Τι “έμαθε” το Ιράν από τον πόλεμο με τις ΗΠΑ;
Διαβάζεται σε 10'
Μετά τη λήξη των συγκρούσεων, το ερώτημα είναι πώς θα κινηθεί από εδώ και πέρα η ιρανική κυβέρνηση. Τα πρώτα σημάδια δείχνουν μια στροφή προς μεγαλύτερο αυταρχισμό και προτεραιότητα στην ενίσχυση των σχέσεων με την Κίνα.
- 20 Ιουνίου 2026 14:48
Τα ιδεολογικά διδάγματα που θα αντλήσει η νέα ηγεσία του Ιράν από τον πόλεμο των 110 ημερών μπορεί να αποδειχθούν ο καθοριστικός παράγοντας για το αν οι διαπραγματεύσεις με τις ΗΠΑ θα καταλήξουν σε μια συμφωνία που θα αποτρέπει – αποδεδειγμένα – τη χώρα από το να αναπτύξει πυρηνικό όπλο – ένα αποτέλεσμα που θα μπορούσε να εκκινήσει μια νέα εποχή για την ιρανική οικονομία, ενώ ταυτόχρονα θα αναδιαμορφώσει τη Μέση Ανατολή.
Το γεγονός ότι ο τραυματισμένος ανώτατος ηγέτης του Ιράν, Μοτζταμπά Χαμενεΐ, δεν εμφανίζεται δημόσια, δημιουργεί ένα κενό εξουσίας και κάνει την τρέχουσα περίοδο να μοιάζει με μια μεταβατική φάση στην ηγεσία της χώρας. Την Πέμπτη, ο Χαμενεΐ έστειλε επιστολή όπου έλεγε ότι διαφωνεί με τη συμφωνία γενικά, αλλά άφησε την τελική απόφαση στον πρόεδρο Μασούντ Πεζεσκιάν, αφού τον είχαν διαβεβαιώσει ότι αν οι ΗΠΑ ζητήσουν υπερβολικά πολλά, η συμφωνία δεν θα προχωρήσει.
Τα δικαιώματα της χώρας και ο «άξονας της αντίστασης» έπρεπε να προστατευθούν, δήλωσε ο Χαμενεΐ. Όπως και ο πατέρας και προκάτοχός του, ο Αλί Χαμενεΐ, βάζει τον εαυτό του σε μια βολική θέση ώστε να μην φέρει ευθύνη, αν οι εκλεγμένοι πολιτικοί αποτύχουν στις διαπραγματεύσεις με τη Δύση. Η δημόσια παρέμβασή του, την παραμονή των ακυρωμένων πλέον συνομιλιών στην Ελβετία, ενδέχεται ακόμη να επηρεάσει την ισορροπία μιας συζήτησης εντός της αμερικανικής κυβέρνησης σχετικά με τη φύση της νεότερης ιρανικής ηγεσίας.
H στάση των ΗΠΑ
Την προηγούμενη Παρασκευή, ο Ντόναλντ Τραμπ φάνηκε να παίρνει θέση όταν κατηγόρησε την ιρανική ηγεσία ότι είναι «πολύ ανέντιμοι άνθρωποι που δεν ενεργούν καλή τη πίστει».
Αυτή η εκτίμηση φαινόταν να συντονίζεται με τις απόψεις του Τζον Ράτκλιφ, διευθυντή της CIA, ο οποίος προειδοποίησε τον πρόεδρο ότι υπάρχει σημαντικό χάσμα ανάμεσα στις δημόσιες τοποθετήσεις των ιρανικών αξιωματούχων και σε όσα λένε ιδιωτικά. «Οι πληροφορίες δείχνουν ότι οι ιρανικές προθέσεις δεν ευθυγραμμίζονται με τις δεσμεύσεις που έχουν αναληφθεί στη συμφωνία», κατέληξε ο Ράτκλιφ, σύμφωνα με πηγή κοντά στις συζητήσεις που επικαλείται το Axios.
Υπονοείται ότι η νέα ηγεσία του Ιράν είτε θα καθυστερήσει μια πυρηνική συμφωνία είτε, στη χειρότερη περίπτωση, θα καταλήξει στο συμπέρασμα ότι πρέπει κρυφά να αποκτήσει πυρηνικό όπλο, επειδή τα Στενά του Ορμούζ θα αρχίσουν τελικά να χάνουν τη σημασία τους ως πηγή ισχύος για τη χώρα.
Λίγοι Ιρανοί αμφισβητούν ότι τα Στενά έπαιξαν καθοριστικό ρόνα στο να αποδειχθεί πως οι ΗΠΑ δεν μπορούν πλέον να επιβάλλουν μονομερώς την παγκόσμια τάξη. Ο Payam Fazlinejad, σκληροπυρηνικός εκδότης του περιοδικού Naqd Andisheh, δήλωσε: «Η ιστορία έχει δείξει επίσης στην Αμερική ότι μερικές φορές η γεωγραφία παίρνει εκδίκηση από την τεχνολογία· μέρος της πηγής ισχύος βρίσκεται στα γεωγραφικά στενά και όχι στον βαρύ στρατιωτικό εξοπλισμό. Το Ιράν έχει καταλάβει ότι διαθέτει μεγαλύτερη αποτρεπτική ισχύ από ένα πυρηνικό όπλο».
Ωστόσο, όπως πολλοί άλλοι, ο Fazlinejad προέτρεψε την ηγεσία να σπάσει τον αέναο κύκλο πολέμου, διαπραγματεύσεων και διαμαρτυριών. «Η χώρα πρέπει να αποκαταστήσει τη σταθερότητα», είπε στον Πεζεσκιάν σε συνάντηση με διευθυντές μέσων ενημέρωσης αυτή την εβδομάδα. Οι πολιτικοί μπορεί να έχουν διαφορετικές προσεγγίσεις, αλλά είναι σαφές ότι το κοινό επιθυμεί επιστροφή στην κανονικότητα.
Ο Τραμπ, κρίνοντας από τις δηλώσεις του στη σύνοδο του G7, φαίνεται να έχει υιοθετήσει πλήρως μια εκδοχή αυτής της ανάλυσης και, ως αποτέλεσμα, αποφάσισε να προσεγγίσει την ιρανική ηγεσία. Την Τρίτη, περιέγραψε τους ηγέτες της χώρας – την τρίτη ομάδα με την οποία έχει χρειαστεί να διαπραγματευτεί – ως «την πιο λογική ομάδα με την οποία έχουμε ποτέ συνεργαστεί… Δεν είναι ριζοσπαστικοποιημένοι. Θέλουν να βοηθήσουν τη χώρα τους».
Η ομάδα του Τραμπ πιστεύει ότι τις τελευταίες εβδομάδες έχει αποκτήσει προνομιακή πρόσβαση στα ανώτατα κλιμάκια της Τεχεράνης με τρόπο που δεν έχει υπάρξει από την επανάσταση του 1979.
Ο Βανς, για παράδειγμα, είπε ότι οι ΗΠΑ δεν είχαν ποτέ φτάσει τόσο κοντά στην ιρανική ηγεσία. «Το πιο εντυπωσιακό πράγμα σχετικά με την πρόοδο που έχουμε σημειώσει τις τελευταίες εβδομάδες είναι ότι βλέπεις ανθρώπους μέσα στο ιρανικό σύστημα – την ανώτατη ηγεσία, ακόμη και αξιωματούχους των Φρουρών της Επανάστασης (IRGC) – να λένε: “Ξέρετε κάτι; Αναγνωρίζουμε ότι ο τρόπος που συνεργαζόμασταν με τις ΗΠΑ για 47 χρόνια ήταν λάθος.”»
Είπε ότι οι σκληροπυρηνικοί στην Τεχεράνη προωθούν τα οφέλη της συμφωνίας για το Ιράν και υποβαθμίζουν τα μειονεκτήματά της – μια εκτίμηση που στην πραγματικότητα είναι πιθανότατα το αντίθετο από αυτό που συνέβαινε στην ιρανική πρωτεύουσα τις τελευταίες δύο εβδομάδες, σχολιάζει ο Guardian.
Ο διχασμός στο εσωτερικό του Ιράν και η ήττα των σκληροπυρηνικών
Στην πραγματικότητα, ήταν η πιο σκληροπυρηνική παράταξη, γνωστή ως Μέτωπο Paydari και επί χρόνια αντίθετη σε κάθε προσέγγιση με τη Δύση, που δυσφημούσε τη συμφωνία. Αυτή η ομάδα, συνδεδεμένη με τον πρώην διαπραγματευτή για τα πυρηνικά Σαΐντ Τζαλιλί και με ισχυρή παρουσία στο κοινοβούλιο, χαρακτήρισε τη συμφωνία καταστροφή.
