Πόλεμος ΗΠΑ – Ιράν τότε και τώρα: Πώς άλλαξε το τοπίο από τον Φεβρουάριο
Διαβάζεται σε 13'
Τα Στενά του Ορμούζ, οι ενεργειακές υποδομές και τα νέα μέτωπα σε Λίβανο και Υεμένη αλλάζουν τα δεδομένα, ενώ η παγκόσμια ενεργειακή κρίση και το αυξανόμενο στρατιωτικό κόστος περιορίζουν τα περιθώρια Ουάσιγκτον και Τεχεράνης.
- 23 Οκτωβρίου 2026 22:03
Το Ιράν ανακοίνωσε ότι επτά πετρελαιοφόρα έχουν τυλιχθεί στις φλόγες ή έχουν υποστεί ζημιές μέσα και γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, την ώρα που οι Φρουροί της Επανάστασης (IRGC) προειδοποιούν ότι ενδεχόμενες νέες αμερικανικές επιθέσεις θα μπορούσαν να προκαλέσουν ευρύτερη απάντηση από την Τεχεράνη.
Η διεθνής κοινότητα παρακολουθεί με ανησυχία το ενδεχόμενο νέας κλιμάκωσης, παρά το γεγονός ότι αναλυτές θεωρούν μάλλον απίθανο οι ΗΠΑ να προχωρήσουν σε νέα επίθεση πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου, λέει το Al Jazeera.
Η όξυνση, ωστόσο, της ρητορικής και από τις δύο πλευρές ενισχύει τους φόβους ότι οι απειλές μπορεί να μετατραπούν εκ νέου σε στρατιωτικές επιχειρήσεις, με τα Στενά του Ορμούζ και τις πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ιράν να βρίσκονται πλέον στο επίκεντρο.
Πριν από την έναρξη του πολέμου, στις 28 Φεβρουαρίου, η κρίσιμη θαλάσσια δίοδος –από την οποία περνούσε περίπου το ένα πέμπτο των παγκόσμιων φορτίων πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου– δεν αποτελούσε βασικό σημείο αντιπαράθεσης. Μάλιστα, εκείνη την περίοδο βρίσκονταν σε εξέλιξη συνομιλίες για το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης.
Σήμερα, με τις ΗΠΑ να αντιμετωπίζουν μειωμένα αποθέματα αμυντικών πυραύλων και την παγκόσμια ενεργειακή κρίση να επιδεινώνεται, οι συνθήκες είναι πολύ διαφορετικές.
Σε αντίθεση με τον Φεβρουάριο, μια νέα σύγκρουση ΗΠΑ και Ιράν δεν θα περιοριζόταν σε ένα μόνο μέτωπο. Η περιφερειακή διάσταση του πολέμου έχει πλέον διευρυνθεί σημαντικά.
Το Ιράν, οι σύμμαχοί του και ο Λίβανος
Οι αρχικές αμερικανοϊσραηλινές επιθέσεις είχαν ως βασικό στόχο την ανατροπή της ιρανικής ηγεσίας, αλλά και την αποδυνάμωση οργανώσεων που υποστηρίζονται από την Τεχεράνη, όπως η Χαμάς και η Χεζμπολάχ.
Ο Ντόναλντ Τραμπ είχε δηλώσει κατά την έναρξη της επιχείρησης ότι στόχος ήταν να εμποδιστούν φιλοϊρανικές οργανώσεις από το να πλήττουν αμερικανικές δυνάμεις και να αποσταθεροποιούν την περιοχή.
Η εκστρατεία δεν οδήγησε σε αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν. Ωστόσο, η Χαμάς έχει υποστεί σημαντική αποδυνάμωση, ενώ το Ισραήλ εξακολουθεί να πραγματοποιεί επιθέσεις στη Γάζα. Περισσότεροι από 1.400 Παλαιστίνιοι έχουν σκοτωθεί από τότε που ανακοινώθηκε, τον Οκτώβριο του περασμένου έτους, η συμφωνία κατάπαυσης του πυρός που είχε τη στήριξη των ΗΠΑ.
Η Χεζμπολάχ απάντησε με επιθέσεις στο βόρειο Ισραήλ μετά τη δολοφονία του ανώτατου ηγέτη του Ιράν, Αλί Χαμενεΐ, κατά τα πρώτα αμερικανοϊσραηλινά πλήγματα, με αποτέλεσμα ο Λίβανος να εμπλακεί ανοιχτά στον πόλεμο στις αρχές Μαρτίου.
Το Ισραήλ εξαπέλυσε στη συνέχεια εκτεταμένους βομβαρδισμούς στον νότιο Λίβανο και στα προάστια της Βηρυτού, περιοχές που θεωρεί προπύργια της Χεζμπολάχ. Σε μία φάση της σύγκρουσης είχε καταλάβει περίπου το ένα πέμπτο της λιβανικής επικράτειας, προκαλώντας τον εκτοπισμό περισσότερων από ένα εκατομμύριο ανθρώπων. Ισραηλινές δυνάμεις εξακολουθούν να ελέγχουν σημαντικές εκτάσεις κοντά στα νότια σύνορα της χώρας.
Τα Στενά του Ορμούζ και οι ενεργειακές υποδομές στο επίκεντρο
Η σημαντικότερη αλλαγή στον χάρτη της σύγκρουσης είναι η μετατροπή των θαλάσσιων οδών του Κόλπου και των ενεργειακών εγκαταστάσεων σε βασικά πεδία αντιπαράθεσης.
Οι ιρανικές επιθέσεις εναντίον αμερικανικών στρατιωτικών στόχων αλλά και πολιτικών υποδομών έφεραν τις χώρες του Κόλπου αντιμέτωπες με τις συνέπειες ενός πολέμου από τον οποίο αρχικά επιδίωκαν να μείνουν μακριά.
Ο Urban Coningham, ερευνητής στο Royal United Services Institute, σημείωσε ότι οι διαπραγματεύσεις ΗΠΑ και Ιράν επικεντρώνονταν στο παρελθόν κυρίως στο πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης και στις περιφερειακές συμμαχίες της.
Πλέον, όμως, όπως επισημαίνει, τα Στενά του Ορμούζ και οι επιθέσεις στον Περσικό Κόλπο έχουν μετατραπεί σε κεντρικά σημεία της αντιπαράθεσης.
Παρότι η περιοχή έχει βιώσει επιθέσεις και στο παρελθόν, η ένταση και η ταχύτητα των πρόσφατων ιρανικών πληγμάτων –ιδιαίτερα κατά πετρελαϊκών και ενεργειακών εγκαταστάσεων– συνιστούν σημαντική αλλαγή.
Τα Στενά του Ορμούζ, ανάμεσα στο Ιράν και το Ομάν, ήταν πριν από τον πόλεμο ανοικτά στη διεθνή ναυσιπλοΐα. Σήμερα αποτελούν ένα από τα βασικά εργαλεία πίεσης της Τεχεράνης προς τη διεθνή οικονομία.
Το Ιράν συνεχίζει τις απειλές και τις επιθέσεις κατά πλοίων, ενώ οι ΗΠΑ διατηρούν αποκλεισμό ιρανικών λιμανιών. Η ναυσιπλοΐα έχει διαταραχθεί σοβαρά και οι ροές πετρελαίου και φυσικού αερίου έχουν περιοριστεί αισθητά.
Τον Μάρτιο, το CNN μετέδωσε ότι το Πεντάγωνο και το Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας των ΗΠΑ είχαν υποτιμήσει τόσο την πρόθεση του Ιράν να περιορίσει τη διέλευση από τα Στενά όσο και τις επιπτώσεις μιας τέτοιας εξέλιξης. Ο υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ απέρριψε το δημοσίευμα, υποστηρίζοντας ότι ο αμερικανικός στρατός είχε προετοιμαστεί για αυτό το σενάριο.
Η Υεμένη ανοίγει ένα ακόμη επικίνδυνο μέτωπο
Η επανέναρξη των συγκρούσεων μεταξύ των δυνάμεων της διεθνώς αναγνωρισμένης κυβέρνησης της Υεμένης, που υποστηρίζεται από τη Σαουδική Αραβία, και των φιλοϊρανών Χούθι έχει προσθέσει ακόμη ένα μέτωπο στην περιφερειακή κρίση.
Ο πόλεμος έχει πλέον επεκταθεί και στη Σαουδική Αραβία, καθώς οι Χούθι πραγματοποιούν επιθέσεις με πυραύλους και drones κατά αεροδρομίων και πετρελαϊκών εγκαταστάσεων.
Παράλληλα, στο προσκήνιο βρίσκεται και ένα δεύτερο κρίσιμο θαλάσσιο πέρασμα: το Μπαμπ αλ-Μαντέμπ, που συνδέει την Ερυθρά Θάλασσα με τον Κόλπο του Άντεν.
Οι απειλές των Χούθι εναντίον πλοίων που συνδέονται με τη Σαουδική Αραβία θα μπορούσαν να επιδεινώσουν περαιτέρω τις διαταραχές που ήδη καταγράφονται στα Στενά του Ορμούζ, να δυσκολέψουν την εξαγωγή ενεργειακών προϊόντων του Κόλπου από εναλλακτικές οδούς και να αυξήσουν την πίεση προς την Ουάσιγκτον.
Διαφορετικές πλέον οι πολιτικές πιέσεις σε Τεχεράνη και Ουάσιγκτον
Η πολιτική εξίσωση έχει επίσης μεταβληθεί.
Η ιρανική ηγεσία εξακολουθεί να ανησυχεί για κοινωνικές αναταραχές και για την ίδια την επιβίωση του καθεστώτος. Δεν βρίσκεται, ωστόσο, αντιμέτωπη με την άμεση εκλογική πίεση που αντιμετωπίζουν ο Τραμπ και το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, λίγες ημέρες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές.
Ιράν: Σκληρότερη γραμμή μετά τον θάνατο Χαμενεΐ
Πριν από τις επιθέσεις του Φεβρουαρίου, η κυβέρνηση του Ιράν βρισκόταν αντιμέτωπη με βαθιά κοινωνική δυσαρέσκεια μετά τη βίαιη καταστολή των πανεθνικών διαδηλώσεων του Ιανουαρίου, που είχαν ξεσπάσει με φόντο τον υψηλό πληθωρισμό και την κατάρρευση της αξίας του ριάλ.
Οι αμερικανοϊσραηλινές επιθέσεις οδήγησαν στον θάνατο του Αλί Χαμενεΐ, ο οποίος κυβερνούσε από το 1989, καθώς και του επικεφαλής της ασφάλειας Αλί Λαριτζανί. Δεν κατάφεραν, ωστόσο, να ανατρέψουν την Ισλαμική Δημοκρατία.
Τον Χαμενεΐ διαδέχθηκε ο γιος του, Μοτζτάμπα, ενώ η αυξανόμενη επιρροή των Φρουρών της Επανάστασης έχει ενισχύσει ακόμη περισσότερο τους σκληροπυρηνικούς στο εσωτερικό του καθεστώτος.
Ο Coningham προειδοποιεί ότι η απουσία μεγάλων διαδηλώσεων εν μέσω πολέμου δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως πραγματική στήριξη προς την κυβέρνηση.
Η εξωτερική επίθεση, όπως σημειώνει, προκάλεσε ένα προσωρινό κύμα συσπείρωσης γύρω από την αντίσταση προς τις ξένες δυνάμεις, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το Ιράν βγήκε ισχυρότερο από τη σύγκρουση.
ΗΠΑ: Πτώση δημοτικότητας για τον Τραμπ
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, το πολιτικό κόστος μιας νέας στρατιωτικής επιχείρησης είναι μεγαλύτερο.
Η δημοτικότητα του Ντόναλντ Τραμπ έχει υποχωρήσει από το 40% σε δημοσκόπηση Reuters/Ipsos λίγες ημέρες πριν από την έναρξη του πολέμου, στο 31% σύμφωνα με νέα μέτρηση που δημοσιεύθηκε τη Δευτέρα.
Πρόκειται για το χαμηλότερο ποσοστό που έχει καταγράψει ο συγκεκριμένος δημοσκοπικός φορέας και στις δύο προεδρικές θητείες του Τραμπ.
Η πτώση αποδίδεται μεταξύ άλλων στις υψηλές τιμές των καυσίμων και στη χαμηλή αποδοχή του πολέμου με το Ιράν από την αμερικανική κοινή γνώμη.
Βαθαίνει το οικονομικό κόστος για το Ιράν
Η ιρανική οικονομία βρισκόταν ήδη σε δύσκολη κατάσταση πριν από τον πόλεμο, εξαιτίας των διεθνών κυρώσεων και της δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων στο εξωτερικό.
Η σύγκρουση έχει εντείνει την πίεση, καθώς η Ουάσιγκτον συνδυάζει τη στρατιωτική δράση με νέες κυρώσεις και τον ναυτικό αποκλεισμό.
Τον Απρίλιο, η κυβέρνηση του Ιράν υπολόγισε τις άμεσες και έμμεσες ζημιές από τις αμερικανοϊσραηλινές επιθέσεις σε 270 δισ. δολάρια.
Η πίεση αυξήθηκε περαιτέρω στα τέλη Αυγούστου, όταν η Ουάσιγκτον ξεκίνησε την επιχείρηση «Economic Outcast», με στόχο να απομονώσει το Ιράν από το διεθνές εμπόριο μέσω κυρώσεων και ποινών σε όσους συναλλάσσονται μαζί του.
Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία, το ιρανικό ΑΕΠ μειώθηκε κατά 10,1% σε ετήσια βάση μεταξύ 21 Μαρτίου και 20 Ιουνίου.
Οι ενεργειακές εξαγωγές έχουν περιοριστεί δραστικά εξαιτίας του αμερικανικού αποκλεισμού, ενώ το ριάλ έχει χάσει μεγάλο μέρος της αξίας του.
Βαρύς ο λογαριασμός και για τις ΗΠΑ
Το κόστος του πολέμου είναι υψηλό και για την Ουάσιγκτον.
Τον Σεπτέμβριο, το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κογκρέσου υπολόγισε ότι έως την 1η Αυγούστου οι πολεμικές επιχειρήσεις είχαν κοστίσει στο αμερικανικό υπουργείο Άμυνας περίπου 38 δισ. δολάρια.
Εάν οι επιχειρήσεις συνεχιστούν, το μηνιαίο κόστος εκτιμάται μεταξύ 2 και 3 δισ. δολαρίων, ανάλογα με την ένταση των συγκρούσεων.
Οι πρόσθετες στρατιωτικές δαπάνες συνέβαλαν επίσης στο να ξεπεράσει το αμερικανικό δημόσιο χρέος το ιστορικό όριο των 40 τρισ. δολαρίων τον Αύγουστο, περίπου δύο χρόνια νωρίτερα από ό,τι αναμενόταν.
Οι ΗΠΑ υπερέχουν στρατιωτικά, αλλά δυσκολεύονται να επιβάλουν πολιτικό αποτέλεσμα
Σε στρατιωτικό επίπεδο, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν αποδείξει ότι διαθέτουν την ικανότητα να πλήττουν στόχους βαθιά μέσα στο Ιράν.
Η υπεροχή αυτή, όμως, δεν έχει οδηγήσει στην ανατροπή του πολιτικού συστήματος της χώρας ούτε έχει εξαλείψει τη δυνατότητα της Τεχεράνης να απαντά με επιθέσεις κατά αμερικανικών στόχων και ενεργειακών υποδομών γειτονικών χωρών.
Σύμφωνα με τον Coningham, το βασικό πρόβλημα για την Ουάσιγκτον είναι η δυσκολία να μετατρέψει τη στρατιωτική υπεροχή σε ουσιαστικό στρατηγικό αποτέλεσμα.
Οι πρόσφατες μετακινήσεις αμερικανικών δυνάμεων στην περιοχή θα μπορούσαν να αποτελούν μέσο πίεσης, ωστόσο συνιστούν σαφή αλλαγή σε σχέση με τις προηγούμενες προσπάθειες της Ουάσιγκτον να περιορίσει τη στρατιωτική παρουσία της σε τμήματα της Μέσης Ανατολής.
Αμερικανικά μέσα ενημέρωσης αναφέρουν, παράλληλα, σημαντική έλλειψη οπλικών συστημάτων στα αμερικανικά αποθέματα της περιοχής, καθώς μεγάλος αριθμός ακριβών αντιαεροπορικών και αντιπυραυλικών όπλων έχει χρησιμοποιηθεί για την αναχαίτιση πολύ φθηνότερων ιρανικών drones.
Το Fox News ανέφερε ότι το αεροπλανοφόρο USS Theodore Roosevelt και η 13η Εκστρατευτική Μονάδα Πεζοναυτών αναμένεται να φτάσουν στη Μέση Ανατολή έως τα τέλη Νοεμβρίου, μαζί με περίπου 10.000 στρατιωτικούς.
Η ανάπτυξη αυτή θα διευρύνει σημαντικά τις στρατιωτικές επιλογές του Τραμπ σε περίπτωση νέας επιχείρησης.
Το Ιράν επενδύει στον ασύμμετρο πόλεμο
Για το Ιράν, η σύγκρουση εντάσσεται στη μακρόχρονη αφήγηση του καθεστώτος περί αντίστασης απέναντι σε αυτό που χαρακτηρίζει αμερικανικό και ισραηλινό αποικιοκρατισμό και ιμπεριαλισμό.
Από τις 28 Φεβρουαρίου, οι Φρουροί της Επανάστασης έχουν καταφέρει να αξιοποιήσουν σε μεγάλο βαθμό τακτικές «ασύμμετρου πολέμου», αντιμετωπίζοντας την πολύ ακριβότερη αμερικανική στρατιωτική μηχανή με φθηνά drones μαζικής παραγωγής.
Παράλληλα, οι αποκεντρωμένες δομές τους επέτρεψαν να συνεχίσουν τις επιχειρήσεις ακόμη και μετά τη διακοπή επικοινωνιών και την απώλεια ανώτατων στελεχών.
Τα αμερικανικά πλήγματα έχουν προκαλέσει σοβαρές ζημιές στο ιρανικό ναυτικό, αυξάνοντας την εξάρτηση της Τεχεράνης από μικρότερα σκάφη και ταχύπλοα, τα οποία έχουν ήδη χρησιμοποιηθεί σε επιθέσεις στα Στενά του Ορμούζ.
Σε αυτό το πεδίο, η γεωγραφία λειτουργεί υπέρ του Ιράν. Η χώρα μπορεί να εξαπολύει επιθέσεις εναντίον πλοίων από χερσαίες θέσεις κατά μήκος των ακτών της και έχει τη δυνατότητα να τοποθετεί θαλάσσιες νάρκες στη δίοδο, ακόμη και με τη χρήση πυραυλικών συστημάτων.
Πρόκειται για απειλές τις οποίες η Ουάσιγκτον ενδεχομένως δεν είχε υπολογίσει επαρκώς όταν ξεκίνησε τα αρχικά πλήγματα, αλλά οι οποίες πλέον αποτελούν δεδομένο σε οποιοδήποτε νέο πολεμικό σενάριο.
Από τη στρατιωτική κρίση στην παγκόσμια ενεργειακή αναταραχή
Τον Φεβρουάριο, μια παγκόσμια ενεργειακή κρίση δεν θεωρούνταν άμεσο ενδεχόμενο. Σήμερα, όμως, αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους κινδύνους.
Οι διαταραχές στις ενεργειακές προμήθειες από τον Περσικό Κόλπο και ο φόβος περαιτέρω κλιμάκωσης έχουν οδηγήσει σε μεγάλη αύξηση των τιμών του πετρελαίου.
Το Brent διαμορφωνόταν στα 72,48 δολάρια το βαρέλι στις 27 Φεβρουαρίου, μία ημέρα πριν από την έναρξη του πολέμου.
Στις 30 Απριλίου έφτασε τα 126,41 δολάρια, καταγράφοντας το υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων τεσσάρων ετών, ενώ στις πρώτες συναλλαγές της Παρασκευής κινείτο στα 114,47 δολάρια το βαρέλι.
Πίεση και σε ντίζελ και LNG
Η κρίση δεν περιορίζεται στο αργό πετρέλαιο.
Οι ζημιές και οι διακοπές στην παραγωγή καυσίμων στη Μέση Ανατολή, σε συνδυασμό με τις κυρώσεις κατά των ρωσικών προμηθειών, έχουν περιορίσει σημαντικά τη διαθεσιμότητα ντίζελ.
Ταυτόχρονα, οι παγκόσμιες προμήθειες υγροποιημένου φυσικού αερίου έχουν επίσης δεχθεί σοβαρό πλήγμα.
Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας προειδοποίησε τον Οκτώβριο ότι τα προβλήματα στην προσφορά μπορεί να συνεχιστούν ακόμη και μέσα στο 2027.
Ιδιαίτερα το ντίζελ αποτελεί σοβαρό πολιτικό πρόβλημα για τον Τραμπ, καθώς η τιμή του έχει διπλασιαστεί στις ΗΠΑ και χρησιμοποιείται ευρέως από αγρότες και επιχειρήσεις – δύο εκλογικές ομάδες ιδιαίτερα σημαντικές για τους Ρεπουμπλικανούς.
Κρίσιμος στόχος η αποκατάσταση της ναυσιπλοΐας
Οι παραγωγοί του Κόλπου έχουν καταφέρει να αποκαταστήσουν μέρος των εξαγωγών τους μέσω εναλλακτικών λιμανιών, αγωγών και μεταφορτώσεων από πλοίο σε πλοίο.
Οι λύσεις αυτές, όμως, συνεπάγονται υψηλότερο κόστος και δεν εξαλείφουν τον κίνδυνο νέων επιθέσεων.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η αποκατάσταση της ασφαλούς ναυσιπλοΐας στα κρίσιμα θαλάσσια περάσματα της Μέσης Ανατολής έχει μετατραπεί πλέον σε έναν από τους βασικούς στρατηγικούς στόχους της σύγκρουσης.