Ο Αλέξανδρος Ψυχούλης Μαρία Χαραλάμπους

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΨΥΧΟΥΛΗΣ: “Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑΣ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΠΟΛΥΤΙΜΩΝ ΤΡΑΥΜΑΤΩΝ”

Ο «Τροφοσυλλέκτης», το συνταρακτικό και αταξινόμητο νέο βιβλίο του εικαστικού, είναι ένα δοκίμιο για την ουτοπία της διατροφικής αυτάρκειας μέσα στην οικονομία της αγοράς και ταυτόχρονα μία σπαρακτική εμβάθυνση στη σχέση του με τον πιο κοντινό του άγνωστο, τον εκλιπόντα πατέρα του. Κανείς δεν θα μείνει ασυγκίνητος.

Όπως το προηγούμενο βιβλίο του Αλέξανδρου Ψυχούλη, «Τα τσίπουρα στον Βόλο» (εκδ. Νήσος, 2019), δεν εξαντλείται στα dos and don’ts της ξακουστής βολιώτικης γαστρονομικής ιεροτελεστίας αλλά αποτελεί, μέσω βιωματικής γνώσης, επιτόπιας παρατήρησης, σημειολογικής ανάλυσης και δίχως ίχνος σοβαροφάνειας, ένα εγχειρίδιο ώστε τόσο ο επισκέπτης της γενέτειρας του συγγραφέα όσο και ο ντόπιος να αφεθούν στην ψευδαίσθηση ότι η ζωή είναι εξαιρετικά απλή και να ζήσουν μια υπερβατική εμπειρία, έτσι και το πιο πρόσφατό του, ο «Τροφοσυλλέκτης» είναι κάτι παραπάνω από ένα εικονοκλαστικό βιβλίο συνταγών. Κι ας μπορείς, όπως γράφει ο καταξιωμένος εικαστικός και καθηγητής Τέχνης και Τεχνολογίας στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, να το καταχωρίσεις έτσι και να τελειώνει η υπόθεση.

Είναι ένα δοκίμιο για την τροφοσυλλογή και «την ουτοπία της διατροφικής αυτάρκειας μέσα στην οικονομία της αγοράς». Είναι μια μετά θάνατο εμβάθυνση στη σχέση του με τον πιο κοντινό του άγνωστο, τον εκλιπόντα πατέρα του. Είναι, αναπόφευκτα, μια θραυσματική αυτοβιογραφία.

Είναι τελικά ένα συνταρακτικό και αταξινόμητο συγγραφικό πόνημα, σπαρακτικό και αστείο και ξανά σπαρακτικό από κεφάλαιο σε κεφάλαιο, από την κάθε αρχή μέχρι να σηματοδοτηθεί το κάθε τέλος από μία συνταγή του πεθαμένου από χρόνια πατέρα του, «με πρώτες ύλες που εκείνος συνέλεγε μόνος του από τις χερσαίες και θαλάσσιες εκτάσεις του τόπου καταγωγής του». Ένα συναισθηματικό rollercoaster που αποκλείεται να αφήσει ασυγκίνητο τον αναγνώστη γιατί ο Ψυχούλης πραγματεύεται κάτι οικουμενικό βάζοντας, όπως λέει στο NEWS 24/7, στο μικροσκόπιο προσωπικά συμβάντα και μιλώντας γι’ αυτά χωρίς περιστροφές. Όπως ακριβώς κάνει και σε αυτή τη συνέντευξη.

Ο «Τροφοσυλλέκτης» είναι απότοκο της επιθυμίας -αν όχι της ανάγκης- να γράψεις τώρα, πολλά χρόνια μετά το θάνατο του πατέρα σου, ένα βιβλίο που θα εξερευνά την ζόρικη σχέση σας; Ένα βιβλίο που, εδώ που τα λέμε, αναπόφευκτα κατέληξε και σε θραυσματική αυτοβιογραφία σου.
Ξεκίνησα να γράφω ένα δοκίμιο για τον σημερινό τροφοσυλλέκτη, για την ουτοπία της διατροφικής αυτάρκειας μέσα στην οικονομία της αγοράς, γι’ αυτούς που ζουν σε πόλεις αλλά με το ένα πόδι αγγίζουν τα χώματα και την ύπαιθρο υπακούοντας σε ένα αρχαίο εσωτερικό κάλεσμα. Τα αυτοβιογραφικά στοιχεία που επισημαίνεις έπαιξαν τον ρόλο του βιωμένου παραδείγματος για να μην παρασυρθώ σε αμπελοφιλοσοφίες. Εκεί η προσωπικότητα του πατέρα μου άρχισε να κυριαρχεί. Αυτός ήταν ο πραγματικά αυτάρκης τροφοσυλλέκτης-κυνηγός που με μύησε πλημμελώς στα μυστικά της τροφοσυλλογής. Ήταν ένας δύστροπος δάσκαλος κι εγώ ένας όχι και τόσο δεκτικός μαθητής, ένα παιδί της πόλης. 

Έγραφα ερευνώντας τι συμβαίνει σήμερα διεθνώς με την τροφοσυλλογή κι ενώ για το συγκεκριμένο πεδίο είχα ήδη κάποιες γνώσεις, για τον πατέρα μου και τη ζωή του ήξερα ελάχιστα. Ήταν ο πιο κοντινός μου άγνωστος. Άρχισα λοιπόν μια παράλληλη έρευνα γι’ αυτόν τον μελαγχολικό αριστερό διανοούμενο, που γεννήθηκε μέσα στη φύση, που έζησε αντάρτικο και εξορίες, βιώματα που διαμόρφωσαν τις διατροφικές του συνήθειες και τη συμπεριφορά του.  

Όταν ακούς κάποιον για παράδειγμα να εξυμνεί το κοκκινιστό της μάνας του, δεν μιλάει μόνο για κάτι στομαχικό αλλά για μια σχέση.”

Το πράγμα ξέφυγε απ’ το δοκίμιο αλλά αυτό δεν με πτόησε. Θεώρησα ότι είναι ένα πρόβλημα των βιβλιοπωλών που δεν θα μπορούν να αποφασίσουν σε πoιο ράφι θα το βάλουν. Κάποια λύση θα σοφίζονταν.

Όταν πια το βιβλίο τελείωσε και το διάβασα σαν να ήμουν ο πρώτος του αναγνώστης, κατάλαβα πως είναι αδύνατον να μιλήσεις για την τροφοσυλλογή, μια διατροφική τακτική των πρώτων ανθρώπινων κοινωνιών χωρίς να μιλήσεις για τους γονείς σου. Η ιδέα της διατροφικής αυτάρκειας είναι άμεσα συνδεδεμένη με την διατροφική εξάρτηση της παιδικής σου ηλικίας. Μιλάς για την γενναιοδωρία της φύσης, για το γάλα της μάνας σου. Τα χρόνια αυτής της διατροφικής εξάρτησης είναι που δημιουργούν την γαστρονομική σου «εξάρτυση» (με ύψιλον). Τις γευστικές μνήμες με τις οποίες θα συνδιαλλαγείς στον υπόλοιπο βίο σου. Όταν ακούς κάποιον για παράδειγμα να εξυμνεί το κοκκινιστό της μάνας του, δεν μιλάει μόνο για κάτι στομαχικό αλλά για μια σχέση. 

Κατά κανόνα πρώτα ανέσυρες από τη μνήμη σου τις συνταγές του μακαρίτη και κατόπιν αποφάσιζες ποιες λέξεις θα βάλεις στη σειρά;
Κάποια κεφάλαια του βιβλίου γεννήθηκαν από μια πατρική συνταγή και κάποια γέννησαν τη δική τους. Σε αντίθεση με τα υλικά αγαθά οι συνταγές είναι μια κληρονομιά που μπορείς να την μοιράσεις στους άλλους χωρίς να χάσεις τίποτα. Αυτό κάνω σ’ αυτό το βιβλίο. Μοιράζομαι πιθανότητες ευτυχίας, συνταγές με πρώτες ύλες που μπορείς να μαζέψεις μόνος σου. Οι γραμμένες πια συνταγές είναι κώδικες που διαρρηγνύουν τα όρια του γραπτού λόγου όταν τις εκτελέσεις. Σε θρέφουν κυριολεκτικά, σε κοινωνικοποιούν, φτάνεις σε κοινές αισθητηριακές εμπειρίες.

Μαγείρευες, λοιπόν, και έγραφες, έγραφες και μαγείρευες; Δοκίμαζες δηλαδή επί τόπου τις συνταγές ενώ ετοίμαζες το βιβλίο; Είτε αυτές που γεννήθηκαν, όπως λες, ενώ έγραφες, είτε τις προϋπάρχουσες πατρικές. Ειδικά αυτές τις έχεις εξελίξει με τα χρόνια;
Τις κληρονομημένες συνταγές τις μαγειρεύω συχνά έτσι κι αλλιώς. Τις έχω αποστηθίσει, είναι απλές, με λίγα υλικά που τα μαζεύω στις βόλτες μου ή τα καλλιεργώ. 

Τις συνταγές που σου έμαθε δια ζώσης ένα πρόσωπο που έχει πεθάνει τις προστατεύεις γιατί έχουν μια μαγική δύναμη. Δεν αυτοσχεδιάζεις, τις εκτελείς σαν μια δεδομένη παρτιτούρα ενεργειών και στη μνήμη σου εμφανίζεται ο απών διδάσκων -στην προκειμένη περίπτωση ο πατέρας μου- να τεμαχίζει τα κρεμμύδια δίπλα στον ανοξείδωτο νεροχύτη, να ακουμπά τα ψάρια πάνω στα λαχανικά φορώντας το μεγάλο χρυσό δαχτυλίδι του, ένας σωρός θραυσματικών και λεπτομερέστατων εικόνων. Κι ενώ αυτές οι αναδρομικές εικόνες ανήκουν σε παρελθόντα χρόνο, το γευστικό προϊόν ανήκει στο παρόν. Εγώ είμαι απλά ένας ενδιάμεσος. 

Κάποιες συνταγές, όπως ας πούμε αυτή που λέγεται «Σνακ για τον περιπατητή του Απριλίου» γεννήθηκαν σε μεγάλες βόλτες όταν έγραφα το βιβλίο. Δεν είναι ακριβώς συνταγή αλλά το ρυθμικό μασούλημα άγριων σπαραγγιών και λουλουδιών άγριου σκόρδου εναλλάξ, σε τέτοιες αναλογίες που ενώ τα τρως ωμά, σου δίνουν την επίγευση μαγειρεμένου φαγητού. Ένα είδος βοσκήματος που αντιπαρέρχεται όλον τον πολιτισμό της επεξεργασίας της τροφής και κάνει τον τροφοσυλλέκτη να αισθάνεται ένα τρισευτυχισμένο αυτάρκες κτήνος. 

«Οι άνθρωποι που κουβαλάς μέσα σου αλλάζουν και μετά τον θάνατο τους» γράφεις. Θέλω να πιστεύω ότι μετά από μία απώλεια -πόσο μάλλον όταν είναι μείζονος σημασίας όπως του πατέρα- ξεκινάει και μια άλλου είδους σχέση με τον εκλιπόντα, πιο πνευματική και εσωτερική. Είναι λοιπόν η σχέση σου με τον «μελαγχολικό αριστερό διανοούμενο» πιο ολοκληρωμένη από ποτέ μετά από αυτό το βιβλίο; Τέλος πάντων, νιώθεις καλύτερα; Μαλάκωσε το κρίμα για τις κουβέντες που δεν ειπώθηκαν ποτέ δια ζώσης;
Ο εκλιπών είναι πάντα «συγχωρεμένος», ακόμα κι αν χρειάστηκε να του πετάξω πολλές πέτρες γράφοντας ξαλάφρωσα γιατί αυτές τις πέτρες τις κουβαλούσα στις τσέπες μου.

Κοίτα, όταν κάποιος πεθαίνει, εγκαταλείπει την μοριακή στιβάδα της ύπαρξής του αλλά με κάποιο τρόπο συνεχίζει να ζει αποκεντρωμένα στην ηλεκτρονική στιβάδα, στην σκέψη δηλαδή όσων τον είχαν γνωρίσει. Εκεί τα πράγματα δεν είναι τόσο οριστικά όσο αρχικά νομίζεις. Μια νέα πληροφορία, μια αλλαγή οπτικής γωνίας σε μια ανάμνηση, αλλάζει άρδην το προφίλ του μακαρίτη.

Αυτό που λες για το κρίμα των πραγμάτων που δεν ειπώθηκαν στην ώρα τους, δεν είναι μεγάλο κρίμα. Δεν ειπώθηκαν γιατί δεν ήσουν έτοιμος να τα αρθρώσεις. Το να βρεις τις αιτίες αυτής της αφωνίας είναι απόλυτα διεξοδικό. Όχι γιατί έτσι θα ανασκευάσεις κάτι που ανήκει στο παρελθόν αλλά γιατί σε βοηθάει σε μελλοντικές συμπεριφορές σου. Στη σχέση σου με τα παιδιά σου για παράδειγμα. Σε βοηθάει να μην κάνεις τα παλιά λάθη.

Εννοείς πως κάνεις καινούρια;
Αναπόφευκτα, ναι. Κι ελπίζεις πως και τα παιδιά σου θα κάνουν πιο βελτιωμένα λάθη στα δικά τους παιδιά. Η οικογένεια δεν θα πάψει ποτέ να είναι ένας μηχανισμός παραγωγής πολύτιμων τραυμάτων.

Όπως τιτλοφορείται ένα από τα πιο συνταρακτικά, κατά γνώμη μου, κεφάλαια του βιβλίου σου. Σε αυτό κεντρικό ρόλο έχει η αδερφή σου που είχε πιο συγκρουσιακή σχέση με τον μακαρίτη. Δεν θα κάνω σπόιλερ στο αναγνωστικό κοινό, αλλά περιγράφεις κάτι που είναι και δικό της, κάτι πολύ προσωπικό. Υποθέτω ότι το συζήτησες μαζί της. Δεν έχει να κάνει όμως μόνο με το συγκεκριμένο κεφάλαιο αυτό που θέλω να σε ρωτήσω, αλλά με όλα: Υπήρξαν φορές μέσα σε όλη αυτή τη διαδικασία που να είπες μπάστα, τώρα λες πολλά, ίσως περισσότερα απ’ όσα πρέπει, ξανασκέψου το, λαι όλο αυτό να σε οδήγησε σε μια επαναδιαπραγμάτευση με τον εαυτό σου; Ακόμη κι αν τελικά πέρασε το αρχικό σχέδιο.
Όχι δεν μπήκα σε καμιά διαδικασία διαπραγμάτευσης και δεν ξέρω αν αυτό είναι καλό ή κακό. 

Μ’ αυτό που λες, μου έρχεται στη μνήμη το «Διαλύοντας τον Χάρι» του Γούντι Άλεν, η σκηνή που η πρώην ερωμένη πυροβολεί τον συγγραφέα Χάρι Μπλοκ γιατί μέσα στο βιβλίο του αναγνωρίζει τον εαυτό της παρ’ ότι αναφέρεται με ψευδώνυμο. Εγώ ούτε στον κόπο να βάλω ψευδώνυμο δεν μπήκα. Πίστευα πως η αδερφή μου θα καταλάβει και δεν έπεσα έξω. Είναι κι αυτή αρκετά εξωστρεφής με τα προσωπικά της. Μοιάζει οξύμωρο αλλά η προσωπική έκθεση είναι ένα είδος οχύρωσης. Επίσης έχουμε κι οι δύο την πεποίθηση πως αν θες να μιλήσεις για κάτι οικουμενικό πρέπει να βάλεις στο μικροσκόπιο ένα πολύ προσωπικό συμβάν και να μιλήσεις γι’ αυτό χωρίς περιστροφές.

Περιγράφοντας το βιβλίο σε οικείους μου εκτός όλων των άλλων τους λέω ότι αν και βαθύτατα εξομολογητικό -όσον αφορά προσωπικά βιώματα αλλά και διάφορες απόψεις σου περί οικονομίας της αγοράς και όχι μόνο- έχει μια οικονομία στις λέξεις, ένα ιδιότυπο λεκτικό less is more, που εντελώς αυθαίρετα το αποδίδω στο ότι είσαι εικαστικός και δε χρειάζεσαι «εκατό πινελιές» για να πεις αυτό που θέλεις να πεις, μπορείς να το κάνεις και με δυο-τρεις. Έχει κάποια βάση όλο αυτό ή καμία σχέση;
Έχω την εντύπωση πως το να ψάχνουμε απόλυτες αναλογίες στη ζωγραφική και στο γράψιμο θα μας οδηγούσε σε παραπλανητικά συμπεράσματα. Είναι δύο εντελώς διαφορετικές τέχνες. Την εικόνα την τρως στη μούρη με τη μία, έχεις δηλαδή με μια ματιά τη συνολική εποπτεία και μπορείς να δουλεύεις σε διαφορετικά σημεία της ταυτόχρονα. 

Με τις λέξεις είναι διαφορετικά. Ακόμα κι αν αυτά που γράφεις ανήκουν στη μη γραμμική αφήγηση, η διαδικασία γραφής είναι αναπόφευκτα γραμμική. Βάζεις λέξεις σε μια σειρά. Για να καταλάβω λοιπόν πώς αυτές λειτουργούν μέσα στο σώμα του κειμένου πρέπει συνεχώς να ανατρέχω στα προηγούμενα. Να διαβάζω ξανά και ξανά τα ίδια, πράγμα κουραστικό και βαρετό εξαιτίας της ελαφριάς δυσλεξίας που με δέρνει. Είναι οι στιγμές που σκέφτομαι πως σωστά επέλεξα να γίνω ζωγράφος και όχι συγγραφέας. Γράφω μόνο όσα δεν μπορώ να ζωγραφίσω, κι επειδή όλη η μαθητεία μου και η όποια γνώση είναι στα περί της εικόνας, το εκτεταμένο κείμενο με συνθλίβει. Γίνομαι λιτός από αδυναμία. Αυτή την αδυναμία τα δικά σου μάτια την διαβάζουν ως ιδίωμα. Ωραίο είναι αυτό.

To εξώφυλλο του βιβλίου.

Κάπου στο βιβλίο γράφεις ότι με την πάροδο των χρόνων αποφάσισες να παραδεχτείς πως ο πατέρας σου ήταν ένας καταθλιπτικός σοφός. Υπήρξαν ανάλογα κρίσιμα και χρήσιμα συμπεράσματα -όχι μόνο σχετικά με τον πατέρα σου- που να έβγαλες με την πάροδο των σελίδων που έγραφες γι’ αυτό το βιβλίο που εκτός από την ουτοπία της διατροφικής αυτάρκειας μέσα στην οικονομία της αγοράς, όπως είπες νωρίτερα, αφορά και τον πατέρα σου και σένα και τη σχέση σας;
Μπορώ να σου πω κάποια επιγραμματικά. Βάλτα με μπούλετς αν θέλεις. 

-Ο καλός τροφοσυλλέκτης δεν τρώει ποτέ κάτι που δεν ξέρει πως λέγεται.

-Μην εμπιστεύεσαι μυκητολόγους που σου λένε πως έμαθαν να μαζεύουν μανιτάρια από το internet. Γενικά μην εμπιστεύεσαι ψηφιακές εφαρμογές για φυτά. Βρες έναν άνθρωπο να σου δείξει.

-Ένας σακατεμένος γονιός ήταν κάποτε παιδί που είχε μια ζωή μπροστά του.

-Είναι καλό να αφήνουμε συγκεκριμένες οδηγίες για την διαχείριση του σώματός μας όταν πεθάνουμε. Για τον θάνατο, πρέπει να μιλάμε.

-Τα φυτά και οι σχέσεις θέλουν το χρόνο τους. Αν δεν ξέρεις ποιος είναι ο χρόνος των σχέσεων κοίτα τον χρόνο των φυτών. Αν δεν ξέρεις ποιος είναι ο χρόνος των φυτών φύτεψε ένα δέντρο και φρόντισέ το.

-Τα φρούτα που κλέβεις από ένα δέντρο που συναντάς σε ξένο περιβόλι είναι πιο νόστιμα απ’ τα δικά σου.
-Τα ζιζάνια είναι συμπαθητικά.

Ειδικά με τα τελευταία συμφιλιώθηκες μετά από 23 καλοκαίρια που καλλιεργείς ένα στίβο μάχης, όπως γράφεις, ένα κήπο δηλαδή με ζαρζαβατικά στην αυλή του σπιτιού σου στο Μικρό του Πηλίου, ξεκινώντας κάθε χρόνο τη δουλειά στο λίγο μετά το Πάσχα. Η ζωή τα έφερε έτσι και το βιβλίο σου βγήκε λίγο μετά -άρα υποθέτω ότι γράφτηκε αρκετά πριν- από τη μεγάλη φθινοπωρινή κακοκαιρία που γονάτισε το Πήλιο και έπληξε -αν κρίνω από πρόσφατα άρθρα της αδερφής σου- και τα δύο μικρά παραθαλάσσια σπίτια σας στο νότιο Πήλιο. Και τώρα, όσον αφορά το «κηπομνημόσυνο» του πατέρα σου, τι;
Είμαι σχεδόν σίγουρος πως ο «Τροφοσυλλέκτης» δεν θα είχε γραφτεί αν δεν υπήρχε αυτό το ονειρικό σπίτι στην παραλία του Μικρού. Εκεί συνέβαιναν τα πάντα. Στην αυλή του ερχόταν ο πατέρας μου κι έβαζε τον μπαξέ. Στο ίδιο σημείο συνέχισα να τον φυτεύω εγώ σαν να ήταν το πιο ταιριαστό μνημόσυνο για εκείνον. Εκεί μου είχε μαγειρέψει τις συνταγές με τα ψαρέματά του. Εκεί τέλειωσα το βιβλίο ένα μήνα πριν μπει το φθινόπωρο. 

Το ζήλεψε ο Daniel και το πήρε μαζί του. Απίστευτοι όγκοι νερού κατέβηκαν απ’ το βουνό και το μετέτρεψαν σ’ ένα σωρό από πέτρες. Το πρωί της επόμενης μέρας, όταν ξαναβγήκε ο ήλιος, πήγα και κάθισα στην αυλή με το γκρέμι πίσω μου, κοιτάζοντας τον κήπο. Πίσω απ’ την πλάτη μου ένα σπίτι εκατό χρόνων είχε ολοκληρώσει την ιστορία του αλλά μπροστά μου, ο μπαξές έδειχνε αναζωογονημένος και ακμαίος ύστερα από τους καύσωνες που τον είχαν τυραννήσει όλο το καλοκαίρι. Το χώμα είναι ακόμα εκεί. 

Info:

Το βιβλίο «Τροφοσυλλέκτης» του Αλέξανδρου Ψυχούλη κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Νήσος.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα