ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΚΟΛΛΑΡΟΣ

ΑΚΟΥΕΙ Η ΜΕΝΔΩΝΗ ΑΡΓΥΡΟ;

Όταν κοπάσει η φασαρία της ποσοστώσης, μήπως σκεφτούμε αν τελικά ακούμε περισσότερη ελληνική μουσική «απ’ οσο πρέπει»;

Το πολυσυζητημένο νομοσχέδιο που τέθηκε σε διαβούλευση από το υπουργείο Πολιτισμού, κατά σύμπτωση την leap day 29 Φεβρουαρίου, επιβάλλει υποχρεωτική ποσόστωση «εκτέλεσης τουλάχιστον 45% ελληνόφωνων τραγουδιών ή ορχηστρικής μουσικής απόδοσης ελληνόφωνου τραγουδιού σε συγκεκριμένους κοινόχρηστους χώρους των ξενοδοχειακών και σύνθετων τουριστικών καταλυμάτων, των εμπορικών κέντρων, των καζίνο και των μέσων μαζικής μεταφοράς, καθώς και στους χώρους αναμονής επιβατών αερολιμένων και λιμένων». 

Η υπουργός Πολιτισμού, Λίνα Μενδώνη, διευκρίνισε σε ραδιοφωνική της συνέντευξη στον Παύλο Τσίμα ότι π.χ. για τα τουριστικά καταλύματα η ποσόστωση αφορά, χωρίς να το επιβάλλει, τη μουσική που μπορεί να θελήσει να βάλει ο ξενοδόχος «στους  χώρους αναμονής και στους ανελκυστήρες (…). Δηλαδή, είναι ένα πάρα πολύ περιορισμένο χρονικά και χωροταξικά τμήμα της δραστηριότητας που ασκούν τα καταλύματα ή τα ξενοδοχεία. Δεν παρεμβαίνει κανείς ούτε στα καφέ, ούτε στους χώρους εστίασης, ούτε, σε καμία περίπτωση, στα δωμάτια».

Μάλλον, λοιπόν, έχει δυσανάλογη βαρύτητα η έκταση της προτεινόμενη αλλαγής σε σχέση με το ατέλειωτο καλαμπούρι των τελευταίων 24ωρων στα σόσιαλ. Μοιάζει περισσότερο με διευκόλυνση του υπουργείου στους δημιουργούς προκειμένου να τους εξασφαλίσει περισσότερα έσοδα παρά για οργανωμένη στρατηγική προώθησης του ελληνικού τραγουδιού σαν αυτή που επικαλέστηκε η υπουργός ότι συνέβη σε άλλες χώρες. Όπως στη Γαλλία, για παράδειγμα, που αυτό συμβαίνει ήδη από από τη δεκαετία του ‘80 και προκάλεσε σε μεγάλο βαθμό την άνθιση κυρίως του υπέροχου γαλλικού hip hop (και σε μικρότερο βαθμό της υπέροχης γαλλικής ηλεκτρονικής μουσικής) στα 90s. Μόνο που πια το ημερολόγιο δείχνει 2024, το τοπίο έχει αλλάξει ολοκληρωτικά με τις υπηρεσίες streaming και η παρέμβαση του νομοσχεδίου στο ελληνικό ραδιόφωνο (που θα έκανε, για καλό ή για κακό, ουσιαστική διαφορά) δεν είναι δα και ριζική, είναι απλά προαιρετική: δίνεται 5% περισσότερος διαφημιστικός χρόνος, εφόσον ο ραδιοφωνικός σταθμός αυξήσει την ελληνόφωνη μουσική κατά 20%. Ίσως πιο σοβαρή παρέμβαση είναι αυτή που έχει συζητηθεί λιγότερο κι αφορά τις ελληνικές κινηματογραφικές ταινίες που χρηματοδοτούνται από το Δημόσιο και θα «υποχρεούνται να ενσωματώνουν ελληνόφωνο τραγούδι ή ορχηστρική μουσική απόδοση ελληνόφωνου τραγουδιού σε ελάχιστο ποσοστό 70%». 

Τέλος πάντων, όλα αυτά θα δούμε καταρχάς αν είναι εφαρμόσιμα, αν όντως μπορεί να γίνει αποτελεσματικά ο έλεγχος χωρίς να δημιουργεί συνθήκες για «φακελάκια». Κάποιοι πονηροί, και μάλλον υπερβολικοί, σημειώνουν πώς η κυβέρνηση χρειάζεται ένα δυο «πατριωτικά» γκολάκια έχοντας διαταράξει την σχέση της με το (ακρο)δεξιό ακροατήριο με τον γάμο ομοφύλων και τις συμφωνίες για προσέλκυση και νομιμοποίηση των εργαζόμενων μεταναστών. Ενώ, σίγουρα, αυτή η παρέμβαση που φαίνεται να έχει σκοπιμότητα συντεχνιακής εξυπηρέτησης δεν ταιριάζει ακριβώς με το μοντέρνο, οικονομικά (νεο)φιλελεύθερο μοντέλο που πουλάει ο Κυριάκος Μητσοτάκης. 

Στοιχηματίζω ότι, πλην των άμεσα εμπλεκόμενων, θα έχουμε ξεχάσει το ζήτημα μέχρι να χωνέψουμε από την Τσικνοπέμπτη. Όμως, εδώ υπάρχει μια πιο βαθιά, ουσιαστική και μάλλον φιλοσοφική συζήτηση που αξίζει να κάνουμε. Μερικά πρόχειρα ερωτήματα: Τι σημαίνει σήμερα «ελληνικό τραγούδι»; Ο,τιδήποτε έχει ελληνικό στίχο χρήζει αυτοδικαίως ενίσχυσης και υποστήριξης; ΟΚ, η τραπ μάλλον δε θα διαφθείρει την ελληνική νεολαία, αλλά πρέπει να την ακούμε κι όσο ανεβαίνουμε από το ισόγειο μέχρι τον 3ο; Γίνεται, κι αν ναι ποιος θα το αποφασίσει, να τεθούν ποιοτικά κριτήρια για να μη γίνουν οι κοινόχρηστοι χώροι προέκταση των μπουζουκιών; Κι αν γίνουν, μας πειράζει; Στο τέλος της ημέρας το πρόβλημα είναι ότι δεν ακούμε παντού ελληνόστιχη μουσική ή μήπως ακούμε περισσότερη ελληνική μουσική «απ’ οσο πρέπει»;

Α, κι άλλο ένα ερώτημα σε αυτά που προαναφέρθηκαν. Παραφράζοντας τον τίτλο που έβαλε κάποτε ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος, ακούει η Μενδώνη Αργυρό;

Δεν ήταν ποτέ εύκολο, δεδομένο ή κυρίαρχο πράγμα η υπόθεση «ξένη μουσική» στην Ελλάδα.

Συνήθως ήταν κάποιο από τα μεγαλύτερα αδέρφια ή ένας κουλ ξάδερφος με κάπως ενημερωμένη δισκοθήκη, ίσως οι κασέτες από τα μεγαλύτερα παιδιά το καλοκαίρι στο χωριό ή την κατασκήνωση. Κι αργότερα το MTV, κάτι σαν το ίντερνετ των late 80s, ένα παράθυρο σε έναν εντελώς καινούριο κόσμο που ο Michael Jackson αναζητούσε την Annie και το προεφηβικό αίμα πάγωνε στο βίντεο κλιπ του ‘Lullaby”. Οι γονείς σπανιότερα ήταν εκείνοι που μυούσαν στο διεθνές ρεπερτόριο, γιατί στα σπίτια της μεσαίας τάξης την εποχή που η σοσιαλιστική ευφορία διαδεχόταν την ανακούφιση της μεταπολίτευσης, δεν υπήρχε πολύς χώρος για «ξένα-διάφορα». Υπήρχε πύρινο πολιτικό τραγούδι, υπήρχε νέο κύμα, υπήρχαν μυθικές συναυλίες (από το διήμερο του Νταλάρα στο ΟΑΚΑ ως το πάρτυ του Λουκιανού στη Βουλιαγμένη), τα ήθη σιγά σιγά χαλάρωναν και γίνονταν γαρίφαλα. Όλα στα ελληνικά, το Κόμμα έτσι κι αλλιώς είχε δαιμονοποιήσει τον ροκ εν ρολ ιμπεριαλισμό, η εκπομπή του Διονύση Σαββόπουλου στην ΕΡΤ το 1986-87 λεγόταν Ζήτω το Ελληνικό Τραγούδι (άραγε του είχε χρεωθεί τότε και καλλιτεχνική νεορθοδοξία;).

Η δημοφιλής κουλτούρα στη χώρα μας πέρασε μια εποχή εξωστρέφειας τη δεκαετία του ‘90, η οποία συνεχίστηκε μάλλον με πιο αργό ρυθμό ως την Κρίση. Απορροφούσε σαν σφουγγάρι ή μιμούταν άτσαλα τα ρεύματα του εξωτερικού (δηλαδή της Δύσης), αλλά ακόμα κι έτσι το πλαίσιο ήταν περίπου ασφυκτικό, Η ιδιωτική τηλεόραση αντέγραφε τα ιταλικά σόου, τα lifestyle περιοδικά πουλούσαν περισσότερο με έλληνες σταρ στο εξώφυλλο και δώρο cd με τις μεγαλύτερες επιτυχίες τους, η ταυτόχρονη άφιξη λαϊκοπόπ κι «έντεχνου» δολοφόνησαν το γνήσιο ελληνικό λαϊκό τραγούδι. Ναι, ήταν η χρυσή εποχή του ελληνόφωνου ροκ (μέχρι να καεί τελείως στις νιοστές wannabe Τρύπες), ναι εμφανίστηκαν τα πρώτα σκιρτήματα του ελληνικού χιπ χοπ, ναι ζήσαμε κι εδώ ένα μεγάλο ρέιβ πάρτι. Όμως, κακά τα ψέματα, στη μεγάλη εικόνα η χώρα δεν έπαψε ποτέ να είναι ένα απέραντο ελληνάδικο – ένα κουπλέ κι ένα ρεφρέν «Λιωμένο Παγωτό», λίγο “Jump Around” και μετά χαρτοπετσέτες να χορεύουν στον αέρα. 

Είχαν ενδιαφέρον όλα αυτά. Χώριζαν τον κόσμο σε πλαστά «στρατόπεδα» που πια φαίνονται μόνο χαριτωμένα. Και μετά ήρθε το ίντερνετ και η κρίση, είχαμε πιο σοβαρά κι αγωνιώδη πράγματα να ασχοληθούμε. Μόνο που ταυτόχρονα, φοβάμαι, ότι κλειστήκαμε στο καβούκι μας. Σιγά σιγά παραδοθήκαμε σε έναν ελληνοκεντρισμό που απορρίπτει ο,τιδήποτε καινούριο, άγνωστο ή απλά «ξένο» ως «παραπολυψαγμένο». Γίναμε δηλαδή πιο συντηρητικοί, προς Θεού όχι εμείς και οι φίλοι μας, κάποιοι άλλοι απ’ το χωριό.. 

Στα φοιτητικά δωμάτια έπαιζε ο Παντελίδης στο youTube και φθηνό ουίσκι σε νεροπότηρο, οι μεγαλύτεροι μετά από διάφορες ξενόγλωσσες αναζητήσεις επέστρεψαν στη ζεστή αγκαλιά της μητρικής γλώσσας, οι πρωταγωνιστές της κάποτε αναδυομένης «αγγλόφωνης σκηνής» έγραψαν ελληνικό στίχο γιατί «μόνο έτσι κάνεις επιτυχία». Από τη μία καπνογόνα σε ΛΕΞ-Σωκράτη-Θανάση κι από την άλλη νταλκάς τις μικρές ώρες σε Αρχάγγελο-Άγιο-Μπάτμαν και Ίμερο, στη μέση ένα φριχτό mainstream με απόφοιτους τηλεοπτικών talent shows. Και κάπου αλλού, «σε ένα μακρινό πλανήτη…που δεν είναι και τόσο μακριά», η Gen Z καταναλώνει μουσική στο TikTok

Πού θέλω να καταλήξω; Η «ξένη μουσική» ποτέ δεν λειτούργησε εις βάρος της ελληνικής, δεν κινδυνεύει να αφανίσει τον πολιτισμό μας. Είναι πιο πιθανό έχοντας περάσει χιλιάδες εργατοώρες μελετώντας το σύντομο μα καθοριστικό πέρασμα των Joy Division από τον μάταιο τούτο κόσμο, να συμφιλιωθείς με το πόσο σπουδαίο λαϊκό τραγούδι είναι η «Κόκκινη Γραμμή» της Νατάσας. Παρά το αντίθετο.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα