Ισραήλ: Ο Άιζενκοτ παίρνει την εντολή, αλλά όχι την πλειοψηφία – Τα εμπόδια για νέα κυβέρνηση
Διαβάζεται σε 9'
Ο Άιζενκοτ κέρδισε τη μάχη της εντολής σχηματισμού κυβέρνησης στο Ισραήλ, αλλά τώρα αρχίζει η μάχη για τον σχηματισμό κυβέρνησης.
- 08 Νοεμβρίου 2026 12:49
Ο πρόεδρος του Ισραήλ, Ισαάκ Χέρτσογκ, ανακοίνωσε το Σάββατο (7/11) ότι θα αναθέσει στον πρόεδρο του κόμματος Yashar, Γκάντι Άιζενκοτ, την εντολή σχηματισμού της επόμενης κυβέρνησης της χώρας, αφού 67 βουλευτές της Κνεσέτ πρότειναν τον ίδιο για τη θέση, έναντι 46 που υποστήριξαν τον Μπενιαμίν Νετανιάχου και επτά που απείχαν.
Ο Άιζενκοτ προσκλήθηκε στην προεδρική κατοικία την Κυριακή, στις 17:00, προκειμένου να παραλάβει την εντολή. Ωστόσο, η πλειοψηφία που διαμορφώθηκε υπέρ της υποψηφιότητάς του απέχει ακόμη πολύ από το να οδηγήσει στον σχηματισμό και την ορκωμοσία μιας νέας κυβέρνησης.
Οι διαφωνίες μεταξύ των πιθανών κυβερνητικών του εταίρων είναι τόσο βαθιές, ώστε ο ίδιος ο Χέρτσογκ ζήτησε διευκρινίσεις μέσα στο Σαββατοκύριακο για το πώς σκοπεύει ο Άιζενκοτ να τις ξεπεράσει.
Μετά τον κύκλο διαβουλεύσεων που πραγματοποίησε την περασμένη εβδομάδα, ο πρόεδρος προχώρησε σε πρόσθετες επαφές το τελευταίο 24ωρο, μέσω τηλεφωνικών συνομιλιών με αρκετούς αρχηγούς κομμάτων.
Όπως αναφέρει σε ανάλυσή της η Jerusalem Post, οι επαφές επικεντρώθηκαν σε ένα πρακτικό ερώτημα: Πώς σκοπεύει ο Άιζενκοτ να συγκροτήσει έναν σταθερό κυβερνητικό συνασπισμό, όταν ο Αβίγκντορ Λίμπερμαν αποκλείει μια κυβέρνηση που θα εξαρτάται από τα αραβικά κόμματα, το κόμμα B’Yachad επιμένει στη δέσμευσή του για έναν συνασπισμό όσων υπηρετούν τη χώρα, στη στράτευση των υπερορθόδοξων Εβραίων και στην ισότιμη κατανομή των υποχρεώσεων, ενώ τα υπερορθόδοξα κόμματα απαιτούν νομοθετική ρύθμιση για το καθεστώς των σπουδαστών των θρησκευτικών σχολών και αντιτίθενται σε στόχους στρατολόγησης και κυρώσεις;
Οι προτάσεις των βουλευτών έδωσαν στον Άιζενκοτ σαφές προβάδισμα, χωρίς όμως να επιλύσουν αυτή την αντίφαση.
Από τους 67 βουλευτές που τον πρότειναν, οι 19 ανήκουν στα αραβικά κόμματα. Το σιωνιστικό μπλοκ της αλλαγής διαθέτει μόλις 48 έδρες.
Για να σχηματίσει κυβέρνηση πλειοψηφίας με τουλάχιστον 61 βουλευτές και τη συμμετοχή των υπερορθόδοξων κομμάτων, ο Άιζενκοτ χρειάζεται τόσο τις επτά έδρες του United Torah Judaism όσο και τις έξι του Shas.
Ο πρόεδρος του Shas, Άριε Ντέρι, πρότεινε τον Νετανιάχου, ενώ πηγές από υπερορθόδοξους κύκλους υποστηρίζουν ότι είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς το Shas να συμμετέχει έστω και σε διαπραγματεύσεις για κυβερνητικό συνασπισμό με τον Άιζενκοτ.
«Δεν ήταν τυχαίο ότι ο Ντέρι πρότεινε τον Νετανιάχου», ανέφεραν οι ίδιες πηγές.
Τόνισαν ότι, ακόμη και αν το United Torah Judaism συμφωνήσει να ξεκινήσει συνομιλίες και ακόμη κι αν επιτευχθεί συμφωνία με το κόμμα —κάτι που σε αυτή τη φάση δεν είναι ούτε σαφές ούτε εγγυημένο—, αυτό δεν σημαίνει ότι ο Ντέρι θα συμμετάσχει στην προσπάθεια.
