Η ΝΥΧΤΑ ΠΟΥ Η ΚΑΛΛΑΣ ΕΠΕΣΤΡΕΨΕ ΣΤΗΝ ΕΠΙΔΑΥΡΟ
Παρακολουθήσαμε την επιστροφή της ιστορικής “Μήδειας” του Λουίτζι Κερουμπίνι στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου και σας μεταφέρουμε τις εντυπώσεις μας.
Πάνω από 10.000 θεατές ανηφόρησαν το Σάββατο προς το Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου για μια παράσταση που έμοιαζε να υπερβαίνει τα όρια μιας οποιασδήποτε άλλης παραγωγής της Εθνικής Λυρικής Σκηνής.
Εξήντα πέντε χρόνια μετά την ιστορική «Μήδεια» του 1961 με τη Μαρία Κάλλας, η Εθνική Λυρική Σκηνή επέστρεψε στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου με την όπερα του Λουίτζι Κερουμπίνι, ανασυνθέτοντας μία από τις πιο εμβληματικές στιγμές της σύγχρονης ελληνικής πολιτιστικής ιστορίας.
Και από την πρώτη κιόλας ματιά γινόταν σαφές ότι αυτή η ανασύνθεση δεν ήταν μια απλή άσκηση νοσταλγίας. Το βλέμμα μας είχε μαγευτεί από το σκηνικό που είχε καταλάβει όλον τον χώρο της ορχήστρας.
Το μνημειώδες οικοδόμημα του Γιάννη Τσαρούχη, που αναδημιούργησε με εξαιρετική ακρίβεια η Λίλη Πεζανού, δέσποζε μέσα στο αρχαίο θέατρο σαν να βρισκόταν εκεί ανέκαθεν. Δεν έμοιαζε με κατασκευή τοποθετημένη στον χώρο, κρατούσε τον πρωταγωνιστικό ρόλο, καθώς έμοιαζε να αναδύεται οργανικά από το ίδιο το τοπίο της Αργολίδας. Στα αριστερά το ανάκτορο του Κρέοντα, στα δεξιά ο Ναός της Ήρας, στο βάθος το Ιερό της Αρτέμιδος. Μνημεία που λειτουργούσαν σχεδόν σαν μικροί Παρθενώνες μέσα στη νύχτα, ενώ το άγαλμα του φτερωτού Έρωτα κυριαρχούσε επιβλητικά στη δεξιά πλευρά της σκηνής.
Η Λίλη Πεζανού μελετώντας φωτογραφίες, μακέτες, σημειώσεις και αρχειακό υλικό, κατάφερε να επαναφέρει το όραμα του Τσαρούχη με τέτοια φυσικότητα ώστε το αποτέλεσμα έμοιαζε αδιαχώριστο από το ίδιο το Αρχαίο Θέατρο.
Το ίδιο συνέβη και με τα κοστούμια. Εκεί, η Τότα Πρίτσα πραγματοποίησε μια σχεδόν “αρχαιολογική έρευνα” πάνω στα σωζόμενα ενδύματα του Γιάννη Τσαρούχη και ανασύνθεσε έναν ολόκληρο ενδυματολογικό κόσμο. Τα γήινα χρώματα κυριαρχούσαν. Ώχρες, κεραμιδί, βαθιά καφέ, αποχρώσεις της άμμου και της πέτρας, χρώματα που έμοιαζαν να έχουν γεννηθεί από το ίδιο το αργολικό τοπίο.
Οι πτυχώσεις των υφασμάτων, η γλυπτική ποιότητα των ενδυμάτων, παρέπεμπαν άμεσα στον εικαστικό κόσμο του Τσαρούχη. Ήταν σαν οι μορφές των πινάκων του να είχαν βγει από τον καμβά και να κινούνταν μπροστά στα μάτια μας.
Η μουσική και οι ερμηνείες
Και ύστερα ήρθε η μουσική. Ο μαέστρος Ζακ Λακόμπ απέφυγε τη μουσειακή ανάγνωση της παρτιτούρας και ανέδειξε τον Κερουμπίνι ως έναν συνθέτη δραματικής έντασης και θεατρικού νεύρου. Υπό τη διεύθυνσή του, η Ορχήστρα της ΕΛΣ λειτούργησε ως κινητήρια δύναμη της δράσης, χτίζοντας με ακρίβεια τις μεγάλες συγκρούσεις του έργου και υποστηρίζοντας ιδανικά τους μονωδούς.
Η Χορωδία της ΕΛΣ, άρτια προετοιμασμένη από τον Αγαθάγγελο Γεωργακάτο, υπήρξε από τα μεγάλα ατού της παραγωγής, προσδίδοντας στις μαζικές σκηνές επιβλητικότητα και τελετουργική δύναμη.
Στον ρόλο της Μήδειας, η Άννα Πιρότσι σήκωσε το τεράστιο βάρος της ιστορικής ανασύνθεσης χωρίς να επιχειρήσει να συνομιλήσει μιμητικά με τον μύθο της Κάλλας. Αντίθετα, δημιούργησε τη δική της ηρωίδα: μια Μήδεια πληγωμένη, σκοτεινή, εκρηκτική και βαθιά ανθρώπινη. Με φωνητική δύναμη, δραματική ένταση και σκηνική επιβολή, κυριάρχησε από την πρώτη έως την τελευταία στιγμή, αποσπώντας δικαιολογημένα το θερμότερο χειροκρότημα της βραδιάς.
Απέναντί της, ο Ζαν-Φρανσουά Μπορράς έδωσε έναν Ιάσονα με λυρική ευγένεια και εκφραστική καθαρότητα, ενώ ιδιαίτερα ουσιαστική ήταν η παρουσία του Τάση Χριστογιαννόπουλου στον ρόλο του Κρέοντα. Με κύρος, θεατρική ακρίβεια και γνώση του σκηνικού χώρου της Επιδαύρου, προσέδωσε στον χαρακτήρα βαρύτητα και δραματική πυκνότητα, αναδεικνύοντας την πολιτική διάσταση της σύγκρουσης που διαπερνά το έργο.
Η Αλίσα Κολόσοβα ήταν συγκλονιστική: χάρισε στη Νέριδα ζεστασιά, εσωτερικότητα και φωνητική ευγένεια. Η άρια της συγκαταλέχθηκε στις πιο συγκινητικές στιγμές της βραδιάς, με τη Ρωσίδα μεσόφωνο να επιβεβαιώνει τη μεγάλη της κλάση και τη σκηνική της ωριμότητα.
Η Δανάη Κοντόρα, ως Γλαύκη, έφερε στη σκηνή φωτεινότητα και λεπτότητα, ερμηνεύοντας τον ρόλο με τεχνική ακρίβεια και αέρινη παρουσία. Η φωνή της κινήθηκε με άνεση στις απαιτήσεις της γραφής, προσδίδοντας στο πρόσωπο μια εύθραυστη αλλά ουσιαστική δραματική υπόσταση.
Με την Μαρία Κάλλας να είναι παντού στην Επίδαυρο
Μεγάλη η συγκίνηση εντός της αργολικής ορχήστρας, αλλά και εκτός αυτής, στον περιβάλλοντα χώρο του θεάτρου, εκεί όπου η έκθεση «Σημείο Κάλλας» λειτουργούσε σαν ένα πέρασμα ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν. Και κάπου εκεί συνέβη κάτι σχεδόν μαγικό. Μέσα στο σκοτάδι του πευκοδάσους, ανάμεσα στα δέντρα, εμφανιζόταν ξαφνικά η ασπρόμαυρη μορφή της Μαρίας Κάλλας.
Η φωνή της ακουγόταν να έρχεται από μακριά, σαν ηχογράφηση που ταξίδευε μέσα στον χρόνο. Δεν ήταν απλώς μια βιντεοπροβολή. Ήταν μια φευγαλέα παρουσία. Για λίγες στιγμές έμοιαζε σαν η Κάλλας να ξεπροβάλλει μέσα από τη νύχτα της Επιδαύρου, σαν να επέστρεφε στο θέατρο όπου έγραψε ιστορία.