Πολλά από τα μέλη της εμφανίστηκαν σε διαδηλώσεις και στην τηλεόραση για να καταγγείλουν τη διαπραγματευτική ομάδα ως προδότες της επανάστασης και του «μαρτυρικού» ανώτατου ηγέτη. Ο Βαχίντ Τζαλιλί, αδελφός του Σαΐντ Τζαλιλί, που διευθύνει μεγάλο μέρος του κρατικού ραδιοτηλεοπτικού φορέα IRIB, έχει δώσει βήμα στους επικριτές της συμφωνίας, προς εμφανή απογοήτευση του Πεζεσκιάν.
Η εσωτερική διαμάχη για τη συμφωνία ήταν, σε κάποιο βαθμό, μια επανάληψη των ίδιων συγκρούσεων που συνέβησαν το Ιράν και το 2015, όταν υπέγραψε την πυρηνική συμφωνία. Τότε, ο βασικός διαπραγματευτής και υπουργός Εξωτερικών, Τζαβάντ Ζαρίφ, δέχτηκε έντονη κριτική επειδή τον κατηγορούσαν ότι υπέγραψε αφελώς μια συμφωνία με τον “Μεγάλο Σατανά” (δηλαδή τις ΗΠΑ).
Όταν ο Τραμπ αποσύρθηκε μονομερώς από τη συμφωνία το 2018, υπονόμευσε σοβαρά την παράταξη που έβλεπε το άνοιγμα του Ιράν προς τις δυτικές αγορές ως αναγκαίο. Έκτοτε, οι υποστηρικτές της διαπραγμάτευσης έπρεπε να αντικρούουν το εύλογο επιχείρημα ότι οι ΗΠΑ δεν είναι αξιόπιστες. Σήμερα, η αδυναμία του Τραμπ να ελέγξει το Ισραήλ στον Λίβανο αποδυναμώνει τις διαπραγματεύσεις στην Τεχεράνη.
Παρόλα αυτά, εξακολουθεί να φαίνεται ότι, παρά την παρέμβαση του Χαμενεΐ, οι σκληροπυρηνικοί ήταν εκείνοι που τελικά υποχώρησαν. Οι υποστηρικτές της συμφωνίας δεν κέρδισαν μόνο μια πολιτική διαφωνία, αλλά και μια εσωτερική μάχη για την εξουσία στο Ιράν. Ο Μοχάμαντ Μπαγέρ Γκαλιμπάφ, ο συντηρητικός αλλά πιο πραγματιστής πρόεδρος του ιρανικού κοινοβουλίου που επανεκλέχθηκε πρόσφατα, είναι πιθανότατα – μαζί με τους Φρουρούς της Επανάστασης από τους οποίους προέρχεται – από τους μεγαλύτερους κερδισμένους του πολέμου.
Ο Γκαλιμπάφ ήταν τόσο σίγουρος για τη θέση του, που πρότεινε να γίνει ψηφοφορία στο ανώτατο συμβούλιο εθνικής ασφάλειας για την αποδοχή της συμφωνίας. Παρόλο που δεν συνηθίζεται, επετράπη να ψηφίσουν και μέλη του στρατού. Μόνο ένα άτομο που παρευρισκόταν αντιτάχθηκε, πιθανότατα ο Τζαλιλί.
Βασικά στελέχη του κοινοβουλίου, που θα μπορούσαν να αποτελέσουν εμπόδιο, παραδέχονται ότι το μνημόνιο δεν είναι έγγραφο που απαιτεί έγκριση από το κοινοβούλιο.
Σε μια μακρά συνέντευξη την Τετάρτη, γεμάτη με πολλές προσωπικές αναφορές καθώς και επαίνους για την εθνική ενότητα, ο Γκαλιμπάφ δικαιολόγησε τις διαπραγματεύσεις και, έμμεσα, τις παραχωρήσεις που συνεπάγεται η διαπραγμάτευση.
«Η δουλειά μου δεν είναι η διπλωματία», είπε. «Είμαι μαχητής. Αλλά με το πνεύμα και την κουλτούρα του μαχητή ασχολούμαι με τη διπλωματική εργασία. Στόχος μας ήταν να μειώσουμε την πίεση πάνω στον λαό. Αν δεν γινόταν αυτή η διαπραγμάτευση, θα συνέβαινε αυτό μόνο με μια επίθεση πυραύλου; Όχι.
«Οι ένοπλες δυνάμεις μας, σε σύγκριση με έναν βαριά εξοπλισμένο εχθρό, μπορούν να τον συντρίψουν, αλλά θα ήταν αυτό δυνατό χωρίς τη στήριξη του λαού; Ποτέ.»
Τι θα κάνει από εδώ και πέρα η Ιρανική κυβέρνηση;
Το μεγάλο ερώτημα τώρα είναι πώς θα συμπεριφερθεί η κυβέρνηση;
Οι πρώτες ενδείξεις, σύμφωνα με ειδικούς, είναι ότι η νέα ηγεσία ακολουθεί μια νέα μεγάλη στρατηγική, πιο αυταρχική, πιο φιλοκινεζική και πιο πρόθυμη να ακούσει πραγματιστικά τις συμβουλές των Φρουρών της Επανάστασης.
Στο πυρηνικό μέτωπο, υπάρχει μια πιθανή συμφωνία, καθώς οι ΗΠΑ έχουν εγκαταλείψει προηγούμενες «κόκκινες γραμμές». Ωστόσο, η Κέλσι Ντάβενπορτ, ειδική σε θέματα για το Ιράν από το Arms Control Association, προειδοποίησε ότι οι συζητήσεις για τον κρίσιμο ρόλο επιβεβαίωσης των επιθεωρητών του ΟΗΕ και για το κατά πόσο το καθεστώς θα δεχτεί ένα αναγκαία παρεμβατικό καθεστώς επιθεωρήσεων παραμένουν ανοιχτά ζητήματα. Απαιτούνται αυστηρά χρονοδιαγράμματα για την αναφορά του Ιράν στον Διεθνή Οργανισμό Ατομικής Ενέργειας, είπε.
Ο Γκαλιμπάφ φαίνεται επίσης να αντιλαμβάνεται ότι το εσωτερικό κυβερνητικό βάρος πρέπει να μετατοπιστεί στην αντιμετώπιση του πληθωρισμού και των συναλλαγματικών αγορών.
Ο Γκαλιμπάφ, που διορίστηκε ειδικός απεσταλμένος στην Κίνα τον περασμένο μήνα, ανέδειξε μια ισορροπημένη προσέγγιση μεταξύ Δύσης και Ανατολής.
Ο Σίνα Τουσί, ανώτερος ερευνητής στο Centre for International Policy, είπε: «Για χρόνια, το Ιράν αντιμετώπιζε την Κίνα συναλλακτικά. Επιδίωκε τελικά κάποια μορφή συνεννόησης με τη Δύση και χρησιμοποιούσε την Κίνα ως μοχλό πίεσης. Αλλά δεν έδινε πραγματικά στην Κίνα όσα ήθελε.»
Ο Εσφαντιαρ Μπατμανγκελίντζ, ένας από τους πιο γνωστούς αναλυτές της ιρανικής οικονομίας, είπε: «Οι Κινέζοι επιχειρηματίες και αξιωματούχοι ένιωσαν ότι τους άφησαν στην άκρη. Ήταν στρατηγικό λάθος του Ιράν να μην δώσει προτεραιότητα στις σχέσεις με την Κίνα. Ο Γκαλιμπάφ δείχνει ότι δεν πρόκειται να επαναλάβει το ίδιο λάθος.»
Άλλωστε, λίγες χώρες στην περιοχή σημειώνουν πρόοδο χωρίς κινεζικές επενδύσεις, αλλά από το 2018 οι αμερικανικές κυρώσεις έχουν καταστήσει τέτοιες επενδύσεις στο Ιράν σχεδόν αδύνατες.
Ένα ακόμη άλυτο πρόβλημα είναι η πολιτική κατάσταση. Ιρανοί που είχαν εναποθέσει ελπίδες στην υπόσχεση του Τραμπ ότι «η βοήθεια έρχεται» αισθάνονται προδομένοι. Ένας είπε: «Όταν παίρνεις ταξί, πας στα μαγαζιά ή μιλάς με φίλους, κανείς δεν είναι χαρούμενος με τη συμφωνία. Δεν το περιμέναμε αυτό τον Μάρτιο. Δεν θέλαμε έναν Σι ή έναν ιρανικό Πούτιν.»