Χωρίς το Shas, το μπλοκ της αλλαγής και το United Torah Judaism θα συγκέντρωναν μόλις 55 βουλευτές.
Ανάμεσα στους υπερορθόδοξους και τα βέτο
Από την πλευρά του, ο Λίμπερμαν έχει προσφέρει στον Άιζενκοτ την πλήρη υποστήριξή του για την προσπάθεια σχηματισμού κυβέρνησης.
Ο πρόεδρος του Yisrael Beytenu δεν σκοπεύει να απαιτήσει συμφωνία εναλλαγής στην πρωθυπουργία ως αντάλλαγμα για τη στήριξή του, ούτε ως προϋπόθεση για να προτείνει τον Άιζενκοτ ούτε στο πλαίσιο των συνεννοήσεων για τον επόμενο πρόεδρο της Κνεσέτ.
Έχει επίσης αποσύρει την επί της αρχής αντίθεσή του στη συνεργασία με τα υπερορθόδοξα κόμματα και συμφώνησε να εξετάσει συμβιβασμούς σχετικά με τον νόμο περί στράτευσης, με βάση το πλαίσιο που είχε προτείνει το 2018.
Πηγές από υπερορθόδοξους κύκλους αναφέρουν ότι το αμοιβαίο βέτο μεταξύ του Λίμπερμαν και των υπερορθόδοξων κομμάτων έχει αρθεί και από τις δύο πλευρές, ενώ ήδη πραγματοποιούνται επαφές μεταξύ στελεχών των συγκεκριμένων κομμάτων και συνεργατών του προέδρου του Yisrael Beytenu.
Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, τα υπερορθόδοξα κόμματα έχουν μακρά ιστορία συνεργασίας με τον Λίμπερμαν. Η πολυετής γνωριμία τους έχει δημιουργήσει ένα επίπεδο εμπιστοσύνης που ενδέχεται να ξεπερνά ακόμη και εκείνο που δείχνουν προς τον Άιζενκοτ.
Η εναλλακτική επιλογή, δηλαδή ο σχηματισμός κυβέρνησης μειοψηφίας με τη βοήθεια της αποχής των αραβικών κομμάτων, συναντά την κατηγορηματική αντίθεση του Λίμπερμαν.
Ο πρόεδρος του Yisrael Beytenu έχει ξεκαθαρίσει ότι δεν πρόκειται να συμφωνήσει στη συγκρότηση κυβέρνησης με τη στήριξη του Ra’am ή της Κοινής Λίστας, ούτε ακόμη και μέσω της αποχής τους από την ψηφοφορία.
Πηγές από υπερορθόδοξους κύκλους εκτιμούν ότι, εάν ο Άιζενκοτ επιλέξει αυτό το σενάριο, τα υπερορθόδοξα κόμματα θα καταψηφίσουν μια κυβέρνηση μειοψηφίας που θα εξαρτάται από τα αραβικά κόμματα. Εκτιμούν επίσης ότι το ίδιο θα πράξει και το Yisrael Beytenu.
Πρόκειται για εκτιμήσεις και όχι για επίσημες αποφάσεις σχετικά με την ψήφο των κομμάτων, ωστόσο αποτυπώνουν τη δυσκολία που αντιμετωπίζει ο Άιζενκοτ.
Εάν ο Λίμπερμαν επιμείνει στη θέση του, η αποχή των αραβικών κομμάτων δεν θα αρκεί για να εξασφαλίσει την ορκωμοσία της κυβέρνησης.
Σύμφωνα με την εκτίμηση των υπερορθόδοξων πηγών, ο Άιζενκοτ ενδέχεται επομένως να δυσκολευτεί να σχηματίσει κυβέρνηση και μέσω των δύο βασικών επιλογών που έχει στη διάθεσή του: είτε εντάσσοντας τα υπερορθόδοξα κόμματα στον συνασπισμό είτε συγκροτώντας κυβέρνηση μειοψηφίας.
Ο Άιζενκοτ, πάντως, δεν βιάζεται να εγκαταλείψει το ενδεχόμενο να σχηματίσει αρχικά μια κυβέρνηση εθνικής έκτακτης ανάγκης με τη συμμετοχή του μπλοκ της αλλαγής και να τη διευρύνει στη συνέχεια.
Την Παρασκευή δημοσιοποίησε τέσσερις αρχές για τη συμμετοχή στην κυβέρνησή του: την αναγνώριση του Ισραήλ ως εβραϊκού και δημοκρατικού κράτους, την αποδοχή των αξιών της Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας, την υποχρεωτική στρατιωτική, εθνική ή πολιτική υπηρεσία και την αναγνώριση της Χαμάς ως τρομοκρατικής οργάνωσης, μαζί με τη δέσμευση για διάλυση των στρατιωτικών και διοικητικών δυνατοτήτων της.
Προειδοποίησε επίσης όσους θα επιχειρούσαν να εμποδίσουν τον σχηματισμό κυβέρνησης για προσωπικούς λόγους.
Η δήλωση αυτή είχε στόχο να καθορίσει ένα κοινό πλαίσιο αρχών μεταξύ των πιθανών εταίρων, αλλά εξακολουθεί να μην απαντά στο ζήτημα του νόμου περί στράτευσης.
Τα υπερορθόδοξα κόμματα επιδιώκουν τη ρύθμιση του καθεστώτος των σπουδαστών των θρησκευτικών σχολών, ενώ ορισμένοι από τους σιωνιστές εταίρους του συνασπισμού απαιτούν ουσιαστική στράτευση των υπερορθόδοξων και ισότιμη κατανομή των υποχρεώσεων.
Οι δυσκολίες δεν περιορίζονται στον Λίμπερμαν
Ο Ναφτάλι Μπένετ έχει μέχρι στιγμής αποφύγει να δεσμευτεί δημόσια σε ένα πλαίσιο που θα περιλαμβάνει συμβιβασμούς με τα υπερορθόδοξα κόμματα.
Το κόμμα του έχει διευκρινίσει ότι η σιωπή του δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως συναίνεση, υπενθυμίζοντας τη δέσμευσή του για μια «επανάσταση όσων υπηρετούν».
Την ίδια ώρα, ο Γιαΐρ Γκολάν έκανε λόγο για πρόοδο στις συνομιλίες και τις συναντήσεις μεταξύ των διαπραγματευτικών ομάδων των Δημοκρατών και του Yashar.
Ακόμη κι αν επιτευχθούν συμφωνίες μεταξύ των σιωνιστικών κομμάτων του μπλοκ, θα εξακολουθήσει να είναι απαραίτητο να πειστούν τα υπερορθόδοξα κόμματα να αποδεχθούν μια ρύθμιση για τη στράτευση και οι κοσμικοί εταίροι να τη στηρίξουν.
Το ερώτημα δεν είναι απλώς ποιοι θα συμφωνήσουν να καθίσουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, αλλά ποια νομοθεσία θα μπορέσουν όλοι να συμφωνήσουν να υπερψηφίσουν.
Η μάχη για τον έλεγχο της Κνεσέτ
Παράλληλα με τις διαπραγματεύσεις για τον σχηματισμό κυβέρνησης, το μπλοκ της αλλαγής σχεδιάζει να αρχίσει να ασκεί την επιρροή του στην Κνεσέτ αμέσως μετά την ορκωμοσία της, την Τρίτη.
Η πρώτη κίνηση αφορά την προσπάθεια αντικατάστασης του προέδρου της Κνεσέτ, Αμίρ Οχάνα.
Ο Λίμπερμαν προτιμά τον Γιαΐρ Λαπίντ για τη συγκεκριμένη θέση, ωστόσο δεν έχει ακόμη υπάρξει συμφωνία για κοινό υποψήφιο.
Το μπλοκ εξετάζει επίσης τη συγκρότηση ειδικών επιτροπών, την προώθηση της σύστασης κρατικής εξεταστικής επιτροπής για τα γεγονότα της 7ης Οκτωβρίου και την κατάργηση νόμων που προώθησε ο κυβερνητικός συνασπισμός του Νετανιάχου.
Η διεξαγωγή ψηφοφορίας για την αντικατάσταση του Οχάνα την ημέρα της ορκωμοσίας της Κνεσέτ δεν είναι δεδομένη. Ακόμη όμως και η εξασφάλιση πλειοψηφίας υπέρ της απομάκρυνσής του δεν θα αρκούσε απαραίτητα για τον σχηματισμό κυβέρνησης.
Παρ’ όλα αυτά, η αντικατάσταση του προέδρου της Κνεσέτ θα επέτρεπε στο μπλοκ της αλλαγής να επηρεάζει την κοινοβουλευτική ατζέντα ακόμη και πριν βρεθεί λύση στην κυβερνητική κρίση.
Εάν ο Άιζενκοτ αποτύχει, ο Λίμπερμαν θεωρεί τον εαυτό του κατάλληλο και έμπειρο υποψήφιο για την επόμενη προσπάθεια, αν και η εντολή δεν θα μεταβιβαζόταν αυτομάτως σε εκείνον.
Προς το παρόν, η πρωτοβουλία των κινήσεων βρίσκεται στα χέρια του Άιζενκοτ.
Αναμένεται να παραλάβει την εντολή την Κυριακή και στη συνέχεια θα πρέπει να μετατρέψει τις 67 κοινοβουλευτικές προτάσεις υπέρ του σε συγκεκριμένες συμφωνίες μεταξύ κομμάτων που δεν έχουν ακόμη καταλήξει στο είδος της κυβέρνησης την οποία είναι διατεθειμένα να συγκροτήσουν.