Τι σημαίνει η νίκη των Δημοκρατικών για Ιράν, Γάζα και Ουκρανία

Διαβάζεται σε 12'
Τι σημαίνει η νίκη των Δημοκρατικών για Ιράν, Γάζα και Ουκρανία
Associated Press

Η νίκη των Δημοκρατικών αλλάζει τις ισορροπίες. Τι σημαίνει για τους πολέμους σε Ιράν, Γάζα και Ουκρανία.

Η σαρωτική επικράτηση των Δημοκρατικών στις ενδιάμεσες εκλογές των ΗΠΑ ανατρέπει τους πολιτικούς συσχετισμούς στην Ουάσινγκτον και δημιουργεί νέα δεδομένα για την εξωτερική πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ. Με τον έλεγχο και των δύο σωμάτων του Κογκρέσου να περνά στα χέρια τους, οι Δημοκρατικοί αποκτούν τη δυνατότητα να ασκήσουν μεγαλύτερη πίεση στον Αμερικανό πρόεδρο, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τον πόλεμο με το Ιράν, τη στάση των ΗΠΑ απέναντι στο Ισραήλ και τη στρατιωτική υποστήριξη προς την Ουκρανία.

Το κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο, είναι κατά πόσο η νέα κοινοβουλευτική πλειοψηφία θα μπορέσει να μετατρέψει την εκλογική της νίκη σε ουσιαστικές αλλαγές, δεδομένων των εκτεταμένων εξουσιών που διαθέτει ο πρόεδρος των ΗΠΑ.

Οι ενδιάμεσες εκλογές αντιμετωπίστηκαν σε μεγάλο βαθμό ως δημοψήφισμα για τις πολιτικές του Τραμπ και κυρίως για την απόφασή του να ξεκινήσει τον πόλεμο εναντίον του Ιράν τον περασμένο Φεβρουάριο.

Όπως γράφει το Al Jazeera, η σύγκρουση έχει προκαλέσει έντονη δυσαρέσκεια στην αμερικανική κοινωνία, καθώς το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ εκτόξευσε τις τιμές των καυσίμων, ενώ το κόστος για τους Αμερικανούς φορολογουμένους εκτιμάται ότι έχει φτάσει μέχρι στιγμής τα 47 δισ. δολάρια. Ήδη, αρκετοί προβεβλημένοι Ρεπουμπλικανοί, μεταξύ των οποίων και ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς, έχουν επιχειρήσει να αποστασιοποιηθούν από τον πόλεμο.

AP Photo/Ashley Landis)

Στην Ευρώπη, οι εκλογικές εξελίξεις έγιναν δεκτές την Τετάρτη με συγκρατημένη ικανοποίηση. Ευρωπαίοι ηγέτες εξέφρασαν την ελπίδα ότι οι Δημοκρατικοί, που θα αναλάβουν τον έλεγχο του Κογκρέσου τον Ιανουάριο, θα συμβάλουν στην αποκατάσταση των διαταραγμένων διατλαντικών σχέσεων και στην ενίσχυση της αμερικανικής υποστήριξης προς την Ουκρανία.

Ο Τραμπ έχει αποσύρει την υποστήριξή του προς το Κίεβο, κατηγορώντας τις ουκρανικές επιθέσεις σε ρωσικές πετρελαϊκές εγκαταστάσεις για την κρίση στις τιμές των καυσίμων. Παράλληλα, έχει ζητήσει την παραίτηση του Βολοντίμιρ Ζελένσκι και έχει αναστείλει τις κυρώσεις στο ρωσικό πετρέλαιο.

Οι Δημοκρατικοί, από την πλευρά τους, τάσσονται σε μεγάλο βαθμό υπέρ της υποστήριξης της Ουκρανίας και έχουν αντιταχθεί σθεναρά στον πόλεμο των ΗΠΑ εναντίον του Ιράν από την έναρξή του.

Βομβαρδισμός στην Ουκρανία
Βομβαρδισμός στην Ουκρανία AP

Όσον αφορά τη Γάζα, παρότι η προηγούμενη κυβέρνηση Μπάιντεν δεν έκανε πολλά για να ανακόψει το Ισραήλ στον γενοκτονικό πόλεμο στη Γάζα, μια νέα γενιά προοδευτικών Δημοκρατικών που εξελέγησαν στις ενδιάμεσες εκλογές έχει εκφράσει έντονη αντίθεση τόσο στις ισραηλινές επιχειρήσεις στη Γάζα όσο και στις επιθέσεις εποίκων εναντίον παλαιστινιακών κοινοτήτων στην κατεχόμενη Δυτική Όχθη.

