NYT: Από βασικός εταίρος, θεατής – Γιατί ο Τραμπ υποβάθμισε τον Νετανιάχου

Διαβάζεται σε 5'
Ντόναλντ Τραμπ, Μπενιαμίν Νετανιάχου
Ντόναλντ Τραμπ, Μπενιαμίν Νετανιάχου AP Photo/Evan Vucci, Pool

Οι σχέσεις Τραμπ – Νετανιάχου φαίνεται να δοκιμάζονται λόγω του πολέμου με το Ιράν, με δημοσίευμα των New York Times να αποκαλύπτει ότι το Ισραήλ έμεινε ουσιαστικά εκτός των διαπραγματεύσεων ΗΠΑ – Τεχεράνης για εκεχειρία και πιθανή συμφωνία.

Παρότι το Ισραήλ συμμετείχε ως βασικός σύμμαχος στον πόλεμο κατά του Ιράν, πλέον έχει βρεθεί στο περιθώριο των ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων, σε μια εξέλιξη που συνιστά σοβαρό πλήγμα για τον Μπενιαμίν Νετανιάχου και ενέχει σημαντικούς κινδύνους για τη χώρα.

Λίγο πριν από την επίθεση της 28ης Φεβρουαρίου κατά του Ιράν, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός βρισκόταν όχι μόνο στην αίθουσα επιχειρήσεων μαζί με τον Ντόναλντ Τραμπ, αλλά, σύμφωνα με όσα αναφέρει δημοσίευμα των New York Times, καθοδηγούσε τη συζήτηση, εκτιμώντας ότι μια κοινή αμερικανοϊσραηλινή επίθεση θα μπορούσε ακόμη και να οδηγήσει στην πτώση της Ισλαμικής Δημοκρατίας.

Λίγες εβδομάδες αργότερα, όμως, η εικόνα είχε αλλάξει δραματικά. Σύμφωνα με δύο Ισραηλινούς αξιωματούχους Άμυνας, η κυβέρνηση Τραμπ απομόνωσε σχεδόν πλήρως το Ισραήλ από τις συνομιλίες εκεχειρίας μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης.

Στερημένοι από ουσιαστική ενημέρωση από τον στενότερο σύμμαχό τους, οι Ισραηλινοί αναγκάζονται να συλλέγουν πληροφορίες μέσω επαφών με ηγέτες και διπλωμάτες της περιοχής, αλλά και μέσω δικών τους πηγών και παρακολουθήσεων στο εσωτερικό του ιρανικού καθεστώτος.

Η εξέλιξη αυτή έχει σοβαρές πολιτικές συνέπειες για τον Νετανιάχου, ο οποίος οδεύει προς δύσκολη εκλογική μάχη εντός της χρονιάς.

Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός είχε επί χρόνια χτίσει το πολιτικό του προφίλ ως ο ηγέτης που μπορούσε να εξασφαλίσει την απόλυτη στήριξη του Τραμπ. Στις πρώτες ημέρες του πολέμου, παρουσίαζε δημόσια τη σχέση τους ως σχεδόν ισότιμη, δηλώνοντας ότι συνομιλούσαν «σχεδόν καθημερινά», ανταλλάσσοντας ιδέες και λαμβάνοντας κοινές αποφάσεις.

Οι στόχοι που δεν επιτεύχθηκαν

Ο Νετανιάχου είχε οδηγήσει το Ισραήλ στον πόλεμο με φιλόδοξους στόχους: την ανατροπή του ιρανικού καθεστώτος, την καταστροφή του πυρηνικού προγράμματος της Τεχεράνης και την εξάλειψη του βαλλιστικού της οπλοστασίου.

Ωστόσο, κανένας από αυτούς τους στόχους δεν επιτεύχθηκε.

Αντίθετα, η Τεχεράνη εμφανίζεται να έχει επιβιώσει πολιτικά και στρατιωτικά από τη σύγκρουση, παρουσιάζοντας ουσιαστικά τον εαυτό της ως νικητή μόνο και μόνο επειδή άντεξε.

Την ίδια ώρα, οι αμερικανικές προτάσεις που συζητούνται προβλέπουν απλώς μια πολυετή αναστολή του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν και όχι την οριστική εξάλειψή του, γεγονός που θυμίζει τη συμφωνία του 2015 επί Ομπάμα – συμφωνία την οποία ο Νετανιάχου είχε πολεμήσει σφοδρά και από την οποία αποχώρησε αργότερα ο Τραμπ.

Παράλληλα, σύμφωνα με Ισραηλινούς αξιωματούχους, το βαλλιστικό πρόγραμμα του Ιράν ενδέχεται να μην περιλαμβάνεται καν στις διαπραγματεύσεις, κάτι που προκαλεί έντονη ανησυχία στο Τελ Αβίβ.

Το ενδεχόμενο άρσης των οικονομικών κυρώσεων προς την Τεχεράνη θεωρείται επίσης εξαιρετικά προβληματικό από το Ισραήλ, καθώς θα μπορούσε να προσφέρει στο Ιράν σημαντική οικονομική ανάσα και τη δυνατότητα να επανεξοπλίσει τόσο το ίδιο όσο και οργανώσεις-συμμάχους του, όπως η Χεζμπολάχ.

Η εξάρτηση από τον Τραμπ και οι συνεχείς αναδιπλώσεις

Σύμφωνα με το δημοσίευμα, η στενή συνεργασία Ισραήλ – ΗΠΑ κατά τη διάρκεια του πολέμου είχε τελικά υψηλό πολιτικό κόστος για το Τελ Αβίβ.

Μια χώρα που παραδοσιακά προέβαλλε το δόγμα ότι «υπερασπίζεται μόνη της τον εαυτό της», σήμερα εμφανίζεται πρόθυμη να ακολουθήσει τις επιθυμίες της Ουάσιγκτον και προσωπικά του Ντόναλντ Τραμπ.

Ενδεικτική ήταν η δήλωση του Ισραηλινού υπουργού Άμυνας, Ισραέλ Κατς, στις 23 Απριλίου: «Περιμένουμε μόνο το πράσινο φως από τις ΗΠΑ».

Στις πρώτες ημέρες του πολέμου, ΗΠΑ και Ισραήλ πίστευαν ότι μπορούσαν να επιτύχουν γρήγορα στρατιωτική υπεροχή και ακόμη και να ενθαρρύνουν τον ιρανικό λαό να ανατρέψει το καθεστώς.

Όμως, μέσα σε λίγες εβδομάδες έγινε σαφές ότι η σύγκρουση δεν θα οδηγούσε σε άμεση νίκη. Ο Τραμπ εγκατέλειψε σταδιακά τη ρητορική περί αλλαγής καθεστώτος και στράφηκε προς τον τερματισμό του πολέμου.

Σύμφωνα με Αμερικανούς αξιωματούχους που επικαλούνται οι New York Times, ο Τραμπ έβλεπε τον Νετανιάχου ως χρήσιμο σύμμαχο στον πόλεμο, αλλά όχι ως ισότιμο συνομιλητή στις διαπραγματεύσεις με το Ιράν. Αντιθέτως, θεωρούσε ότι έπρεπε να τον περιορίζει όταν επρόκειτο για τη διαχείριση της κρίσης.

Έτσι, το Ισραήλ από ισότιμος εταίρος, βρέθηκε να έχει έναν πιο περιορισμένο ρόλο, εξαρτώμενο από τις αποφάσεις της Ουάσιγκτον.

Ο Νετανιάχου, σύμφωνα με το δημοσίευμα, αναγκάστηκε επανειλημμένα να προσαρμόσει τη ρητορική και τους στόχους του πολέμου ανάλογα με τις συνεχείς μεταβολές της στάσης του Τραμπ.

Από τη ρητορική περί εξάλειψης των υπαρξιακών απειλών του Ιράν, κατέληξε να προβάλλει κυρίως τη στρατηγική συμμαχία με τις Ηνωμένες Πολιτείες ως το μεγαλύτερο επίτευγμα του Ισραήλ.

«Οι απειλές έρχονται και φεύγουν, αλλά όταν γινόμαστε περιφερειακή δύναμη – και σε ορισμένους τομείς παγκόσμια δύναμη – αποκτούμε τη δυνατότητα να απομακρύνουμε τους κινδύνους και να διασφαλίσουμε το μέλλον μας», δήλωσε ο Νετανιάχου, αποδίδοντας αυτή τη νέα ισχύ στη σχέση του με τον Τραμπ, «μια συμμαχία χωρίς προηγούμενο».

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα