Νέες ταινίες: Ο Τζον Μάλκοβιτς καρφί για Όσκαρ στην μαύρη πολιτική κωμωδία “Wild Horse Nine”

Διαβάζεται σε 18'
Νέες ταινίες: Ο Τζον Μάλκοβιτς καρφί για Όσκαρ στην μαύρη πολιτική κωμωδία “Wild Horse Nine”
24 Media Creative Team

Κάθε εβδομάδα, ο Θοδωρής Δημητρόπουλος βλέπει και σχολιάζει τις νέες ταινίες στις αίθουσες.

Το καταπληκτικό “Coyote vs. ACME” βρέθηκε στην κορυφή του ελληνικού box office με σχεδόν 20.000 εισιτήρια το περασμένο 4ήμερο ρίχνοντας από εκεί το “Clayface” που πάντως κινείται τίμια, φτάνοντας τα 33.000 εισιτήρια σε 10 μέρες.

Βοήθησε η Γιορτή του Σινεμά έστω κι αν η πορεία των εισιτηρίων της συγκεκριμένης μέρας εμφανίζει πτωτική τάση. Στο πλαίσιο της συγκεκριμένης μέρας είχαμε μάλιστα την επανεμφάνιση της “Οδύσσειας” με άλλα 7.500 εισιτήρια, ενώ πήραν έκθεση και ταινίες όπως το “Ντίγκερ” και το “Primetime” με 5.000 και 4.000 εισιτήρια αντίστοιχα.

Κι αυτά ενώ η “Καρδιά του Κτήνους” ξεπέρασε τα 100.000 εισιτήρια και το “Ημερολόγιο της Βέριτι” τα φλερτάρει (είναι στα 97.000), σε δύο από τις ξεκάθαρες επιτυχίες του φθινοπώρου. Μαζί με, στο δικό τους φυσικά μέγεθος, το “ΝΑΖΑ” που πλησιάζει το 30άρι και το “Έτσι Ξαφνικά” που φτάνει τις 10.000.

Οι νέες ταινίες της εβδομάδας

Wild Horse Nine

(Μάρτιν ΜακΝτόνα, 1ω58λ)

★★★½

Λίγο πριν το πραξικόπημα του Πινοσέτ στη Χιλή το 1973, δύο πράκτορες της CIA ταξιδεύουν σε μυστική αποστολή στα νησιά του Πάσχα. Όμως η μυστική αποστολή του ενός, είναι διαφορετική από του άλλου.

Σε 25 λέξεις: Πικρή και θυμωμένη μαύρη πολιτική κωμωδία με το χαρακτηριστικό στυλ του Μάρτιν ΜακΝτόνα (“Τα Πνεύματα του Ινισέριν”), που κοιτάζει τον παρεμβατισμό της CIA με υπαρξιακές διαθέσεις. Εντυπωσιακός Τζον Μάλκοβιτς.

Κριτική

Η συνήθης αφηγηματική δομή των ταινιών του ΜακΝτόνα μετατοπίζεται στο πιο ιδιόμορφο μέχρι τώρα σκηνικό τους. Έχουμε και πάλι τη γνώριμη αυτή σύνθεση, μιας δυνατής φιλίας ανάμεσα σε δύο άντρες που αναζητούν την ηθική τους πυξίδα, μια φιλία που άλλοτε μπορεί να γίνεται καχυποψία, άλλοτε βιτριόλι.

Στη θέση των Μπρένταν Γκλίσον και Κόλιν Φάρελ από την “Αποστολή στη Μπριζ” και τα “Πνεύματα του Ινισέριν”, εδώ έχουμε τον Σαμ Ρόκγουελ (βραβευμένο με Όσκαρ για τις “Τρεις Πινακίδες”, επίσης του ΜακΝτόνα) και τον Τζον Μάλκοβιτς. Στη θέση της Μπριζ ή της άγριας ιρλανδικής εξοχής, εδώ έχουμε το Ραπανούι – το Νησί του Πάσχα κοινώς.

Οι Ρόκγουελ και Μάλκοβιτς παίζουν δύο πράκτορες της CIA, και μάλιστα όχι τίποτα τυχαίους. Στην πρώτη σκηνή της ταινίας ο Μάλκοβιτς προσπαθεί να θυμηθεί τις καθοριστικές στιγμές της καριέρας του και καταλήγει να βγάζει μια λίστα με μερικές από τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις αμερικανικού παρεμβατισμού στη δημοκρατία και στη σταθερότητα άλλων χωρών – αλλά και ένα κάποιο πολύ διάσημο περιστατικό εσωτερικής παρέμβασης της CIA, στο Ντάλας, το 1963.

Γύρω από αυτό το τελευταίο στήνεται και ένα μέρος της πλοκής που διατρέχει την ταινία, καθώς οι ανώτεροι του Μάλκοβιτς στη CIA ανησυχούν πως κάποια μυστικά της εκτέλεσης του Κένεντι μπορεί να διαρρεύσουν από τον γερασμένο πια πράκτορα. Έχει ξεφορτωθεί ένα μάτσο ηγέτες στην Αφρική και Λατινική Αμερική, «αλλά αν σκοτώσεις έναν λευκό τότε ξαφνικά όλοι τρελαίνονται», μονολογεί κάποια στιγμή ο Κρις του Μάλκοβιτς καθώς αναλογίζεται τη ζωή του και τα συντρίμμια που αφήνει πίσω.

Ο Κρις μαζί με τον Λι (Ρόκγουελ) βρίσκονται στη Νήσο του Πάσχα στη διάρκεια ενός «διαλείμματος» από την εν εξελίξει επιχείρηση της CIA στη Χιλή, με στόχο φυσικά την επικείμενη ανατροπή του Αλιέντε και εγκαθίδρυση της στρατιωτικής δικτατορίας το 1973. Εκεί, συναντούν και δύο επαναστατικές φοιτήτριες, την Μόνικα (η φοβερή Μαριάνα Ντι Γκιρολάμο του Έμα του Πάμπλο Λαραϊν) και την Αλίσια (Αϊλίν Σάλας), στις οποίες ο Κρις εμφανίζει την τάση να ομολογεί πολύ περισσότερα από αυτά που θα έπρεπε, για τις πράξεις της CIA.

Κι ενώ οι ανώτεροι στη CIA (με έναν κεφάτο Στιβ Μπουσέμι, απολαυστικό ακόμα και δια τηλεφώνου) ανησυχούν για τα αναδυόμενα υπαρξιακά του Κρις και το τι μπορεί να σημαίνουν για τα ένοχα μυστικά της CIA, ο ίδιος ο Κρις βρίσκει την ευκαιρία να περάσει αυτές τις μέρες περιφερόμενος σε αυτό το ιδιόμορφο, φύσει μελαγχολικό τοπίο σκεπτόμενος – τον Παράδεισο, την Κόλαση, και τον κόσμο που σχημάτισε (ένα μοτίβο που τελικά απασχολεί πολύ κόσμο τελευταία).

Στο Ραπανούι ο Κρις κι ο Λι μοιάζουν μικροί, απειροελάχιστοι. Άνθρωποι περιφερόμενοι μέσα στο αχανές της υπαρξιακής τους συνειδητοποίησης. Τεράστια, πέτρινα κεφάλια, μονόλιθοι της ύπαρξης αμετακίνητοι και ασυγκίνητοι από το πέρασμα του χρόνου, δίπλα στους οποίους δύο άνθρωποι (ακόμα και δύο τόσο φρικτοί άνθρωποι, με επίδραση ανυπολόγιστης ζημιάς στον κόσμο γύρω μας) μοιάζουν έντομα, μοιάζουν απλώς περαστικοί.

Είναι μόνο μπροστά στο φάσμα του θανάτου που ερχόμαστε στα αλήθεια αντιμέτωποι με το τι αφήνουμε πίσω; Με το σχήμα που θα αφήσει πίσω η απουσία μας; Για τον Κρις αυτή είναι ξεκάθαρα η αλήθεια, καθώς περνά το χρόνο του ερχόμενος σε επαφή με ανθρώπους με τους οποίους δε μοιράζεται απολύτως τίποτα στη ζωή, πηγαίνοντας σε συναυλίες ντόπιων καλλιτεχνών, αγγίζοντας (κυριολεκτικά) το γρασίδι.

Και προσπαθώντας να θυμηθεί: Γράφει σε κασετοφωνάκια αναμνήσεις από τη ζωή του πριν ξεχάσει τα πάντα, και ξεκινά, όπως είναι φυσικό, από τους δεινόσαυρους. «Τι σκατά κάνουν οι δεινόσαυροι σε ένα memoir;;» αναρωτιέται ο Μπουσέμι φωνάζοντας δια τηλεφώνου στον Ρόκγουελ, όταν για μια ακόμα φορά του υπογραμμίζει πως πρέπει να συμμαζέψει τον παρτενέρ του.

Όμως ο Κρις δεν ενεργεί απαραιτήτως με άξονα την αλήθεια ή την όποια αποκάλυψή της. Είναι καθαρά εσωτερική η διαδικασία που περνά. Καθόλη τη διάρκεια των ρεμβασμών του, προσπαθεί να βάλει ακριβή λόγια σε αυτό που σταδιακά πια καταλαβαίνει για τη θέση του στον κόσμο και στον (λέμε τώρα) Παράδεισο. «Αν ένας Ναζί έπεφτε μπροστά σε χειροβομβίδα για να προστατέψει τη γυναίκα του, θα πήγαινε στον Παράδεισο;», αναρωτιέται – κι αν αυτό δεν είναι συγκαλυμμένη απόγνωση, τότε τι είναι;

Μέσα από αυτή τη σταδιακή διαδρομή αναγνώρισης και αποδοχής, αλλά και κυριολεκτικής διαδρομής σε τοπία από τις πεδιάδες του Ραπανούι μέχρι μια σκληρή παρεμβολή από ένα βαθύτατα αμερικάνικο σκηνικό που παραπέμπει στην αμερικάνικη παράδοση του Τζον Γουέιν (μια ζωή οι παρεμβατικοί καουμπόηδες της υπόθεσης) το φιλμ επιχειρεί μια δύσκολη, ίσως και επικίνδυνη ισορροπία: Πώς να ζητήσεις από ένα κοινό να ακολουθήσει το πικρό χιούμορ ενός αρνητικού χαρακτήρα, χωρίς να επιχειρεί ποτέ το φιλμ να τον εξιλεώσει ή να τον κάνει συμπαθή.

Πράγματι ο Κρις δεν διανοείται καν να ζητήση συγχώρεση ή συμπάθεια. Όταν κατανοεί τη θέση του στον κόσμο, λογικά κατανοεί ταυτόχρονα πως δεν υπάρχει εξιλέωση για αυτόν. Ταυτόχρονα, η γραφή του ΜακΝτόνα (και κάποιες πράξεις του προς το τέλος) το κάνουν αδύνατον να μην αφεθείς ως θεατής μαζί του – όχι για να δώσεις άφεση αμαρτιών φυσικά, αλλά έστω ως συνοδοιπόρος. Αμφιλεγόμενο ως κατάληξη: Ίσως ακόμα το θυμωμένο Χόλιγουντ, μόνο ως εκεί να μπορεί να φτάσει, να μη μπορεί να διανοηθεί μια πολιτικά φορτισμένη αφήγηση χωρίς – κι εκεί ακόμα – να μην υπάρχει ένας ανθρώπινος συνοδοιπόρος για το κοινό.

Σε άλλες φάσεις του πάντως, μαζί με τον Λι, ο Κρις συζητά για το κατά πόσο ο Παράδεισος θα έχει δεινοσαύρους ή ζωύφια ή πάσης φύσεως άλλες υπάρξεις. Κάποια στιγμή μιλά για τον καρκίνο που κατατρώει ένα σώμα, προκαλώντας νομοτελειακά την ίδια του τελικά την καταστροφή: Αν το σώμα πεθάνει, δεν θα πεθάνει μαζί του κι ο καρκίνος; «Καημένε καρκίνε!», μονολογεί.

Όπως πάντα, ο ΜακΝτόνα έχει εντυπωσιακό έλεγχο ενός αιχμηρού μαύρου χιούμορ που δεν είναι ποτέ προβλέψιμο ή μονοδιάστατο ή επαναλαμβανόμενο. Η μεγαλύτερη απόλαυση της ταινίας είναι όταν, βασικά, δεν συμβαίνει τίποτα, κι απλώς ο Κρις με τον Λι κάθονται, γεμίζοντας κενούς χρόνους με κάποιο νέο τους παραληρηματικό διάλογο, γεμάτο παρενθέσεις, συνεπαγωγές, και παράλογα ντόμινο σκέψεων.

Αυτά όλα δίνουν μια γεύση για το πώς ο ΜακΝτόνα αντιμετωπίζει τελικά τους αντι-ήρωές του. Ο εξανθρωπισμός τους γίνεται στο πλαίσιο μιας φιλοσοφικής προσέγγισης και μιας δραματουργίας, ενός στοχασμού πάνω στην ηθική και την ύπαρξη, που διατηρεί μέχρι τέλους έναν φοβερό θυμό για τον κόσμο που έχουν σχηματίσει οι «ήρωές» του.

Στη συνέντευξη τύπου της ταινίας στη Βενετία, ο ΜακΝτόνα είπε πως θυμάται να είναι παιδί και να βλέπει στην τηλεόραση για τον Λουμούμπα, τον πρώτο δημοκρατικά εκλεγμένο ηγέτη της Δημοκρατίας του Κονγκό, που ανατράπηκε και εκτελέστηκε ύστερα από εμπλοκή της CIA και του Βελγίου. Τι έχει αλλάξει σήμερα; «Όταν το κάνουν δεν τους ενδιαφέρει καν να το κρύβουν», εξηγεί, καθώς είναι αδύνατο να μη σκεφτεί κανείς την πρόσφατη εμπλοκή των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα βλέποντας την ταινία.

Ο θυμός αυτός του φιλμ ηλεκτρίζει ειδικότερα τις σκηνές που ο Μάλκοβιτς μοιράζεται με τις φοιτήτριες από τη Χιλή, των οποίων τη χώρα ο χαρακτήρας του πρόκειται σύντομα να καταστρέψει ολοκληρωτικά. Μέσα από τις συνομιλίες τους περνά η πολιτική ραχοκοκαλιά του φιλμ, από τον παραιτημένο κυνισμό στο ύφος του Μάλκοβιτς όταν τους μιλά, μέχρι την ορμητικότητα που μένει στον απόηχο της συνύπαρξής τους.

(Υπάρχει μια σκηνή «παράθυρο στο μέλλον», μέσα από τα σχέδια και τις πράξεις του αμερικάνικου παρεμβατισμού, που θες να ξεριζώσεις τις καρέκλες από θυμό. Ένα ζευγάρι ματιών που σε κοιτάζει από την οθόνη, είναι κενό, σχεδόν ανέκφραστο. Ένα άλλο είναι στα όρια των δακρύων. Δεν είναι αυτό ακριβής αναπαράσταση του κόσμου σήμερα;)

Εδώ είναι αξιοσημείωτες κι οι δύο καλύτερες ερμηνείες της ταινίας, κάθε μια φυσικά στο εύρος που της αναλογεί. Η Μαριάνα ντι Γκιρολάμο (του “Έμα”) φέρνει συναισθηματική ένταση δίχως κορώνες, και μια πικραμένη αποφασιστικότητα σε έναν περιφερειακό ρόλο έντονης συμβολικής και πολιτικής βαρύτητας.

Όμως η ταινία ανήκει στον Μάλκοβιτς, που έχει έναν δικό του τόνο στον οποίο εκπέμπει, μια δική του μοναδική ταχύτητα και εμβέλεια. Μιλάει αργά, τονίζοντας όχι μόνο την κάθε συλλαβή, αλλά ακόμα περισσότερο τα κενά ανάμεσα στις συλλαβές. Είναι καθηλωτικός όταν μελαγχολικά και σιωπηλά κινείται (ή δεν κινείται καν) στο τοπίο, και είναι σαρωτικός όταν συνδυάζει καυστικό χιούμορ με πικρό στοχασμό μέσα από τους διαλόγους του με τον Ρόκγουελ και την ντι Γκιρολάμο. Σηκώνει την ταινία, τις ιδέες της, τον στοχασμό της, πάνω στους ώμους του, μια συλλαβή τη φορά – και το κάνει να μοιάζει σαν, απλώς, να ζει μια ακόμα μέρα του.

Club Kid

(Τζόρνταν Φέρστμαν, 2ω2λ)

★★★

Ένας γκέι διοργανωτής ξέφρενων πάρτυ στη Νέα Υόρκη βλέπει τη ζωή του να αλλάζει όταν μαθαίνει πως έχει έναν 10χρονο γιο – και πως, ξαφνικά, πρέπει να τον φροντίσει.

Σε 25 λέξεις: Τρυφερή, αστεία ταινία “ενήλικης ενηλικίωσης” που παρά τις ενστάσεις και έναν μικρό συντηρητισμό που υποβόσκει, καταφέρνει να συγκινήσει και να συνεπάρει τον θεατή. Ειδικά για ντεμπούτο, ο Φέρστμαν (που πρωταγωνιστεί κιόλας) μοιάζει σκηνοθέτης έτοιμος.

Κριτική

Η ταινία ανοίγει με τον Πίτερ (ο ίδιος ο Τζόρνταν Φέρστμαν, πρωταγωνιστεί) και την παρέα του στην νυχτερινή τους ζωή. Ο Πίτερ, που είναι γκέι, προμοτάρει πάρτυ σε κλαμπ και ζει τη νυχτερινή ζωή στο μάξιμουμ, με ναρκωτικά, με νύχτες που φτάνουν στο ξημέρωμα, με (ανώνυμο και επώνυμο) σεξ και τη γενική αίσθηση πως αυτή η στιγμή θα κρατήσει για πάντα.

Μερικά χρόνια μετά η ζωή του είναι ίδια αλλά το σώμα δεν αντέχει εξίσου. Τα ξενύχτια και τα hangover δεν είναι για κάθε βράδυ, και κάτι από τη δίψα του για την ορμητικότητα του κλαμπ μοιάζει να έχει χαθεί. Η αφορμή που έμοιαζε να ψάχνει για να ξεκολλήσει από τις επαναλήψεις, ήταν η έξαφνη εμφάνιση στο σπίτι του, ενός 10χρονου αγοριού, του Άρλο – που είναι ο γιος του, που δεν ήξερε ότι έχει.

Ό,τι ακολουθεί είναι μια σειρά από μικρο-επεισόδια, παρεξηγήσεις και διασκεδαστικά περιστατικά που συμβαίνουν γύρω από τη διαδρομή ωρίμανσης του Πίτερ. Στο άψε σβήσε γίνεται αγαπητικός, δοτικός πατέρας για τον γιο του, και προκειμένου να φανεί αντάξιος της ευθύνης, βελτιώνει διαρκώς κομμάτια της στάσιμης καθημερινότητάς του.

Αν ακούγεται σαν ταινία που 100% θα μπορούσαμε να πετύχουμε μια Κυριακή στην τηλεόραση, τότε ναι, ισχύει, κι αυτό είναι μέρος της γοητείας της. Όμως το να πετύχεις αυτή τη mainstream συνταγή δεν είναι απαραίτητα εύκολο – αν ήταν, τότε κάθε βδομάδα στα σινεμά θα βλέπαμε ένα νέο rewatchable classic. Όμως ο Φέρστμαν έχει εντυπωσιακά καλή αίσθηση του πώς να δίνει διαρκώς στο κοινό κάτι που απολαμβάνει, έχοντας απόλυτη αίσθηση του ρυθμού και της ισορροπίας του ύφους. Πότε η ταινία γίνεται πολύ αστεία, πότε μας πιάνουν τα σιρόπια, πότε θα ζήσουμε για λίγο την ένταση του κλαμπ. Είναι όλα σωστά με απίστευτη ακρίβεια, σαν φτιαγμένα σε εργαστήριο.

Κι ενώ, την ίδια ώρα, η ταινία αγκαλιάζει ξεκάθαρα και με ζεστασιά μια πολύ αγαπητική ιδέα της οικογένειας: Ο Πίτερ έχει γύρω του άτομα που αγαπά και τον αγαπάνε, εξ ου και ακόμα και το συχνά σκληρό νυχτερινό περιβάλλον, δεν μοιάζει ποτέ επικίνδυνο. Το απαρτίζουν άτομα που εξαρχής νιώθουν αγάπη για τον μικρό Άρλο, δημιουργώντας την κατάλληλη συνθήκη υποστήριξης ώστε να μπορέσει ο Πίτερ να ξεκινήσει μια δική του δουλειά ή να αρχίσει να νοικοκυρεύεται για να φροντίσει τον γιο του.

Υπό αυτή τη σκοπιά, υποστηρίζεται απόλυτα η εμφανής πρόθεση του Φέρστμαν να δημιουργήσει κάτι αναπολογητικά mainstream όσο και αναπολογητικά γκέι. Το καταφέρνει, και μάλιστα τρομερά αποτελεσματικά: Η ταινία μοιάζει σε μεγάλο βαθμό με γιορτή – ή έστω με το πρωί και μεσημέρι μετά τη γιορτή – επιλέγοντας να εστιάσει σε μια εκστατική και συναισθηματική οπτική πάνω στον κόσμο της.

Οι κωμικές σκηνές είναι πάντα αστείες (με τον «fucking bitch» διάλογο γέλασα πολύ δυνατά), η συγκίνηση είναι δουλεμένη και χωρίς υπερβολές, οι περιφερειακοί χαρακτήρες απόλυτα πετυχημένοι σε αυτό που εξυπηρετούν: Η Σόφι της Κάρα Ντελεβίν είναι ένα αδιέξοδο άτομο που όλοι έχουμε γνωρίσει, ο wannabe κουήρ φιλόσοφος Νίκι είναι πάντα αστείος (δείχνοντας μια επιπέδου καλού σίτκομ αίσθηση κωμωδίας από τον Φέρστμαν), ο πιτσιρικάς Άρλο συμπαθής χωρίς να προσπαθεί πολύ, η Σάφρον (την οποία παίζει το Saturn Risin9, ένα άτομο από το Λος Άντζελες που κάνει περφόρμανς, σινεμά, DJ, και έχει ξεκινήσει ένα charity για κουήρ και τρανς άτομα, Rings Alliance) κεντρική, επιβλητική παρουσία, εκπροσωπώντας επί της ουσίας το ίδιο το nightlife.

Όμως τελικά όλη αυτή η ακρίβεια, σε κάποιο βαθμό κάνει την ταινία να μοιάζει και λίγο ετοιμοπαράδοτη ακριβώς για αυτή την ευρεία της διάδοση. Τα πάντα, εν τέλει, μοιάζουν πολύ εύκολα και άκοπα, δραματουργικά μιλώντας. Πάρα πολύ καθαρά. Ο Πίτερ αποφασίζει πως θα ωριμάσει, και ωριμάζει – δεν υπάρχει στα αλήθεια κάποια αγωνία ή κάτι το επίπονο εκεί, ούτε κάποια πραγματική σύγκρουση, τουλάχιστον μέχρι να έρθει η ώρα η ταινία να χρειαστεί μια σύγκρουση για την κλιμάκωσή της. (Ακόμα κι αυτή, λεία και χωρίς αιχμές είναι.)

Ο κόσμος της νύχτας παρουσιάζεται εν τέλει από μια ασφαλή απόσταση. Το σεξ και η επιθυμία είναι πράγματα κατά βάση θεωρητικά. Και, τελικά, στη δύσκολη αυτή ισορροπία του να αφηγηθείς μια διαδρομή ωρίμανσης χωρίς να απορρίψεις ολοκληρωτικά τον κόσμο που αφήνεις πίσω, δεν είμαι σίγουρος αν η ταινία τα καταφέρνει. Υπάρχει μια διάσταση συντηρητισμού στον τρόπο με τον οποίο ο Πίτερ αλλάζει – οπωσδήποτε, στοιχεία μιας εκστατικής ζωής που κάποτε ζήστηκε, θα μπορούν ακόμα να έχουν τη θέση τους μες στον ψυχισμό αυτού του ήρωα, αλλά στο “Club Kid” αυτό δε συμβαίνει.

Υπάρχει μια πολύ ενδιαφέρουσα κουβέντα πάνω σε αυτή την ισορροπία και σε αυτές τις ιστορίες: Τι κρατάς, τι αφήνεις πίσω, και ποιο είδος τέτοιων ιστοριών ενηλικίωσης είναι πιο πετυχημένο απέναντι σε ένα ευρύ κοινό;

Αυτή πάντως η ένταση, αυτός ο προβληματισμός, είναι νιώθω και το κλειδί σε κάθε τέτοια ιστορία και στο κατά πόσο συνδέεται με αυτήν το κοινό. Εν τέλει, όλοι μας έχουμε έρθει κάποια στιγμή με μια απότομη στιγμή ωρίμανσης, πιθανότατα επειδή κάποιο νέο δεδομένο μπήκε απρόσμενα στην εξίσωση της καθημερινότητάς μας. Τι είναι όμως αυτό που κρατάς, τι αφήνεις πίσω, πώς προσαρμόζεις την νέα σου πραγματικότητα πάνω στα θεμέλια της παλιάς;

Το Club Kid δεν ασχολείται ιδιαίτερα με τις βαθύτερες ερωτήσεις, αλλά ξέρει πώς να πει την ιστορία του με τρόπο ξεσηκωτικό. Πολύ απλά, δεν γίνεται να μην σε συνεπάρει: προσωπικά, όχι μόνο δεν βαρέθηκα σε κανένα σημείο, αλλά εκ των υστέρων συνειδητοποιώ πως αντιδρούσα καθόλη τη διάρκεια της ταινίας με τον τρόπο που ήθελε – στα γέλια, στη συγκίνηση, στη μελαγχολία, στην χαρά.

Είναι ένα φιλμ εντυπωσιακά ικανό στην αφήγηση μιας ιστορίας ακόμα κι αν του λείπει η αφοσίωση στον κόσμο (η Νέα Υόρκη της ταινίας μοιάζει περίεργα μικρή και ανώδυνη) ή μια τριβή, μια έξτρα περιπλοκότητα. Δεν είναι η ίδια βραδιά, είναι ο καφές που πίνεις την επόμενη μέρα όταν την διηγείσαι.

Μάχη

(Ηλίας Γιαννακάκης, 2ω1λ)

★★★

Στα χρόνια της δικτατορίας, η Μάχη ήταν άντρας αξιωματικός του στρατού. Σήμερα, επιστρέφει στο προσκήνιο μέσα από μια τηλεοπτική συνέντευξη, κάτι που οδηγεί στην επανένωση με την αποξενωμένη κόρη της.

Σε 25 λέξεις: Προσεγμένη, στιβαρή εξερεύνηση της ταυτότητας (φύλου, αλλά και ιδεολογικής, και εθνικής) μέσα από μια συναισθηματικής βάσης ιστορία επανένωσης δύο γυναικών. Πολύ καλή η Τοπαλίδου ως κόρη, μαγνητιστική κάθε δευτερόλεπτο η Μπέττυ Βακαλίδου ως Μάχη.

Κριτική

Ο Ηλίας Γιαννακάκης, με πολύ μεγάλο σύνολο έργου στο ντοκιμαντέρ, επιστρέφει με την τρίτη του ταινία μυθοπλασίας που και πάλι εστιάζει στην προσωπογραφία ενός πολυδιάστατου χαρακτήρα (ή δύο) με μια αφοσίωση που κάνει την ταινία να φαίνεται σαν εξερεύνηση κάποιου υπαρκτού προσώπου.

Στη “Μάχη” η φιγούρα της κεντρικής ηρωίδας είναι συναρπαστική και κουβαλά κάτι από μεταπολιτευτική ιστορία της χώρας. Η ίδια της η ύπαρξη είναι εκ των πραγμάτων ριζοσπαστική αλλά ταυτόχρονα διατηρεί και παραδοσιακές πτυχές: Όταν ήταν άντρας ήταν αξιωματικός του στρατού, κι ακόμα έχει μια έντονη σχέση με τα πατριωτικά σύμβολα, τη Βουλή, τα τραγούδια της Βέμπω. Όταν τη γνωρίζει ο σύντροφος της κόρης της (ένας πάντα εξαιρετικός Μανώλης Μαυροματάκης), εκείνος φέρνει στο σπίτι φαγητό που μαγείρεψε, αλλά η Μάχη σαστίζει, γιατί «στην εποχή της οι άντρες δεν μαγείρευαν».

Αυτή η πολυεπίπεδη εξερεύνηση χαρακτήρα, ταυτότητας (εθνικής και προσωπικής), φύλου, και οικογενειακών δεσμών, αναπτύσσεται με αρκετά εσωτερικούς όρους, ή τελοσπάντων με μια συναρπαστική δυναμική ανάμεσα σε μάνα και κόρη (Τοπαλίδου και Βακαλίδου υπέροχες κι οι δύο, σε πολύ ψυχωμένες ερμηνείες), αλλά ξεκινά με μια πλήρως δημόσια τοποθέτηση. Στην πρώτη σκηνή της ταινίας, η Μάχη δίνει μια τηλεοπτική συνέντευξη για τη ζωή, τη διαδρομή και τη μετάβασή της, ακούγοντας μάλιστα στην πορεία κι έναν εξάψαλμο από κάποιον άγνωστο τηλεθεατή.

Η σκηνή είναι γυρισμένη από τον Γιαννακάκη σαν ένα πολύ κλειστό μονόπρακτο, ή σα να ήταν κάποιο όνειρο. Τα χρώματα αστράφτουν, οι φωνές που ακούγονται ξεκινούν ήδη από μια μαύρη οθόνη, και το fade έρχεται πριν νιώσουμε πως αυτό που βλέπουμε ολοκληρώθηκε. Ήδη με αυτό τον τρόπο, από τα πρώτα λεπτά, η “Μάχη” συνδέει το διαπροσωπικό, το δημόσιο, και το ενδοσκοπικό. Κάποιες φορές, δε νιώθουμε πως όλα αυτά είναι αδύνατον και να διαχωριστούν;

Η ταινία σε σημεία θα μπορούσε ίσως να είναι πιο σφιχτή, και κάποια στιλιστική επαναληψιμότητα (όπως τα επίμονα fades) εντείνει μεν την αίσθηση του «τη ζω αυτή τη ζωή ή την παρακολουθώ;» που συνδέεται και με την αρχική σεκάνς, αλλά είναι και λίγο σαν λέξη που την ακούς τόσες φορές που χάνει το νόημά της. Είναι μικρές οι ενστάσεις πάντως μπροστά σε αυτό που εν τέλει καταφέρνει ο Γιαννακάκης και οι συνεργάτες του – η ταινία καταφέρνει να αναπτύξει μια πλούσια σκιαγράφηση μιας ηρωίδας και πίσω από αυτήν, μιας ιστορικής διαδρομής. Ένα έργο στιβαρό, πολιτικό και συναισθηματικό.

Nightborn

(“Yön Lapsi”, Χάνα Μπέργκχολμ, 1ω31λ)

★★

Στο φινλανδικό δάσος, η Σάγκα κι ο σύζυγός της, Τζον, ξεκινούν ένα νέο κεφάλαιο της ζωής τους, ως γονείς. Αλλά η χαρά της Σάγκα επισκιάζεται από μια ανατριχιαστική υποψία για το νεογέννητό της, χωρίς ο Τζον να το γνωρίζει. Αυτό καταλήγει να απομακρύνει τους δυο τους – ακριβώς τη στιγμή που αρχίζει να αποκαλύπτεται η σοκαριστή αλήθεια.

Σε 25 λέξεις: Καλή ατμόσφαιρα ανατριχίλας σε ένα όμως ακόμα μονοκόμματο θρίλερ όπου η αλληγορία αντικαθιστά την οποιαδήποτε αίσθηση ροής και αφήγησης. Έχει μεμονωμένες στιγμές, αλλά δεν τσουλάει.

Κυκλοφορούν επίσης

Γκάζια στο Κόκκινο: Όταν ο ήρωας πολέμου Ράιαν Φλάναγκαν σκοτώνει κατά λάθος σε αυτοάμυνα τον κακοποιητικό νέο αρραβωνιαστικό της πρώην συζύγου του, βρίσκεται κατηγορούμενος για ένα έγκλημα που δεν διέπραξε. Μην έχοντας τίποτα να χάσει, κλέβει μια Shelby Mustang και πραγματοποιεί μια απεγνωσμένη προσπάθεια να ξεφύγει. Η καταδίωξη προσελκύει το ενδιαφέρον των τοπικών ειδησεογραφικών καναλιών, και ο Ράιαν καταλήγει να παρακολουθείται στενά στην εθνική τηλεόραση, με το γοητευμένο κοινό να ζητωκραυγάζει για την ασφαλή διαφυγή του. Περιπέτεια με τον Λίαμ Νίσον.

Ραμαγιάνα: Η Γέννηση Ενός Θρύλου: Βασισμένη στο διάσημο αρχαίο έπος που είναι γνωστό σε δισεκατομμύρια ανθρώπους, η ταινία αφηγείται την ιστορία του Ράμα, ενός πρίγκιπα που τον βαραίνει η αυτοθυσία· του Ραβάνα, ενός αθάνατου βασιλιά που οδηγείται από την εκδίκηση· και της προφητείας που συνδέει τις μοίρες τους.

Ένας Γάτος Με Καπέλο: Ο διάσημος ήρωας του Δρ. Σέους επιστρέφει στη μεγάλη οθόνη σε μια οικογενειακή περιπέτεια κινουμένων σχεδίων.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα