Reuters: Πώς οι Φρουροί της Επανάστασης έγιναν “αόρατοι” πριν επιτεθούν στον Κόλπο
Διαβάζεται σε 7'
Οι νέες πρακτικές των Φρουρών της Επανάστασης που λειτουργούν υπό άκρα μυστικότητα. Πώς κατάφεραν να επιτεθούν από το πουθενά στις χώρες του Κόλπου.
- 19 Ιουνίου 2026 23:04
Τον τρόπο με τον οποίο οι Φρουροί της Επανάστασης διεξάγουν τις επιθέσεις τους εναντίον χωρών του Κόλπου που φιλοξενούν αμερικανικές δυνάμεις, αποκαλύπτει αποκλειστικό ρεπορτάζ του Reuters.
Το πρακτορείο ήρθε σε επικοινωνία με οκτώ ιρακινές πηγές και προέκυψε ότι το Ιράν επιλέγει αυτή τη φορά να παρακάμψει τα ήδη εδραιωμένα δίκτυα των πολιτοφυλακών της, θέλοντας να αποφύγει πάση θυσία τον εντοπισμό της.
Σύμφωνα πάντα με τις πηγές, τρεις ή τέσσερις πυρήνες -εκ των οποίων καθένας αποτελείται από περίπου 10 επίλεκτους Ιρακινού Σιίτες μαχητές- εξαπέλυσαν τουλάχιστον επτά επιθέσεις με drones στο διάστημα μεταξύ τις 20 Απριλίου μέχρι και τις 17 Μαΐου. Οι επιθέσεις πραγματοποιήθηκαν από ερημικές τοποθεσίες κοντά στις πόλεις Βασόρα και Σαμάουα, νότια του Ιράκ, βάζοντας στο στόχαστρο εγκαταστάσεις στο Κουβέιτ, τη Σαουδική Αραβία και τα ΗΑΕ.
Ορισμένα από τα μέλη αυτών των πυρήνων στρατολογήθηκαν από την “Ισλαμική Αντίσταση στο Ιράκ”, μια οργάνωση-ομπρέλα σκληροπυρηνικών σιιτικών παρατάξεων με χιλιάδες μαχητές.
Ωστόσο, οι νέες αυτές ομάδες κινούνται εντελώς εκτός της επίσημης δομής διοίκησης και αναφέρουν απευθείας στους Φρουρούς της Επανάστασης, όπως επιβεβαιώνουν δύο Ιρακινοί στρατιωτικοί αξιωματούχοι, ένας αξιωματούχος ασφαλείας και πέντε τοπικοί διοικητές πολιτοφυλακών.
Η αλλαγή τακτικής της Τεχεράνης
Η ίδρυση αυτών των νέων ιρακινών πυρήνων, που έρχεται για πρώτη φορά στο φως της δημοσιότητας, αντανακλά μια βαθιά αλλαγή στην τακτική των Φρουρών της Επανάστασης. Στόχος είναι να διατηρηθεί η ικανότητα του Ιράν να προβάλλει ισχύ στην περιοχή, σε μια χρονική συγκυρία όπου οι ένοπλες ομάδες-πληρεξούσιοί του έχουν αποδεκατιστεί και οι δικοί του στρατιωτικοί και οικονομικοί πόροι έχουν εξαντληθεί.
Το Ιράκ, μια χώρα με σιιτική πλειοψηφία, φιλοξενεί πλήθος πολιτοφυλακών, πολλές από τις οποίες διατηρούν στενούς δεσμούς με την Τεχεράνη, αποτελώντας βασικό πυλώνα του περιφερειακού “Άξονα της Αντίστασης”.
Οργανώσεις που δρουν υπό την ομπρέλα της Ισλαμικής Αντίστασης στο Ιράκ έχουν αναλάβει την ευθύνη για δεκάδες επιθέσεις με drones και ρουκέτες κατά αμερικανικών στόχων στη χώρα, προκαλώντας φονικά αεροπορικά πλήγματα αντιποίνων από την πλευρά των ΗΠΑ, ειδικά μετά την αμερικανοϊσραηλινή επίθεση κατά του Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου. Ωστόσο, δεν έχει καταγραφεί μαζική κινητοποίηση των ιρανικών proxies εντός των ιρακινών συνόρων.
Αντιθέτως, αρκετές ισχυρές σιιτικές παρατάξεις έχουν στείλει σήμα από πέρυσι ότι είναι έτοιμες να αφοπλιστούν και να επικεντρωθούν στην εγχώρια πολιτική σκηνή, ώστε να αποτραπεί μια κλιμάκωση της σύγκρουσης με την κυβέρνηση του Τραμπ. Αυτή ακριβώς η εξέλιξη φαίνεται πως ώθησε το Ιράν να δημιουργήσει ομάδες υπό τον απόλυτο και άμεσο έλεγχό του.
Ενδεικτικά, δύο από αυτές τις παρατάξεις, η Ασαΐμπ Αχλ αλ-Χακ και οι Ταξιαρχίες Ιμάμ Αλί, ανακοίνωσαν αυτόν τον μήνα ότι ξεκινούν την παράδοση των όπλων τους στις κρατικές αρχές, μετά τις επανειλημμένες προειδοποιήσεις των ΗΠΑ προς την ιρακινή κυβέρνηση.
«Οι νεότερες ομάδες που ιδρύθηκαν από τους Φρουρούς της Επανάστασης φαίνονται μικρότερες, πιο σκληροπυρηνικές ιδεολογικά και πιο στενά ελεγχόμενες, αντικατοπτρίζοντας την ανάγκη του Ιράν να εξοικονομήσει πόρους εν μέσω οικονομικής πίεσης», εξηγεί ο Τζασίμ αλ-Μπαχάντλι, εν αποστρατεία στρατηγός του ιρακινού στρατού και ειδικός σε θέματα ενόπλων οργανώσεων.
Η αποκάλυψη αυτή συμπίπτει με τη χρονική στιγμή που οι πρόεδροι των ΗΠΑ και του Ιράν υπέγραψαν μια ενδιάμεση συμφωνία για τον τερματισμό του πολέμου. Ωστόσο, οι Ιρανοί αξιωματούχοι έχουν ξεκαθαρίσει ότι η υποστήριξη της Τεχεράνης προς τις “οργανώσεις αντίστασης” είναι αδιαπραγμάτευτη και η συμφωνία δεν αγγίζει το συγκεκριμένο ζήτημα.
Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ επανέλαβε τις προσδοκίες του «να λάβει η ιρακινή κυβέρνηση άμεσα μέτρα για τη διάλυση όλων των εργαλείων των αποσταθεροποιητικών δραστηριοτήτων του Ιράν στο Ιράκ, συμπεριλαμβανομένων των Φρουρών της Επανάστασης και των ευθυγραμμισμένων με το Ιράν τρομοκρατικών πολιτοφυλακών».
Την ίδια ώρα, ο νέος πρωθυπουργός του Ιράκ, Αλί αλ-Ζαΐντι, και ο Αμερικανός απεσταλμένος Τομ Μπάρακ συζήτησαν τα ιρακινά σχέδια για τον πλήρη αφοπλισμό όλων των ένοπλων ομάδων που δρουν εκτός κρατικού ελέγχου, διαμηνύοντας ότι «το ιρακινό έδαφος δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί από καμία πλευρά για να απειληθεί η περιφερειακή ειρήνη».
Το χτύπημα στη στρατηγική γέφυρα του Ορμούζ
Ο πόλεμος με το Ιράν έχει πλήξει ανεπανόρθωτα την πιο σημαντική ενεργειακή περιοχή του πλανήτη. Η Τεχεράνη απάντησε στους αμερικανοϊσραηλινούς βομβαρδισμούς κλείνοντας ουσιαστικά τα Στενά του Ορμούζ -από όπου διέρχεται το ένα πέμπτο του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου- και εξαπολύοντας μπαράζ επιθέσεων με drones και πυραύλους εναντίον των γειτόνων της στον Κόλπο.
Οι νέες ομάδες που αναδύθηκαν στο Ιράκ κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης, λειτουργώντας με άγνωστα ονόματα και χωρίς δημόσιο προφίλ, πραγματοποίησαν τουλάχιστον τρεις επιθέσεις με drones κατά του Κουβέιτ, δύο κατά της Σαουδικής Αραβίας και δύο κατά των Εμιράτων. Στους στόχους περιλαμβάνονταν η αεροπορική βάση Αλί Αλ Σάλεμ στο Κουβέιτ, όπου είναι ανεπτυγμένες αμερικανικές δυνάμεις, καθώς και ένας στρατιωτικός αεροσταθμός στο διεθνές αεροδρόμιο της χώρας. Οι επιθέσεις κατά της Σαουδικής Αραβίας και των ΗΑΕ αναχαιτίστηκαν.
Ιρακινοί αξιωματούχοι σημειώνουν ότι το Ιράν στράφηκε στους νέους αυτούς πυρήνες για να μπορεί να αρνηθεί πειστικά την εμπλοκή του, να απομακρύνει τις κατηγορίες από τις κύριες φιλοϊρανικές ομάδες του Ιράκ και να μειώσει την αμερικανική πίεση προς τη Βαγδάτη.
Οι ιρακινές δυνάμεις ασφαλείας έχουν περιορισμένες πληροφορίες για αυτές τις ομάδες, αλλά εργάζονται για την αποκάλυψη της ιεραρχίας τους. Το σίγουρο είναι ότι πρόκειται για επίλεκτους μαχητές με τεχνογνωσία σε επιχειρήσεις drones και επικοινωνίες.
Η Τεχεράνη ξόδεψε δεκαετίες και δισεκατομμύρια δολάρια για να χτίσει το περιφερειακό της δίκτυο, το οποίο όμως έχει εξασθενήσει σημαντικά μετά την επίθεση της Χαμάς στο Ισραήλ στις 7 Οκτωβρίου 2023.
Το Ισραήλ σφυροκόπησε τη Χαμάς στη Γάζα και τη Χεζμπολάχ στον Λίβανο, οι Χούθι στην Υεμένη βρέθηκαν στο στόχαστρο ΗΠΑ και Βρετανίας, ενώ η ανατροπή του Σύρου προέδρου Μπασάρ αλ Άσαντ τον Δεκέμβριο του 2024 έκοψε μια ζωτική διαδρομή ανεφοδιασμού για τις ιρακινές πολιτοφυλάκες, απομονώνοντας ακόμη περισσότερο την Ισλαμική Δημοκρατία.
Έτσι, το Ιράν αφήνει στην άκρη τις μαζικές στρατολογήσεις και ποντάρει πλέον σε «πιο ριζοσπαστικοποιημένα στελέχη, πρόθυμα να λειτουργήσουν με πενιχρή οικονομική υποστήριξη, δίνοντας προτεραιότητα στην απόλυτη πίστη».
Αυτή η κατάσταση αποτελεί μια πρόωρη και επικίνδυνη δοκιμασία για τον Ιρακινό πρωθυπουργό Ζαΐντι, ο οποίος ανέλαβε καθήκοντα μόλις τον προηγούμενο μήνα. Η Βαγδάτη ισορροπεί εδώ και χρόνια σε ένα τεντωμένο σκοινί ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και την Τεχεράνη.
Επιπλέον, οι επιθέσεις που ξεκινούν από το ιρακινό έδαφος κινδυνεύουν να τινάξουν στον αέρα τις προσπάθειες του Ιράκ να αποκαταστήσει τις σχέσεις του με τους πλούσιους γείτονες του Κόλπου, οι οποίες ήταν παγωμένες από την εποχή της εισβολής του Σαντάμ Χουσεΐν στο Κουβέιτ το 1990.