Την Τρίτη, καθώς οι ήττες των Ρεπουμπλικανών διαδέχονταν η μία την άλλη, ο Τραμπ προειδοποίησε ότι θα χρησιμοποιήσει το προεδρικό του βέτο για να εμποδίσει οποιαδήποτε «παράλογη» πολιτική των Δημοκρατικών στο Κογκρέσο. Για να παρακαμφθεί ένα προεδρικό βέτο απαιτείται πλειοψηφία δύο τρίτων και στα δύο σώματα.

Η εκλογική συντριβή των Ρεπουμπλικανών και οι νέοι συσχετισμοί

Οι Ρεπουμπλικανοί υπέστησαν βαριά ήττα στις εκλογές της Τρίτης, χάνοντας τον έλεγχο τόσο της Βουλής των Αντιπροσώπων όσο και της Γερουσίας. Οι Δημοκρατικοί κατέγραψαν νίκες ακόμη και σε παραδοσιακά συντηρητικές πολιτείες, όπως το Τέξας, το Οχάιο, η Αϊόβα και το Κάνσας, οι οποίες είχαν στηρίξει τον Τραμπ στις προεδρικές εκλογές του 2024.

Στη Γερουσία των 100 εδρών, οι Δημοκρατικοί έχουν εξασφαλίσει 54 έδρες έναντι 44 των Ρεπουμπλικανών, ενώ απομένει να κριθούν ακόμη δύο.

Στη Βουλή των Αντιπροσώπων, οι Δημοκρατικοί έχουν κερδίσει 242 έδρες, ξεπερνώντας κατά πολύ το όριο των 218 που απαιτείται για τον έλεγχο του σώματος. Οι Ρεπουμπλικανοί έχουν εξασφαλίσει 151 έδρες.

Associated Press

Παράλληλα, οι Δημοκρατικοί ελέγχουν πλέον τις κυβερνήσεις 28 πολιτειών, έναντι 20 των Ρεπουμπλικανών, ενώ εκκρεμούν τα αποτελέσματα σε δύο ακόμη.

Οι εκλογές ανέδειξαν και αρκετές ιστορικές πρωτιές για τους Δημοκρατικούς. Ο Αμπντούλ Ελ-Σαγιέντ από το Μίσιγκαν έγινε ο πρώτος μουσουλμάνος γερουσιαστής, η Κίσα Λανς Μπότομς εξελέγη στη Τζόρτζια ως η πρώτη μαύρη γυναίκα κυβερνήτης της πολιτείας, η Τζίνα Ινοχόσα έγινε η πρώτη κυβερνήτης λατινοαμερικανικής καταγωγής στο Τέξας, ενώ στο Νέο Μεξικό η Ντεμπ Χάαλαντ αναδείχθηκε στην πρώτη γυναίκα κυβερνήτη με καταγωγή από τους αυτόχθονες πληθυσμούς των ΗΠΑ.

Ιράν: Μπορούν οι Δημοκρατικοί να σταματήσουν τον πόλεμο;

Ο πόλεμος των ΗΠΑ και του Ισραήλ εναντίον του Ιράν βρέθηκε στο επίκεντρο της εκλογικής αναμέτρησης.

Την Τετάρτη, ο Ντόναλντ Τραμπ παραδέχθηκε ότι η σύγκρουση συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό στις βαριές απώλειες των Ρεπουμπλικανών, επιμένοντας ωστόσο ότι η απόφαση για στρατιωτική επέμβαση ήταν δικαιολογημένη.

«Ανέβασε λίγο τις τιμές της βενζίνης βραχυπρόθεσμα […] αλλά, την ίδια στιγμή, αν έπρεπε να το ξανακάνω, θα έπρεπε να το ξανακάνω, γιατί μακροπρόθεσμα είναι η μόνη λύση. Δεν μπορείς να επιτρέψεις στο Ιράν να αποκτήσει πυρηνικό όπλο», δήλωσε στους δημοσιογράφους.

Ο Αμερικανός πρόεδρος είχε εκλεγεί υποσχόμενος να τερματίσει την εμπλοκή των ΗΠΑ σε πολέμους στο εξωτερικό και να μειώσει το κόστος ζωής.

Ωστόσο, από την ανάληψη των καθηκόντων του, τον Ιανουάριο του 2025, έχει εμπλέξει τις Ηνωμένες Πολιτείες σε δύο πολέμους εναντίον του Ιράν, χωρίς να ζητήσει την έγκριση του Κογκρέσου.

Μοτζάμπα Χαμενεϊ
Μοτζάμπα Χαμενεϊ AP Photo/Vahid Salemi

Οι Δημοκρατικοί επιχείρησαν να αντιδράσουν, αλλά με περιορισμένα αποτελέσματα, καθώς ο Τραμπ βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό σε εκτελεστικά διατάγματα για να παρακάμψει το Κογκρέσο.

Η δυσαρέσκεια απέναντι στην κυβέρνησή του αποτυπώνεται και στη δημοτικότητα του προέδρου. Σύμφωνα με δημοσκόπηση Reuters/Ipsos που δημοσιεύθηκε την παραμονή των εκλογών, μόλις το 32% των ερωτηθέντων δήλωνε ότι εγκρίνει τις πολιτικές του.

Παρά το εκλογικό αποτέλεσμα, ο Τραμπ εξακολουθεί να διατηρεί ανοιχτό τόσο το ενδεχόμενο νέων στρατιωτικών πληγμάτων εναντίον του Ιράν όσο και την προοπτική διπλωματικών συνομιλιών. Έχει επίσης απειλήσει να χρησιμοποιήσει το προεδρικό βέτο για να ανακόψει τις πρωτοβουλίες των Δημοκρατικών.

Ο Δημοκρατικός γερουσιαστής Τσακ Σούμερ δήλωσε την Τετάρτη ότι το Κογκρέσο διαθέτει ένα σημαντικό όπλο απέναντι στον πρόεδρο: τον έλεγχο της χρηματοδότησης.

«Θα τερματίσουμε τον πόλεμο […] Οι ιδρυτές του αμερικανικού κράτους προέβλεψαν την εξουσία ελέγχου των δημόσιων δαπανών ως έναν από τους τρόπους περιορισμού ενός προέδρου που διεξάγει πόλεμο χωρίς τη συγκατάθεση του αμερικανικού λαού», ανέφερε.

Ωστόσο, ακόμη κι αν οι Δημοκρατικοί ελέγχουν πλέον τις αποφάσεις για τη διάθεση των κονδυλίων, ο περιορισμός της χρηματοδότησης του πολέμου δεν θα είναι απλή υπόθεση.

Ο Τζέιμς Μπόις, ερευνητής στο Κέντρο Αμερικανικής Πολιτικής του University College London, εξήγησε στο Al Jazeera ότι μια τέτοια κίνηση θα προκαλούσε σοβαρές δυσκολίες.

«Με στρατεύματα ήδη ανεπτυγμένα στο πεδίο των επιχειρήσεων, κάτι τέτοιο θα αποδεικνυόταν εξαιρετικά προβληματικό και θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι θέτει σε κίνδυνο αμερικανικές ζωές», σημείωσε.

Αναλυτές εκτιμούν επίσης ότι είναι δύσκολο να περιοριστεί ο Τραμπ μέσω του Νόμου περί Πολεμικών Εξουσιών (War Powers Resolution), καθώς προηγούμενες προσπάθειες αξιοποίησής του είτε απέτυχαν είτε αποδείχθηκαν αναποτελεσματικές.

Ο ομοσπονδιακός νόμος του 1973 προβλέπει ότι ο πρόεδρος μπορεί να αποκρούσει μια επικείμενη επίθεση, αλλά οι στρατιωτικές επιχειρήσεις πρέπει να τερματιστούν εντός 60 ημερών, εκτός εάν το Κογκρέσο κηρύξει πόλεμο.

Στενά του Ορμούζ
Στενά του Ορμούζ AP Photo/Kamran Jebreili, File

Ωστόσο, ο πρόεδρος μπορεί να ασκήσει βέτο, το οποίο ανατρέπεται μόνο με πλειοψηφία δύο τρίτων τόσο στη Βουλή των Αντιπροσώπων όσο και στη Γερουσία. Οι Δημοκρατικοί δεν διαθέτουν αυτή την αυξημένη πλειοψηφία.

Από την πλευρά του, το Ιράν ενδέχεται πλέον να εντείνει τις πιέσεις προς τις ΗΠΑ προκειμένου να αποδεχθούν τους όρους του για τον τερματισμό του πολέμου, αξιοποιώντας την πολιτική αποδυνάμωση των Ρεπουμπλικανών μετά τις εκλογές.

Γάζα: Η νέα γενιά Δημοκρατικών και η αμερικανική βοήθεια προς το Ισραήλ

Οι Δημοκρατικοί διατηρούν παραδοσιακά φιλοϊσραηλινή στάση. Η κυβέρνηση του πρώην προέδρου Τζο Μπάιντεν συνέχισε τη στρατιωτική υποστήριξη προς το Ισραήλ μετά την έναρξη του γενοκτονικού πολέμου στη Γάζα, τον Οκτώβριο του 2023, ακόμη και ενώ χιλιάδες Παλαιστίνιοι σκοτώνονταν στις ισραηλινές επιχειρήσεις.

Ωστόσο, αρκετοί υποψήφιοι της προοδευτικής πτέρυγας των Δημοκρατικών που εξελέγησαν την Τρίτη έχουν διαφοροποιηθεί έντονα από αυτή την πολιτική.

(AP Photo/Abdel Kareem Hana)

Οι νέοι αυτοί βουλευτές και γερουσιαστές έχουν ασκήσει σφοδρή κριτική στον Ισραήλ, στις βίαιες επιθέσεις Ισραηλινών εποίκων εναντίον Παλαιστινίων στην κατεχόμενη Δυτική Όχθη, αλλά και στη διαχρονική, σχεδόν άνευ όρων οικονομική και στρατιωτική υποστήριξη της Ουάσινγκτον προς το Ισραήλ.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Αμπντούλ Ελ-Σαγιέντ, ο οποίος εξελέγη γερουσιαστής στο Μίσιγκαν, παρά την ιδιαίτερα επιθετική εκστρατεία εναντίον του από τους Ρεπουμπλικανούς και την πολιτική επιτροπή AIPAC, που υποστηρίζει το Ισραήλ.

Ο Ελ-Σαγιέντ έχει καταφερθεί εναντίον της κυβέρνησης Τραμπ και έχει δεσμευτεί να ασκήσει πιέσεις για τη διακοπή της αμερικανικής βοήθειας προς το Ισραήλ.

O Abdul El-Sayed AP

Την ημέρα των εκλογών, σε μια κίνηση που φάνηκε να αποσκοπεί στον κατευνασμό των ψηφοφόρων, ο Τραμπ ανακοίνωσε μέσω του Fox News ότι ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου είχε προτείνει στις ΗΠΑ να σταματήσουν την ετήσια οικονομική βοήθεια ύψους 4 δισ. δολαρίων προς τη χώρα του.

«Έχουμε ήδη συμφωνήσει ότι μέχρι το τέλος του έτους δεν θα πληρώνουμε πλέον το Ισραήλ», δήλωσε ο Τραμπ, προσθέτοντας πάντως ότι «θα βοηθήσουμε το Ισραήλ αν μας χρειαστεί».

Το γραφείο του Νετανιάχου δεν σχολίασε τις δηλώσεις.

Ουκρανία: Ελπίδες στο νέο Κογκρέσο για επανεκκίνηση της αμερικανικής στήριξης

Η επιστροφή της αμερικανικής υποστήριξης προς την Ουκρανία αποτελεί ένα ακόμη κρίσιμο ζήτημα μετά τη νίκη των Δημοκρατικών.

Ο Ντόναλντ Τραμπ ανέλαβε την προεδρία υποσχόμενος ότι θα τερματίσει τον πόλεμο Ρωσίας – Ουκρανίας μέσα σε «λίγες ημέρες». Ωστόσο, δεν κατάφερε να υλοποιήσει αυτή τη δέσμευση και, στη συνέχεια, έστρεψε ολοένα περισσότερο την κριτική του προς την Ουκρανία και τους Ευρωπαίους συμμάχους της.

Ο Αμερικανός πρόεδρος υποστηρίζει ότι οι ευρωπαϊκές χώρες πρέπει να επωμιστούν το μεγαλύτερο μέρος της οικονομικής και στρατιωτικής βοήθειας προς το Κίεβο.

Νωρίτερα φέτος, είχε αφήσει να εννοηθεί ότι η Ουκρανία θα έπρεπε να παραχωρήσει εδάφη που έχει ήδη καταλάβει η Ρωσία, προκειμένου να επιτευχθεί μια ειρηνευτική συμφωνία.

Τον περασμένο Φεβρουάριο, κατά την επίσκεψη του Βολοντίμιρ Ζελένσκι στον Λευκό Οίκο, ο Τραμπ είχε χαρακτηρίσει τον Ουκρανό πρόεδρο «αχάριστο», στη διάρκεια μιας ιδιαίτερα τεταμένης αντιπαράθεσης.

AP

Πιο πρόσφατα, ο Τραμπ κατηγόρησε τον Ζελένσκι ότι ευθύνεται για την αύξηση των διεθνών τιμών του ντίζελ, η οποία έχει πλήξει σοβαρά τους αγρότες και τους οδηγούς φορτηγών στις ΗΠΑ, εξαιτίας των ουκρανικών πληγμάτων σε ρωσικές πετρελαϊκές εγκαταστάσεις.

Παράλληλα, ανέστειλε τις κυρώσεις στο ρωσικό πετρέλαιο, οι οποίες είχαν εγκριθεί τον Σεπτέμβριο με διακομματική υποστήριξη στο Κογκρέσο, προκαλώντας αντιδράσεις ακόμη και στο εσωτερικό του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος.

Κατά τη διάρκεια πρόσφατων ρωσικών επιθέσεων στο Κίεβο, η Ουκρανία κατηγόρησε τις ΗΠΑ ότι παρακρατούν πληροφορίες των υπηρεσιών πληροφοριών σχετικά με επερχόμενα πυραυλικά πλήγματα και περιορίζουν την πρόσβασή της στο δορυφορικό δίκτυο Starlink του Έλον Μασκ, το οποίο χρησιμοποιεί για την καθοδήγηση των πυραύλων της.

Η κυβέρνηση Τραμπ έχει επίσης καθυστερήσει την παράδοση οπλικών συστημάτων που η Ουκρανία δηλώνει ότι έχει απόλυτη ανάγκη. Την ίδια στιγμή, ο Αμερικανός πρόεδρος έχει ζητήσει την αποχώρηση του Ζελένσκι από την προεδρία, υποστηρίζοντας ότι η Ουκρανία «δεν θέλει να τελειώσει αυτός ο πόλεμος».

Τον Οκτώβριο, η Ουάσινγκτον ήρε κυρώσεις κατά της Ρωσίας και άρχισε να αγοράζει ρωσικό πετρέλαιο, προκαλώντας ανησυχία στους Ευρωπαίους ηγέτες και έντονες επικρίσεις από το Κίεβο.

(AP Photo/Julia Demaree Nikhinson, File)

Πρόκειται για πλήρη μεταστροφή σε σχέση με την πολιτική της προηγούμενης κυβέρνησης Μπάιντεν, η οποία είχε δεσμευτεί ότι η Ουάσινγκτον «δεν θα εγκαταλείψει» την Ουκρανία.

Πλέον, η ουκρανική ηγεσία ελπίζει ότι η χώρα θα επανέλθει ψηλά στην αμερικανική πολιτική ατζέντα τον Ιανουάριο, όταν θα συνεδριάσει το νέο Κογκρέσο.

«Οι Δημοκρατικοί μιλούν πολύ ξεκάθαρα για την υποστήριξη της Ουκρανίας και την παροχή βοήθειας προς τη χώρα», δήλωσε ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι στο γερμανικό τηλεοπτικό δίκτυο ZDF.

«Μιλούν για την αποκατάσταση των σχέσεων μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ευρώπης […] Επομένως, υπάρχει ελπίδα ότι θα διαμορφωθεί μια ισορροπία δυνάμεων και ότι θα λάβουμε περισσότερη υποστήριξη», πρόσθεσε.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα