εκληφθεί από τη Μόσχα ως κλιμάκωση από το Βερολίνο.
Ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν, ο οποίος την περασμένη εβδομάδα είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Τραμπ, αντιδρούσε εξαρχής στο σχέδιο της εποχής Μπάιντεν. Το είχε χαρακτηρίσει πρόκληση που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση πυραύλων τύπου Ψυχρού Πολέμου.
Ωστόσο, οι ΗΠΑ και η Γερμανία παρουσίασαν την κίνηση ως απάντηση στην απόφαση του Πούτιν να αναπτύξει πυραύλους Iskander με δυνατότητα πυρηνικής κεφαλής – καθώς και μαχητικά αεροσκάφη εξοπλισμένα με υπερηχητικούς πυραύλους αέρος-εδάφους Kinzhal – στον ρωσικό θύλακα του Καλίνινγκραντ στη Βαλτική, θέτοντας το Βερολίνο εντός εμβέλειας.
Αξιωματούχοι ανέφεραν ότι στόχος ήταν να καταστεί σαφές σε έναν πιθανό επιτιθέμενο πως, σε περίπτωση επίθεσης σε πόλεις της Δυτικής Ευρώπης, ούτε οι δικές του διοικητικές εγκαταστάσεις, αεροδρόμια και θέσεις εκτόξευσης πυραύλων θα ήταν ασφαλείς από αντίποινα.
Η Ουάσινγκτον και το Βερολίνο παρουσίασαν επίσης το σχέδιο ως μια «μεταβατική λύση», έως ότου οι ευρωπαϊκές χώρες αποκτήσουν δικές τους δυνατότητες πλήγματος ακριβείας σε μεγάλο βάθος (DPS), τις οποίες θα μπορούν να χρησιμοποιούν χωρίς την έγκριση των ΗΠΑ.
«Πρέπει να αναλάβουμε εμείς την ευθύνη για την ανάπτυξη τέτοιων συστημάτων», είχε δηλώσει τότε ο υπουργός Άμυνας Μπόρις Πιστόριους, προειδοποιώντας ωστόσο ότι θα χρειαστούν τουλάχιστον πέντε χρόνια για να αναπτύξουν οι Ευρωπαίοι αντίστοιχους πυραύλους.
«Μέχρι τότε, οι Αμερικανοί μας υποστηρίζουν», είχε προσθέσει.
Γερμανοί αξιωματούχοι επιχείρησαν να υποβαθμίσουν τη σημασία της ανακοίνωσης της Παρασκευής, η οποία θέτει σε κίνδυνο ολόκληρη αυτή τη στρατηγική, επισημαίνοντας ότι εδώ και καιρό ήταν σαφές πως η ανάπτυξη των δυνάμεων αυτών αντιμετώπιζε αβεβαιότητα, καθώς οι ΗΠΑ εμφανίζουν αυξανόμενη αμφιθυμία απέναντι στην Ευρώπη. Παράλληλα, ο πόλεμος στο Ιράν έχει ασκήσει έντονη πίεση στα αμερικανικά αποθέματα πυραύλων.
Όπως ανέφεραν, οι ηγέτες του ΝΑΤΟ θα συζητήσουν τρόπους αποφυγής κενών ασφάλειας στη σύνοδο κορυφής της Συμμαχίας που θα πραγματοποιηθεί στην Άγκυρα τον Ιούλιο.
Ωστόσο, είχε σημασία ότι ο Πιστόριους, ο οποίος χαρακτήρισε «αναμενόμενη» την απόφαση για απόσυρση 5.000 Αμερικανών στρατιωτών, δεν έκανε καμία δημόσια αναφορά στην εγκατάλειψη του σχεδίου ανάπτυξης του τάγματος πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς.
Στρατιωτικός αξιωματούχος από άλλη ευρωπαϊκή χώρα δήλωσε ότι, παρότι ο Γερμανός υπουργός Άμυνας «κρατούσε ψύχραιμη στάση», η εξέλιξη αυτή είναι ανησυχητική για ολόκληρη την Ευρώπη. «Δεν αφορά μόνο τη Γερμανία – πρέπει να αξιολογηθεί με βάση τις επιπτώσεις στην αποτροπή και την άμυνα του ΝΑΤΟ», ανέφερε.