Η Μαρίκε Έλερς και η ακροδεξιά της αποστολή στην Ευρώπη
Διαβάζεται σε 7'
Η Έλερς είναι η αρχιτέκτονας της προσπάθειας της πολιτικής ομάδας “Πατριώτες για την Ευρώπη” να παρακάμψει το τοίχος προστασίας κατά της Ακροδεξιάς στην Ευρώπη.
- 09 Ιουνίου 2026 13:29
Η Μαρίκε Έλερς είναι ο άνθρωπος πίσω από την προσπάθεια να μετατρέψει την Ακροδεξιά, μια παράταξη που μέχρι τώρα είχε σκοπό τη διαμαρτυρία και τη σύγκρουση με τις Βρυξέλλες, σε έναν παίκτη που κάθεται στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων και επηρεάζει τη νομοθεσία της Ευρώπης.
Είναι η επικεφαλής κομματικής πειθαρχίας (chief whip) των “Πατριωτών”, της τρίτης μεγαλύτερης δύναμης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, σε μια συγκυρία που η ακροδεξιά κερδίζει όλο και μεγαλύτερο έδαφος και επιρροή, τόσο στα κέντρα αποφάσεων των Βρυξελλών όσο και σε ολόκληρη την ήπειρο.
Ποιοι είναι οι “Πατριώτες για την Ευρώπη”
Οι “Πατριώτες για την Ευρώπη” αποτελούν μια εθνικο-συντηρητική και ευρωσκεπτικιστική πολιτική ομάδα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Έχει καθιερωθεί ως η τρίτη μεγαλύτερη δύναμη στο ευρωκοινοβούλιο, με πάνω από 80 ευρωβουλευτές και εκπροσώπηση από κόμματα πολλά κράτη μέλη.
Απαρτίζεται από κόμματα όπως το Fidesz (Ουγγαρία), το ισπανικό Vox, το γαλλικό Εθνικό Συναγερμό (Rassemblement National) και το Αυστριακό Κόμμα Ελευθερίας (FPÖ). Μέλος της ομάδας είναι η ευρωβουλευτής Αφροδίτη Λατινοπούλου με το κόμμα “Φωνή Λογικής”
Η Έλερς αναλαμβάνει τα καθήκοντά της την ώρα που το λεγόμενο cordon sanitaire (ο “φραγμός ασφαλείας” που είχαν συμφωνήσει οι κεντρώες δυνάμεις για να κρατούν την ακροδεξιά μακριά από τη λήψη αποφάσεων) έχει πλέον καταρρεύσει.
Η “στροφή” στις ευρωεκλογές του 2024 και η “ευκαιρία” που είδε η ακροδεξιά
Η στρατηγική της ακροδεξιάς, όπως γράφει το POLITICO, άλλαξε ριζικά μετά τις ευρωεκλογές του 2024. Η ενίσχυση των “Πατριωτών” επέτρεψε στο κεντροδεξιό Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα (ΕΛΚ) —τη μεγαλύτερη παράταξη του Ευρωκοινοβουλίου— να στρέφεται προς τα δεξιά του για να περνάει νομοθετήματα, γυρίζοντας την πλάτη στους παραδοσιακούς συμμάχους του από την Κεντροαριστερά και τους Φιλελεύθερους.
Αυτή η νέα πραγματικότητα πονοκεφαλιάζει τον επικεφαλής του ΕΛΚ, Μάνφρεντ Βέμπερ. Αν και ορισμένες τάσεις μέσα στην ομάδα του πιέζουν για στενότερη συνεργασία με την ακροδεξιά, ο ίδιος δέχεται έντονες πιέσεις από τον Γερμανό Καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς, ο οποίος προειδοποίησε δημόσια ότι ο Βέμπερ “γνωρίζει καλά πως δεν θέλουμε μια τέτοια συνεργασία” και ότι “αν χρειαστεί, θα υπάρξουν συνέπειες”.
Οι ακροδεξιές δυνάμεις, ωστόσο, είδαν σε αυτή τη συγκυρία μια χρυσή ευκαιρία.
Αντί να παραμείνουν ένα κόμμα διαμαρτυρίας στο περιθώριο της Ευρωβουλής, υιοθέτησαν μια στρατηγική συμβιβασμών και συμμαχιών, με ξεκάθαρο στόχο να μεταφράσουν τα εκλογικά τους κέρδη σε ουσιαστική νομοθετική επιρροή.
Ελάχιστοι έχουν συμβάλει σε αυτή τη στροφή όσο η Έλερς, που έχει επωμιστεί το έργο να μετατρέψει τους 84 ευρωβουλευτές της ομάδας σε έναν αξιόπιστο εταίρο για τη συγκρότηση πλειοψηφιών.
Οι Πατριώτες έχουν ήδη συμμαχήσει με το ΕΛΚ για την αυστηροποίηση της μεταναστευτικής πολιτικής και τη χαλάρωση των περιβαλλοντικών κανόνων. Τώρα, ετοιμάζονται να μπλοκάρουν τη σταδιακή κατάργηση των αυτοκινήτων με κινητήρες εσωτερικής καύσης.
“Σε ορισμένα ζητήματα βλέπουμε την ευκαιρία είτε να κατευθύνουμε τα πράγματα εκεί που θέλουμε… είτε να λειτουργήσουμε πραγματιστικά, σκεπτόμενοι ότι αν προκύψει μια αριστερή πλειοψηφία, το αποτέλεσμα θα είναι πολύ χειρότερο”, εξηγεί η Έλερς.
Αυτή η συνύπαρξη απαιτούσε μια πολύ προσεκτική στρατηγική. Στην αρχή, οι Πατριώτες στήριζαν τις προτάσεις του ΕΛΚ “χωρίς να ζητούν πολλά” ως αντάλλαγμα, θέλοντας απλώς να κερδίσουν την εμπιστοσύνη τους. “Αυτό όμως άλλαξε 100%”, τονίζει η Έλερς. “Πλέον, η ψήφος μας δεν χαρίζεται”.
Αν και εκλέγεται για πρώτη φορά ευρωβουλευτής, η Έλερς γνωρίζει τα κατατόπια του Ευρωκοινοβουλίου, καθώς εργάστηκε για έξι χρόνια στην πρώην ακροδεξιά ομάδα “Ταυτότητα και Δημοκρατία”.
Η ίδια ηγήθηκε των διαπραγματεύσεων για το νομοσχέδιο που αφορά την επιτάχυνση των απελάσεων — ένα από τα πολλά κρίσιμα ζητήματα όπου το ΕΛΚ ένωσε τις δυνάμεις του με τη Δεξιά και την Ακροδεξιά.
“Για τους Πατριώτες, το πιο εύκολο θα ήταν να καταψηφίσουν τον κανονισμό για τις επιστροφές”, λέει, αφού η ομάδα της διαφωνεί με το να χαράσσεται η μεταναστευτική πολιτική από τις Βρυξέλλες, θεωρώντας ότι αυτό είναι αποκλειστική αρμοδιότητα των εθνικών κυβερνήσεων. “Συνειδητοποιήσαμε όμως ότι αν δεν συνεργαστούμε τώρα για να σχηματιστεί αυτή η δεξιά πλειοψηφία, η εναλλακτική πρόταση της Αριστεράς θα ήταν κατά πολύ χειρότερη”.
Αυτή η διάθεση για ελιγμούς και πολιτικά παιχνίδια εντός των Βρυξελλών ξενίζει, αν σκεφτεί κανείς ότι η ομάδα αποτελείται από εθνικιστικά κόμματα με διαφορετικές ιδεολογικές αφετηρίες, που το μόνο που τα ενώνει είναι η επιθυμία να πάρουν εξουσίες πίσω από τις Βρυξέλλες και τα οποία, παραδοσιακά, αδιαφορούσαν για το τι συμβαίνει μέσα στα ευρωπαϊκά όργανα.
Η Έλερς, πάντως, διαφωνεί με την άποψη ότι η Ακροδεξιά άλλαξε ξαφνικά στάση: “Τώρα είμαστε η τρίτη μεγαλύτερη ομάδα και έχουμε τη δύναμη να αλλάξουμε τα πράγματα. Πιστεύω ότι αυτός ο πραγματισμός υπήρχε ανέκαθεν, απλώς παλαιότερα δεν είχαμε την ευκαιρία να επηρεάσουμε τις εξελίξεις”.
“Καμία συνεργασία” λέει το ΕΛΚ – “Αστείος ισχυρισμός” λέει η Έλερς
Από την πλευρά του, το ΕΛΚ επιμένει ότι δεν υπάρχει καμία επίσημη συμμαχία ή συντονισμός με τους Πατριώτες, ισχυριζόμενο ότι η ακροδεξιά ομάδα απλώς υπερψηφίζει τις θέσεις του χωρίς κανένα πολιτικό αντάλλαγμα.
Η Έλερς απορρίπτει αυτό το αφήγημα.
“Αν νομίζουν ότι ο κόσμος τα χάβει αυτά, είναι βαθιά νυχτωμένοι”, λέει χαρακτηριστικά. Φέρνει μάλιστα ως παράδειγμα τον ευρωπαϊκό νόμο για τις απελάσεις, αποκαλύπτοντας ότι το ΕΛΚ υιοθέτησε αρκετά από τα αιτήματα των Πατριωτών, αλλά και της άλλης ακροδεξιάς ομάδας, της “Ευρώπης των Κυρίαρχων Εθνών”.
“Περίμεναν κυριολεκτικά το δικό μου πράσινο φως, τη διαβεβαίωση ότι κάθε μία από τις εθνικές μας αντιπροσωπείες θα στήριζε το νομοσχέδιο, γιατί χρειαζόμασταν και την τελευταία ψήφο”, αποκαλύπτει η Έλερς.
Επίσημα, το ΕΛΚ δηλώνει ότι προτεραιότητά του παραμένει η συνεργασία με τους Σοσιαλδημοκράτες και τους Φιλελεύθερους του Renew — ξεκαθαρίζει όμως ότι δεν θα διστάσει να χρησιμοποιήσει τις ακροδεξιές ψήφους για να περάσει την ατζέντα του. Για το επίμαχο νομοσχέδιο των απελάσεων, ο εκπρόσωπος του ΕΛΚ, Ντάνιελ Κέστερ, δήλωσε τον Νοέμβριο ότι “είναι καθαρό ψέμα” πως υπήρξαν διαπραγματεύσεις με τους Πατριώτες.
Σε αντίθεση με τους παραδοσιακούς γραμματείς κομματικής πειθαρχίας που χρησιμοποιούν τη μέθοδο του «”αστιγίου και του καρότου”, η δουλειά της Έλερς είναι να βρίσκει τη χρυσή τομή σε ζητήματα που μπορούν να ενώσουν τις διαφορετικές εθνικές τάσεις των Πατριωτών — από τροπολογίες νόμων μέχρι κοινά ψηφίσματα στην Ολομέλεια.
Παράλληλα, χαρτογραφεί τις προθέσεις των ευρωβουλευτών της ομάδας της και μεταφέρει τα δεδομένα στις άλλες πολιτικές ομάδες για να στηθούν οι απαραίτητες συμμαχίες.
“Αν θέλουμε να κάθονται στο τραπέζι μαζί μας, πρέπει να είμαστε απόλυτα φερέγγυοι στις ψήφους που υποσχόμαστε”, εξηγεί.
Η ίδια επισημαίνει ότι το ακροδεξιό “τείχος προστασίας” έχει ήδη καταρρεύσει στην πράξη σε αρκετές επιτροπές της Ευρωβουλής, όπως σε αυτή των Συνταγματικών Υποθέσεων και των Πολιτικών Ελευθεριών. Στο τέλος της ημέρας, όλα είναι θέμα προσώπων και χημείας.
“Όλα εξαρτώνται από το ποιον θα στείλει το ΕΛΚ ως διαπραγματευτή, ποιον θα στείλουν οι Πατριώτες και πώς είναι οι προσωπικές τους σχέσεις”, αναφέρει.
Η Έλερς δηλώνει ανοιχτή σε συζητήσεις με κάθε κόμμα. Αποκαλύπτει μάλιστα ότι πίσω από τις κλειστές πόρτες, “εκεί που δεν υπάρχουν κάμερες και δημοσιογράφοι”, οι Σοσιαλδημοκράτες και οι Πατριώτες συμφωνούν σε πολλά θέματα, παρά το γεγονός ότι δημόσια η Κεντροαριστερά αρνείται κάθε επαφή. “Ακόμα και εκεί όμως, τουλάχιστον σε ανθρώπινο επίπεδο, βλέπουμε τον πάγο να σπάει”.
Η ομάδα των Σοσιαλιστών (S&D) πάντως αρνείται κατηγορηματικά κάθε άνοιγμα προς τους Πατριώτες, καλώντας επίμονα το ΕΛΚ να σταματήσει να στηρίζεται στις ψήφους της Ακροδεξιάς και να επιστρέψει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με τους ίδιους και τους Φιλελεύθερους.
Μακροπρόθεσμα, η Έλερς ευελπιστεί ότι μια δεξιά συμμαχία θα γίνει η νέα κανονικότητα στην Ευρώπη, φτάνοντας μέχρι την ηγεσία του Συμβουλίου και της Κομισιόν, ώστε να ξεκινήσει η αποδυνάμωση των Βρυξελλών και η επιστροφή των αρμοδιοτήτων στα κράτη-μέλη. Οι ευρωεκλογές του 2029, καταλήγει, “θα είναι η στιγμή που η πλάστιγγα θα γείρει οριστικά προς τα εκεί”.