ΔΕΗ
Gridfox

ΕΙΔΑΜΕ ΤΗ ΖΩΗ ΤΟΥ ΜΑΝΩΛΗ ΧΙΩΤΗ ΣΤΗ ΣΚΗΝΗ: ΜΙΑ ΤΟΛΜΗΡΗ ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΦΩΤΙΖΕΙ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΥΘΟ

Είδαμε το “MANOLIS / καρδιά σε τέσσερις χορδές” στο Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού – Μια θεατρική βιογραφία που σκάβει στον μύθο και τον άνθρωπο του Μανώλη Χιώτη, μετατρέποντας τη μουσική σε σκηνική μνήμη και τραύμα, μακριά από εύκολες αφηγηματικές συμβάσεις και εξιδανικεύσεις του είδους.

Η θεατρική βιογραφία δεν είναι εύκολο είδος. Απαιτεί ισορροπία ανάμεσα στην ιστορική ακρίβεια και τη δραματουργική ελευθερία, χωρίς να καταλήγει ούτε σε αγιογραφία ούτε σε απλή αναπαράσταση γεγονότων. Το MANOLIS / καρδιά σε τέσσερις χορδές της Ιόλης Ανδρεάδη και του Άρη Ασπρούλη κινείται ακριβώς πάνω σε αυτό το λεπτό όριο, αποφεύγοντας συνειδητά τη συμβατική αφήγηση μιας «ένδοξης διαδρομής».

Μια βιογραφία που αρνείται να γίνει αφήγηση επιφάνειας

Η παράσταση “MANOLIS / καρδιά σε τέσσερις χορδές” που είδαμε στο αίθριο του Ιδρύματος Μείζονος Ελληνισμού – το ομώνυμο θεατρικό έργο που κυκλοφορεί από την Κάπα Εκδοτική– είναι μία θεατρική βιογραφία που δεν ενδιαφέρεται για τη σαγήνη της επιφάνειας, αλλά για το βάθος όπου η μουσική γίνεται τραύμα, έρωτας, εμμονή και ταυτότητα.

MANOLIS / καρδιά σε τέσσερις χορδές
Gridfox

Λειτουργεί περισσότερο ως ψυχική τοπογραφία και για αυτό δεν επιδιώκει να «ξετυλίξει» τη ζωή του Χιώτη με τη λογική μιας κλισέ βιογραφικής χρονογραμμής.

Λειτουργεί ως ένα σύνολο από θραύσματα μνήμης, ήχου και εικόνας, που δεν ακολουθούν αυστηρή γραμμικότητα. Η αφήγηση είναι ονειρική και επεισοδιακή, με σκηνές που μοιάζουν να αναδύονται περισσότερο από την ψυχολογία του δημιουργού παρά από την ιστορική του διαδρομή.

MANOLIS / καρδιά σε τέσσερις χορδές
Gridfox

Ο Μανώλης Χιώτης δεν μυθοποιείται, απογυμνώνεται επί σκηνής. Ένας άνθρωπος που δεν έπαιξε απλώς μπουζούκι, αλλά το μετέτρεψε σε προέκταση του εαυτού του. Ένας δημιουργός που δεν ακολούθησε τη φόρμα, αλλά τη διεύρυνε μέχρι να τη σπάσει. Το τετράχορδο μπουζούκι, η ηλεκτρική του διάσταση, η ταχύτητα, η τόλμη — όλα εδώ δεν λειτουργούν ως ιστορικά στοιχεία, αλλά ως ενδείξεις μιας βαθύτερης ανάγκης: να ειπωθεί κάτι που δεν χωρούσε στα υπάρχοντα όρια.

MANOLIS / καρδιά σε τέσσερις χορδές
Gridfox

Μία σκηνοθεσία που δε φοβάται τη φόρμα

Σε αυτό το πλαίσιο, η Ιόλη Ανδρεάδη δεν φοβάται τη φόρμα. Τη χρησιμοποιεί συνειδητά, σχεδόν τολμηρά, ως εργαλείο αποδόμησης της αφήγησης. Η σκηνική γλώσσα της δεν εγκλωβίζει τους ηθοποιούς σε ρεαλιστική αναπαράσταση, τους δίνει τη δυνατότητα να κινούνται ανάμεσα στο θεατρικό, το μουσικό και το ονειρικό. Η φόρμα δεν λειτουργεί ως περιορισμός, αλλά ως πεδίο ελευθερίας μέσα στο οποίο οι ερμηνευτές μπορούν να υπάρξουν ταυτόχρονα ως πρόσωπα και ως μνήμες.

Η σκηνοθετική της πρόταση τοποθετεί τη δράση πάνω σε ένα «μαγικό πάλκο», έναν χώρο ανάμεσα στη μνήμη και τη φαντασία. Το σκηνικό, με σαφή αναφορά στο κοσμικό κέντρο Πίγκαλ’s της Αθήνας όπου εμφανιζόταν ο Χιώτης, δεν λειτουργεί ως ρεαλιστική αναπαράσταση, αλλά ως συμβολικό πεδίο.

MANOLIS / καρδιά σε τέσσερις χορδές
Gridfox

Η σκηνογραφία της Μαρίας Φιλίππου, με τα “φύλλα” αχιβάδας που καλύπτουν τη σκηνή, δημιουργεί ένα περιβάλλον σχεδόν οργανικό. Το πάλκο “μοιάζει” να αναπνέει, μεταμορφώνεται και φθείρεται μαζί με την αφήγηση. Πάνω του, ο χρόνος παύει να είναι γραμμικός. Οι ζωντανοί και οι νεκροί συνυπάρχουν, συνομιλούν, διεκδικούν χώρο στην ίδια αφήγηση.

Ιδιαίτερα ενδιαφέρον είναι το γεγονός πως η παράσταση ενσωματώνει θραυσματικές ψηφίδες από τη ζωή του Χιώτη, στιγμές που δεν έχουν απαραίτητα τη λάμψη του «μεγάλου γεγονότος», αλλά αποκαλύπτουν το βάθος της ανθρώπινης διαδρομής.

Από τη σχεδόν υποβαθμισμένη είδηση του θανάτου του σε μια εφημερίδα της εποχής, μέχρι τις ιστορίες που ακολούθησαν — το πλιάτσικο στα σπίτια του τις πρώτες ώρες του θανάτου του, το ιεροτελεστικό σπάσιμο του μπουζουκιού του από τον Τσιτσάνη στην κηδεία του συνοδευόμενο από τη φράση «αυτό εδώ δεν θα το αγγίξει ξανά χέρι θνητού» — η παράσταση αναδεικνύει μια σκληρή αλήθεια: ο μύθος δεν προστατεύει τον άνθρωπο.

MANOLIS / καρδιά σε τέσσερις χορδές
Gridfox

Την ίδια στιγμή, φωτίζονται τα γεγονότα και οι σχέσεις που τον καθόρισαν. Ο πατέρας του και η δολοφονία του, οι γυναίκες της ζωής του, η Ζωή Νάχη, η Μαίρη Λίντα, η οικογένεια και τα παιδιά του, οι συνεργάτες. Όλοι λειτουργούν ως καθρέφτες και αντιστίξεις με τον έρωτα να μην αποτελεί απλώς ρομαντική υποσημείωση, αλλά μια κινητήρια δύναμη που διαπερνά τα πάντα. Κυρίως, όμως, ο έρωτας για το ίδιο το μπουζούκι. Και εκείνος ο πρώτος, καθοριστικός ήχος στο «Μινόρε του Τεκέ» που άνοιξε μια διαδρομή χωρίς επιστροφή.

Η μουσική ως δραματουργικός πυρήνας

Η μουσική δεν λειτουργεί ως διακοσμητικό στοιχείο, αλλά ως δραματουργικός πυρήνας. Τα τραγούδια του Χιώτη —ερμηνευμένα ζωντανά από μία εξαιρετική ορχήστρα (Παύλος Παφρανίδης, Βαγγέλης Καλαμάρας, Κατερίνα Σεγκούνα – Πλιόγκου, Κωνσταντίνος Σαπούνης και Κώστας Μπουντούρης) δεν έρχονται να «θυμίσουν» μια εποχή, αλλά να την ενεργοποιήσουν. Να μεταφέρουν τον θεατή μέσα στον ίδιο τον τρόπο που σκεφτόταν και ένιωθε ο δημιουργός τους.

MANOLIS / καρδιά σε τέσσερις χορδές
Gridfox

 

Οι ερμηνείες

Στο επίκεντρο αυτής της σκηνικής εμπειρίας βρίσκεται ένα γερό σύνολο ερμηνειών (Γεράσιμος Γεννατάς, Πέννυ Μπαλτατζή, Βανέσα Αδαμοπούλου, Αργύρης Αγγέλου, Βασίλης Μαργέτης, Ελένη Μισχοπούλου, Κωνσταντίνος Μουταφτσής, Θάνος Κόνιαρης), με τον Γεράσιμο Γεννατά προεξάρχοντα να μας χαρίζει έναν Χιώτη πολυεπίπεδο, εύθραυστο και ταυτόχρονα εκρηκτικό. Μεγάλη έκπληξη της βραδιάς η Πέννυ Μπαλτατζή που δίνει μία σπαρακτική ερμηνεία ως Μαίρη Λίντα.

Η παρουσία της Πίτσας Παπαδοπούλου προσθέτει μια ιδιαίτερα φορτισμένη συγκινησιακά διάσταση στη σκηνική αφήγηση, είναι άλλωστε και η μόνη που όταν μιλά «για τον Μανώλη της», θυμάται κυριολεκτικά τις στιγμές που έζησε μαζί του.

MANOLIS / καρδιά σε τέσσερις χορδές
Gridfox

Συμπέρασμα

Το «MANOLIS / καρδιά σε τέσσερις χορδές» ξεχωρίζει γιατί δεν ακολουθεί τη γνώριμη συνταγή των βιογραφικών αφηγήσεων με την οποία έχει εξοικειωθεί το ελληνικό κοινό. Δεν επιλέγει την ευκολία της εξιδανίκευσης ούτε την ασφάλεια της γραμμικής αφήγησης. Αντίθετα, στηρίζεται σε μια ρεαλιστική, συχνά σκοτεινή βάση και βυθίζεται συνειδητά μέσα στον ψυχισμό του Μανώλη Χιώτη — στα ρήγματα, στις αντιφάσεις, στις σιωπές του, ακολουθώντας τη σύγχρονη διεθνή τάση των μουσικών βιογραφιών στον κινηματογράφο και το θέατρο, να αποκαλύπτουν τον άνθρωπο πίσω από τον μύθο.

Και αυτό είναι πολύτιμο. Γιατί απομακρύνει την παράσταση από τις επιφανειακές, εύπεπτες στιγμές που συχνά συνοδεύουν τις βιογραφίες ως καταναλώσιμο θέαμα. Είναι μια κατάδυση. Και αυτή η κατάδυση λειτουργεί. Ακόμη και μέσα στο πλαίσιο ενός μεγάλου χώρου όπως το Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού, αποδεικνύεται ότι υπάρχει χώρος —και ανάγκη— για ένα θέατρο που δεν φοβάται το βάθος, που δεν εξομαλύνει τις γωνίες, που δεν προστατεύει τον μύθο, αλλά επιστρέφει στον άνθρωπο.

Σχετικό Άρθρο

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα