ΤΟ “LUCKY” ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΙΑ ΤΕΙΛΟΡ-ΤΖΟΙ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΟ ΑΝΘΡΩΠΟΚΥΝΗΓΗΤΟ ΧΩΡΙΣ ΑΝΑΣΑ
Η γεμάτη σασπένς σειρά του Apple TV+ μεταφέρει στη μικρή οθόνη το best seller της Μαρίσα Στέιπλι και θα σε κάνει να ξεχάσεις το τηλεκοντρόλ.
Ακόμα και μέσα στο πλαίσιο της ‘εποχής της πρεστίζ τηλεόρασης’, δεν χρειάζεται όλες οι σειρές να είναι πρεστίζ με τον παραδοσιακό τρόπο.
Δεν χρειάζεται αυτό που βλέπουμε να είναι πρωτίστως μια σκιαγράφηση χαρακτήρων, δοσμένη με έναν βαθύ, συχνά υπνωτιστικό ρυθμό, με έμφαση στο mood και το σκηνικό, αντί για την πλοκή και τον ρυθμό. Δεν χρειάζεται ο τόνος να στοχεύει στον ρεαλισμό και η σκηνοθετική ταυτότητα να χαρακτηρίζεται από χαμηλούς τόνους. Και δεν χρειάζεται όλα αυτά να είναι η αφορμή για εξερεύνηση του τραύματος ή κάποιου γενικότερου πόνου.
Δηλαδή δεν πειράζουν όλα αυτά αν γίνονται σωστά, κανείς δεν πέρασε άσχημα με το Mare of Easttown για παράδειγμα, αλλά κάποιες φορές μπορεί το πακετάρισμα της πρεστίζ μίνι σειράς να κρύβει μέσα του κάτι πιο αναπολογητικά pulpy.
Όπως στο Lucky, όπου σχεδόν κάθε πρόφαση της ‘ποιοτικής τηλεόρασης’ παίρνει δεύτερο ρόλο, πίσω από την κεντρική αποστολή που η σειρά εξυπηρετεί με απόλυτη αφοσίωση: Να σε κάνει να παρακολουθείς με αγωνία ένα κυνηγητό χωρίς ανάσα, που μοιάζει να μη σταματά ποτέ – μόνο να μεταφέρεται από σκηνικό σε σκηνικό, την ώρα που ο κλοιός ολοένα και σφίγγει γύρω από την κεντρική μας ηρωίδα.
Χαρακτήρες; Ναι ΟΚ, σίγουρα. Μια χαρά σκιαγραφείται η Λάκι ως απατεώνισσα που θέλει να τρέξει μακριά από τα εγκλωβιστικά όρια των όσων αποφάσισε ο πατέρας της πως θα είναι, την ίδια στιγμή που θριαμβεύει μέσα σε αυτά. Τι τα θες, όλους κάποιοι γονείς του μεγάλωσαν.
Αλλά έξω από αυτή την κεντρική ένταση, η κυρίαρχη έγνοια της σειράς είναι: η δράση. Η ταχύτητα. Το σασπένς. Το ένα set piece μετά το άλλο. Πώς θα ξεφύγει η Λάκι μέσα από ένα καλά φρουρούμενο ξενοδοχείο; Πώς θα γλιτώσει όταν την αιχμαλωτίζουν στο πίσω μέρος ενός αυτοκινήτου; Πώς θα βρει ξανά τον πολιτισμό όταν ξεμείνει μόνη σε ένα αχανές σκηνικό ερήμου; Πώς θα πάρει το πάνω χέρι όταν είναι μόνη, μακριά από τη βάση της, χωρίς λεφτά, χωρίς εξοπλισμό;
Η αλήθεια ποια είναι; Ότι το πάνω χέρι το είχε εξαρχής – όσο είχε και τον έλεγχο της κατάστασης, όσο αδιέξοδη κι αν μοιάζει αυτή.
Και πραγματικά μοιάζει αδιέξοδη. Πάρτε αυτό σαν σημείο εκκίνησης:
Η Λάκι κι ο Κάρι, ο σύζυγός της, έχουν πλανάρει κάτι σαν τέλεια ληστεία. Έχουν τα λεφτά, και ξέρουν πως μέχρι το πρωί κανείς δε θα ξέρει πως λείπουν. Μέχρι τότε όμως θα έχουν φύγει, θα έχουν πετάξει μακριά, και τότε αντίο.
Το πρόβλημα για την Λάκι είναι πως όταν ξυπνάει το πρωί στο πολυτελές δωμάτιο του ξενοδοχείου, είναι μόνη. Ο Κάρι έχει εξαφανιστεί, το ίδιο και τα λεφτά. Μέσα σε στιγμές, το ξενοδοχείο περικυκλώνεται – το FBI είναι στο κατόπι της, και τώρα η Λάκι πρέπει να ξεφύγει χωρίς να έχει το παραμικρό πολεμοφόδιο, ή έστω ελάχιστα χρήματα.
Ακόμα χειρότερα; Ένα αδυσώπητο αφεντικό της τοπικής μαφίας θέλει κι εκείνο τη Λάκι, για να πάρει απαντήσεις. Συγκεκριμένα, γιατί του έκλεψαν τα λεφτά, και πού είναι τώρα. Για την Λάκι το πρόβλημα είναι φυσικά πως τις απαντήσεις δεν τις έχει ούτε η ίδια.
Μέσα αυτό το σκηνικό αδιεξόδου, η σειρά στήνει ένα φρενήρες ανθρωποκυνηγητό που βρίσκει την Τέιλορ-Τζόι να εκτελεί το ένα stunt μετά το άλλο καθώς η ηρωίδα της βρίσκεται μπλεγμένη σε κάθε πιθανό διαφορετικό σκηνικό δράσης.
Θέλετε concept ‘απόδραση από ξενοδοχείο ενώ το FBI έχει κλεισμένες όλες τις εξόδους;’ Η σεναριακή και σκηνοθετική εκτέλεση του πρώτου επεισοδίου θα σας ικανοποιήσει – είναι από αυτές τις «κοίτα τι σκέφτηκε!» στιγμές που απολαμβάνουμε σε κάθε αστυνομική περιπέτεια.
Θέλετε concept ‘άτομο μόνο του επιβιώνει την έρημο που δεν συγχωρεί’; Ναι, φυσικά, κι από τέτοιο έχουμε. Η Λάκι υιοθετεί μια κρυφή ταυτότητα και προσπαθεί να μαζέψει δυνάμεις μέσα από τη φιλοξενία μιας οικογένειας στη μέση του πουθενά. Αλλά για πόσο θα αντέξει υπό εξέταση το ψεύτικο στόρι που τους ξεφουρνίζει;
Θέλετε concept ‘η ξύπνια απατεώνισσα ξεγελά ένα μάτσο πλούσιους κάτω από τη μύτη τους’, όπου κάθε κίνηση κλοπής και απάτης μοιάζει κομμάτι μιας κατά δουλεμένης χορογραφίας που όμως η ηρωίδα αυτοσχεδιάζει μπροστά στα μάτια μας; Από όλα έχει η σειρά.
Κάθε επεισόδιο έρχεται να βάλει τη Λάκι σε ένα άλλο τέτοιο σκηνικό σασπένς, όπου το αγωνιώδες «πώς θα ξεφύγει;;» αντικαθίσταται σταδιακά με ένα ενθουσιώδες «για να δούμε αυτή τη φορά πώς θα ξεφύγει!!».
Ξέρετε πώς άλλες δραματικές, πρεστίζ σειρές μπορεί να έχουν σκηνές διαλόγων των 15 ή 20 λεπτών ώστε να αναπτυχθεί η σκιαγράφηση χαρακτήρων; Ε, εδώ τόσο μπορεί να κρατά μια εκτεταμένη σεκάνς δράσης. Το Lucky πολύ απλά δεν φοβάται τα αγωνιώδη set pieces, στήνοντας ολόκληρα επεισόδια πάνω σε αυτά: Ναι, για να ξεφύγει η Λάκι από μια κατάσταση, θα πρέπει να παρακολουθήσουμε όλη τη διαδικασία της, λεπτομερέστατα.
Είναι αναπολογητικό ως περιπέτεια, ως τηλεοπτικό σασπένς, ως αφήγηση με pulp στοιχεία, παρά το πρεστίζ περιτύλιγμα, με την ολοκάθαρη φωτογραφία, τα πλούσια σκηνικά και τις πασίγνωστες φάτσες.
Γιατί ναι, ας πούμε έχουμε εδώ μια κινηματογραφική σταρ, ως είθισται σε αυτά τα πρότζεκτ: Την Άνια Τέιλορ-Τζόι, που φέτος θα δούμε στο τρίτο Dune και του χρόνου στο νέο Lord of the Rings. Για μεγάλο εχθρό θες μια τρομερά σεβαστή περσόνα του κινηματογραφικού κόσμου και, αν δεν είστε έτοιμοι να υποδεχτείτε την Ανέτ Μπένινγκ ως μοχθηρή Πρισίλα στην villain era της, τότε χάνετε.
Γύρω τους, ένα καστ με γνώριμα, αγαπητά πρόσωπα, ηθοποιούς που ταιριάζουν ιδανικά στους ρόλους που τους αντιστοιχούν εδώ. Ο Τίμοθι Όλιφαντ (Deadwood) είναι ο πατέρας της Λάκι που επικοινωνεί μαζί της κάθε όποτε μπορεί μέσα από τη φυλακή όπου βρίσκεται – καταλαβαίνετε, δεν είναι ακριβώς καλά τα νέα εδώ. Ο Κλίφτον Κόλινς Τζούνιορ του Traffic (μια από τις κατεξοχήν «α! α! είναι αυτός ο τύπος!» της αμερικάνικης τηλεόρασης) παίζει το δεξί χέρι της Πρισίλα, αυτόν με τον οποίον απλά Δεν Θες Να Μπλέξεις.
Η πράκτορας του FBI είναι Ανζανί Έλις-Τέιλορ (του σπουδαίου Nickel Boys), μια από εκείνες τις παρουσίες που επικοινωνούν άμεσα και εύκολα απειλή όσο και ικανότητα. Ξέρεις πως η πράκτορας Ραντ δε θα αφήσει πέτρα που δε θα γυρίσει για να βρει τη Λάκι, αλλά ξέρεις και πως είναι πιο υποψιασμένη από όσο όλοι οι υπόλοιποι γύρω της. Τον δε μαφιόζο πίσω από όλους και όλα, παίζει ο Γουίλιαμ Φίχτνερ, μια από τις φάτσες που σχηματίζεις θες-δε θες στο μυαλό σου, αν σου πω «σκέψου έναν τύπο που απειλεί τους ήρωές μας».
Σταδιακά γύρω από την δράση, αναπτύσσεται περισσότερο και το backstory, μια πυκνή σχεδόν-οικογενειακή ιστορία που εμπλέκει καλούς και κακούς, κυνηγούς και κυνηγημένους. Το πλέγμα είναι πυκνό και έχει πολλές διακλαδώσεις, αλλά στην καρδιά της η ιστορία εξελίσσεται ως κάτι πολύ απλό και πολύ γνώριμο: Οικογενειακοί δεσμοί, προδοσίες, πάθος, αγάπη, και φυσικά ύβρις.
Αυτή η αγνότητα του σασπένς και των στοιχείων είδους σε βάρος ενός πιο συμβατικού δράματος, συνδέεται αναμφίβολα και με το όνομα του δημιουργού της σειράς. Ο Τζόναθαν Τρόπερ εμφανίστηκε στο προσκήνιο ως συν-δημιουργός του καθηλωτικά pulpy Banshee, ένα crime show που αγκάλιαζε τα βάθη του είδους και που ποτέ δε φοβόταν να παίξει με την κινηματογραφική βία και τις τακτικές του αφηγηματικού σοκ.
Το Lucky δεν βουτά τόσο πολύ στις λάσπες του αντι-πρεστίζ crime show, εξάλλου είναι μια κλειστή ιστορία βασισμένη σε best seller με συγκεκριμένη αρχή και τέλος. Όμως υπάρχει κάτι συγγενικό εκεί στην όλη προσέγγιση. Αυτές οι λογοτεχνικής προέλευσης τηλεοπτικές μίνι σειρές συχνά καταλήγουν να μοιάζουν με μια ταινία, τεντωμένη στα όριά της, κομμένη στα 7-8 κομμάτια, πολλά εκ των οποίων καταλήγουν κάπως πληκτικά ή επαναλαμβανόμενα στη δραματουργία τους.
Το Lucky, αντιθέτως, δε μοιάζει να έχει τέτοια άγχη. Κάθε επεισόδιο βρίσκει την κυνηγημένη ηρωίδα σε ένα διαφορετικό μέρος, με έναν διαφορετικό στόχο, με τον τηλεοπτικό χρόνο να γεμίζουν οι λεπτομέρειες του process της και κάθε λεπτομέρεια του κυνηγητού που την έχει ως στόχο. Η Άνια Τέιλορ-Τζόι τρέχει, πηδάει πάνω από κενά, σκαρφαλώνει σε τεράστιες νταλίκες, μεταμφιέζεται, κρύβεται, κλέβει, υποδύεται – είναι μια απατεώνισσα-κασκαντέρ που τα κάνει όλα, και η σειρά είναι χτισμένη γύρω από αυτό ακριβώς. Υπάρχει απόλαυση στη δράση, και το Lucky το ξέρει πολύ καλά.
Το Lucky στριμάρει στο Apple TV+.