ΕΙΔΑΜΕ ΑΚΡΑΙΟ ΑΥΝΑΝΙΣΜΟ ΚΑΙ ΑΙΜΟΛΗΨΙΑ ΕΠΙ ΣΚΗΝΗΣ – ΠΟΣΟ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΣΟΚΑΡΕΙ ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ;
Είδαμε την ακραία και προκλητική παράσταση της Ανχέλικα Λίντελ στο Φεστιβάλ Αθηνών–Επιδαύρου και σας μεταφέρουμε τις εντυπώσεις μας.
Δεν είχα ξαναδεί παράσταση της Ανχέλικα Λίντελ. Είχα όμως ακούσει τόσα πολλά γι’ αυτήν και με είχε ιντριγκάρει τόσο, που δεν υπήρχε περίπτωση να χάσω την εμφάνισή της στο Φεστιβάλ Αθηνών–Επιδαύρου, στην Πειραιώς 260.
Διαβάζοντας το δελτίο Τύπου, η προειδοποίηση περιεχομένου λειτούργησε μέσα μου πολύ ιντριγκαδόρικα: σκληρό και έντονα φορτισμένο περιεχόμενο, γυμνό, ζωντανή αιμοληψία επί σκηνής, χρήση ζωικών οργάνων και σκηνές αυτοτραυματισμού. Κατάλληλο για ηλικίες 18+.
Αυτό που είδα ήταν ακραίο και με ταρακούνησε. Ανταποκρίθηκε στον μύθο της Λίντελ και μπορώ να πω πως ήταν και ένα από τα πιο ενδιαφέροντα πράγματα που είδα τη φετινή χρονιά.
Η Ισπανίδα Ανχέλικα Λίντελ είναι η γυναίκα που εδώ και δύο δεκαετίες σκανδαλίζει, διχάζει και γοητεύει τα μεγαλύτερα φεστιβάλ της Ευρώπης. Έχει χτίσει ολόκληρη τη μυθολογία της πάνω στον πόνο, τον θάνατο, τη θρησκεία, το σώμα και την αυτοβιογραφία. Οι παραστάσεις της μοιάζουν περισσότερο με εξομολογήσεις και τελετουργίες παρά με συμβατικό θέατρο. Δεν την ενδιαφέρει η αφήγηση με τη στενή έννοια. Την ενδιαφέρει η έκθεση, η πληγή, η πρόκληση, ο θεατής που φεύγει από την αίθουσα νιώθοντας άβολα. Δεν είναι τυχαίο ότι έχει χαρακτηριστεί από πολλούς ως η «ιέρεια του ευρωπαϊκού θεάτρου της πρόκλησης».
Επτά χρόνια μετά την τελευταία της εμφάνιση στην Πειραιώς 260 με το εμβληματικό Génesis 6, 6-7, η Λίντελ επέστρεψε από τις 28 έως τις 30 Ιουνίου για να δοκιμάσει ξανά τα όριά μας, αυτή τη φορά με αφορμή τη μορφή του θρυλικού Ιάπωνα συγγραφέα Γιουκίο Μισίμα.
Το έργο
Το Seppuku. The Funeral of Mishima or the Pleasure of Dying είναι ένα έργο που συνδυάζει θέατρο, περφόρμανς, ποίηση και τελετουργία σε μια εμπειρία διάρκειας 120 λεπτών.
Ο Μισίμα υπήρξε μία από τις πιο αινιγματικές προσωπικότητες της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Τον Νοέμβριο του 1970, ύστερα από μια αποτυχημένη προσπάθεια να αφυπνίσει την Ιαπωνία και να επαναφέρει συμβολικά την αυτοκρατορική εξουσία, αυτοκτόνησε τελετουργικά με seppuku (χαρακίρι), μετατρέποντας τον ίδιο του τον θάνατο σε μια ύστατη καλλιτεχνική και πολιτική πράξη.
Αυτή ακριβώς η στιγμή βρίσκεται στον πυρήνα της νέας δημιουργίας της Λίντελ. Ο Μισίμα δεν αποτελεί απλώς ιστορικό ή λογοτεχνικό πρόσωπο. Όπως η ίδια έχει δηλώσει, ήδη από την εφηβεία της ανακάλυψε μέσα από το έργο του μια αδιαίρετη τριάδα που συνεχίζει να τη στοιχειώνει: τον ερωτισμό, την ομορφιά και τον θάνατο. Πάνω σε αυτή τη φιλοσοφική και αισθητική σχέση χτίζει μια παράσταση που παίρνει τη μορφή επικήδειου ύμνου, αφιερωμένου όχι μόνο στον Μισίμα, αλλά και σε όλους όσοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με το όριο της ύπαρξης.
Το Seppuku αποτελεί μια σύνθετη σκηνική σύνθεση όπου προσωπικές αναμνήσεις της ίδιας της Λίντελ συναντούν αποσπάσματα από τα κείμενα του Μισίμα, φιλοσοφικούς στοχασμούς γύρω από τον θάνατο και εικόνες υψηλής αισθητικής έντασης. Αναπτύσσεται πάνω σε σκηνικό εμπνευσμένο από το παραδοσιακό ιαπωνικό θέατρο Nō, ενώ η μουσική συμβάλλει στη δημιουργία μιας ατμόσφαιρας που κινείται ανάμεσα στο τελετουργικό, το ονειρικό και το εφιαλτικό.
Τι είδαμε στην Πειραιώς 260
Με γραφή που απορρίπτει συστηματικά τις κατηγοριοποιήσεις, η Λίντελ υπογράφει μία από τις πιο χαρακτηριστικές εκδοχές του σύγχρονου ευρωπαϊκού theatre – performance.
Η σκηνή οργανώνεται ως αρχιτεκτονική εικόνων, ήχου και σωματικής έντασης, όπου το ωραίο συναντά το γκροτέσκο και το οριακό και όπου η ζωή φαίνεται να επιβεβαιώνεται ακριβώς τη στιγμή που πλησιάζει την εξαφάνισή της.
Ο θάνατος εδώ δεν λειτουργεί ως θέμα, αλλά ως πρωτογενές υλικό της σκηνής. Δεν αναπτύσσεται ως αφήγηση ή φιλοσοφική έννοια, αλλά ως πράξη, ως σώμα και ως επαναλαμβανόμενο τελετουργικό μοτίβο. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο Μισίμα απογυμνώνεται από την ιστορικότητά του και μετατρέπεται σε μηχανισμό παραγωγής νοήματος μέσω της ίδιας της αυτοκαταστροφής.
Επί σκηνής, Ιάπωνες περφόρμερ κινούνται ανάμεσα σε παραδοσιακές τελετουργικές πρακτικές και «Λίντελ-ισμούς» που διαρρηγνύουν τη σκηνική συμβατικότητα. Δεν είναι λίγες οι φορές που ακούγεται ως μουσική υπόκρουση το «Big in Japan», λειτουργώντας μάλλον ως ειρωνικό σχόλιο και ως ποπ φίλτρο πάνω στη δυτική φαντασίωση της Ιαπωνίας ως ένα εξωτικό, σχεδόν μυθικό “άλλο”, περισσότερο κατασκευασμένο από προβολές παρά από πραγματικότητα.
Δεν υπάρχει αμφιβολία για την ειλικρίνεια της Λίντελ όταν μιλά για τη διαρκή της έλξη προς τον θάνατο, ούτε για το γεγονός ότι έχει δηλώσει πως ήδη από το 2010 είχε φτάσει στο σημείο να σχεδιάζει μια απόπειρα αυτοκτονίας.
Αρκεί να αναφερθεί πως, όπως και σε κάθε χώρα όπου παρουσιάζεται το έργο, έτσι και στην Ελλάδα κάλεσε το κοινό να συνεισφέρει ρούχα ανθρώπων που έχουν φύγει από τη ζωή — είτε μέσω αυτοκτονίας είτε από άλλες αιτίες. Στη σκηνή, τα ρούχα εμφανίζονται διπλωμένα, εκείνη τα φορά προσεκτικά, διαβάζει ιστορίες των νεκρών και αφηγείται τις συνθήκες υπό τις οποίες οδηγήθηκαν στον θάνατο.
Η Λίντελ αντιμετωπίζει τις απουσίες χωρίς αποστάσεις ασφαλείας.
Ο χορός της με τον θάνατο μοιάζει πιο ήπιος από τον τρόπο που αντιλαμβάνεται τη ζωή. Για την ιέρεια της ακραίας περφόρμανς, πρόκειται για μια πράξη απρόσμενης, σχεδόν εύθραυστης τρυφερότητας…
Και οι ακραίες στιγμές
Στο Seppuku υπάρχει και πρόκληση και δυσφορία, καθώς πολλές από τις σκηνές είναι ακραίες.
Αρκεί να πούμε πως δύο νοσηλευτές παίρνουν αίμα από τη Λίντελ και από έναν από τους Ιάπωνες περφόρμερ που τη συνοδεύουν. Το αίμα χρησιμοποιείται στη σκηνική δράση.
Η Λίντελ εμφανίζει λίγο αργότερα ένα μεγάλο κομμάτι από συκώτι δεμένο σε μία αλυσίδα. Γυμνή στη σκηνή το “χτυπά” πάνω στα γεννητικά της όργανα και στη συνέχεια το ακουμπά στο δάπεδο και αυνανίζεται με αυτο.
Γυμνοί Ιάπωνες περνοδιαβαίνουν διαρκώς και αδιαλείπτως. Ο ένας πηγαίνει πέρα δώθε κάνοντας τα γεννητικά του όργανα να κινούνται. Η Λίντελ πιάνει το πέος ενός άλλου και μάλιστα το βάζει και στο στόμα της. Ο άλλος τη θωπεύει επίσης στα γεννητικά της όργανα.
Και άλλα πολλά…
Κάποιοι θεατές αποχώρησαν — λίγοι ευτυχώς. Οι περισσότεροι έμειναν. Μουδιασμένοι, αλλά έμειναν.
Και τελικά άξιζε αυτή η “λιντελ-ική” εμπειρία;
Το Seppuku μοιάζει λιγότερο με θεατρικό έργο και περισσότερο με μια επίμονη διακήρυξη πίστης ότι η τέχνη μπορεί να πλησιάσει μια μορφή αλήθειας μόνο μέσα από την υπερβολή του θανάτου.
Δεν πρόκειται για αφήγηση, ούτε για αναπαράσταση. Αυτό που είδαμε έμοιαζε με σκηνική εμμονή που λειτουργεί ως επικήδειος ύμνος. Ο θάνατος εμφανίζεται ως αισθητικό ιδεώδες και υπαρξιακή επιλογή απέναντι στην πνευματική φθορά. Το ερώτημα που αναδύεται δεν είναι αισθητικό αλλά δομικό: όταν η υπερβολή γίνεται κανόνας και η πρόκληση μετατρέπεται σε συνήθεια, τι μπορεί να θεωρηθεί ρήξη;
Είναι σαφές πως η Λίντελ πιστεύει ότι όσο πιο σκοτεινή, πιο πυκνή και πιο ακραία γίνεται η σκηνή, τόσο πιο βαθιά γίνεται η εμπειρία. Ωστόσο, το αποτέλεσμα συχνά οδηγεί στην αντίστροφη κατεύθυνση: ένας υπερκορεσμός εικόνων και σωμάτων που δεν αφήνει χώρο για ρωγμή, για παύση, για ανάσα. Τα πάντα εμφανίζονται ήδη φορτισμένα, ήδη σημασιοδοτημένα, ήδη τοποθετημένα σε ένα πλαίσιο απόλυτης σοβαρότητας. Το αποτέλεσμα είναι μια αισθητική πληρότητα που, αντί να ανοίγει ερμηνευτικά πεδία, τα προαποφασίζει και τα κλείνει εκ των προτέρων.
Για κάποιους, η Λίντελ παραμένει η πιο συνεπής εκδοχή ακραίου θεάτρου ακριβώς επειδή δεν εξωραΐζει τίποτα. Για άλλους, η ίδια της η αισθητική οδηγεί σε μια πλήρη κωδικοποίηση της υπερβολής, η οποία, όσο επαναλαμβάνεται, τόσο περισσότερο χάνει τη ριζοσπαστική της αιχμή.
Προσωπικά αισθάνομαι πως το Seppuku δεν σοκάρει επειδή συμβαίνει κάτι ακραίο, αλλά επειδή το ακραίο έχει οργανωθεί ως δομή. Αυτή ακριβώς η μετατόπιση αποτελεί έναν από τους κεντρικούς άξονες της κριτικής: η ριζοσπαστικότητα δεν εντοπίζεται πλέον στο περιεχόμενο, αλλά στη μηχανική επανάληψη της μορφής.
Το Seppuku κινείται ακριβώς μέσα σε αυτή την αντίφαση. Από τη μία πλευρά, αποτελεί τελετουργικό πάνω στον θάνατο, με τον Μισίμα ως εμβληματικό φορέα μιας ακραίας αισθητικής υπέρβασης. Από την άλλη, καταγράφει μια εμμονική, σχεδόν αυτοαναφορική σχέση με τα όρια ζωής και θανάτου, όπου το σώμα της δημιουργού γίνεται κεντρικό πεδίο εγγραφής. Και ταυτόχρονα λειτουργεί ως δοκιμή των αντοχών του ίδιου του θεάτρου απέναντι στο σοκ.
Άλλωστε, μετά από την πιο ακραία σκηνή της παράστασης η ίδια μας είπε με ύφος: «Ελπίζω να με προσέξατε τώρα».