ΠΩΣ “ΚΟΛΥΜΠΑΕΙ” ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΦΟΒΑΤΑΙ Ο ΜΑΤ ΜΠΕΡΝΙΝΓΚΕΡ ΤΩΝ NATIONAL
Λίγο πριν εμφανιστεί solo στην Αθήνα για να προϋπαντήσει τους The Cure, μιλά στο NEWS 24/7 για την κατάθλιψη που βίωσε πρόσφατα μέχρι που τελικά κατάφερε να βγάλει το κεφάλι του έξω από το σκοτεινό νερό και να πάρει μια μεγάλη ανάσα. Όχι, δεν το παίζει life coach. Συναισθηματικό, μινόρε ροκ συνεχίζει να παίζει για να τα βγάλει πέρα.
Κάτι μυρίζει πολύ περίεργα στο υπόγειο του σπιτιού του Ματ Μπέρνινγκερ, όμως στο επαρχιακό Κονέκτικατ, όπου ζει τα τελευταία τρία χρόνια μετά από σχεδόν τριάντα στη Νέα Υόρκη, είναι χαρά Θεού και ο τραγουδιστής και στιχουργός των The National (του συγκροτήματος που εδώ και δεκαετίες «συνθέτει μουσική για εκείνο το είδος θλίψης που συσσωρεύεται μέσα εξαιτίας των συνεχών απωλειών της καθημερινότητας» – The New Yorker) δεν κόπτεται. «Νομίζω ότι κάτι κουβάλησε η γάτα πριν από δυο μέρες. Νεκρός σκίουρος είναι; Νεκρό ποντίκι; Δεν ξέρω. Πάντως κάτι υπάρχει εκεί κάτω και μεπεριμένει να το ανακαλύψω. Αργά ή γρήγορα θα το κάνω. Για την ώρα, φίλε, το πρωινό είναι ηλιόλουστο, καλοκαιρινό, υπέροχο» λέει στο NEWS 24/7 σκοπεύοντας να απολαύσει τον πρωινό του καφέ κι ας πρέπει να τον πιει «μαζί» με έναν άγνωστο, μπροστά σε μια οθόνη. Όπως απολαμβάνει και κάθε στιγμή της ανάπαυλας ανάμεσα στο αμερικανικό σκέλος της φετινής του σόλο περιοδείας για την προώθηση του δεύτερου προσωπικού του άλμπουμ, Get Sunk, και το ευρωπαϊκό που θα κορυφωθεί λίγες ημέρες μετά την επερχόμενη συναυλία του στην Αθήνα την Τετάρτη 15 Ιουλίου.
Αυτή θα ήταν η τρίτη του επίσκεψη για δουλειά στη χώρα μας αν δεν είχε ακυρωθεί η προηγούμενη εν μέσω πανδημίας, τότε που τη συναυλία των The National θα άνοιγαν οι Idles, και ο Μπέρνινγκερ μόλις αμυδρά θυμάται την πρώτη, ή κάνει ότι τη θυμάται γιατί του επισημαίνω ότι πίσω στο μακρινό πια 2008 -εντελώς συμπτωματικά το ημερολόγιο και τότε έγραφε 15 Ιουλίου- προϋπάντησαν τους headliners Massive Attack.
Μέχρι τότε οι μετέπειτα «προστάτες άγιοι των μεσήλικων ανδρών με συναισθηματικές διαταραχές» σύμφωνα με τους New York Times, είχαν κυκλοφορήσει τέσσερα άλμπουμ που εγκωμιάστηκαν παγκοσμίως [The National (2001), Sad Songs for Dirty Lovers (2003), Alligator (2005), Boxer (2007)], απείχαν τρία χρόνια από την κυκλοφορία του επόμενου [High Violet (2010)] και πέμπτου από τα συνολικά δέκα μέχρι σήμερα, το οποίο περιείχε και μάλλον το πιο γνωστό τους τραγούδι(και ένα από τα «πιο National»), το αξεπέραστο, χιλιοπαιγμένο στα ανά τον κόσμο FM “Bloodbuzz Ohio”.
Στην πρώτη και μοναδική δηλαδή μέχρι σήμερα συναυλία τους στην Αθήνα, οι The National όχι απλά δεν ήταν το πρώτο όνομα στη μαρκίζα, αλλά ούτε καν ένα από τα πηχυαία, δηλαδή -για όνομα του Θεού- έπαιξαν νωρίτερα ακόμη και από τους Gogol Bordello. Έχοντας πια υπάρξει με το συγκρότημά σου, λέω λοιπόν στον Μπέρνινγκερ, headliners σε δεκάδες φεστιβάλ ανά τον κόσμο, είναι εύκολο να διαχειριστείς την εύλογα μικρότερη εμπορική δυναμική που φέρεις ως σόλο καλλιτέχνης;
«Καταλαβαίνω τι εννοείς» λέει χωρίς να ξέρει ότι πριν από τρία χρόνια είδα τους The National να παίζουν ως headliners μπροστά σε δεκάδες χιλιάδες κόσμου στο Primavera Sound της Βαρκελώνης, ξέρει μόνο ότι φέτος θα τον δω να ανεβαίνει πρώτος στη σκηνή του Ejekt Festival, για να ακολουθήσουν οι Nothing But Thieves και η βραδιά να κορυφωθεί με τους The Cure. «Ναι, η νοοτροπία μου είναι διαφορετική. Με τη μπάντα οι συναυλίες μας είναι πολύ μεγάλες εδώ και πολλά χρόνια. Προφανώς χαίρομαι γι’ αυτό. Όμως παίζοντας σόλο κατά κάποιο τρόπο επιστρέφω στην κατηγορία μεσαίων βαρών που περιγράφεις, όταν ακόμη δεν έχεις ιδέα ακόμα για το πόσο μεγάλη είναι η πίεση που βιώνουν οι headliners. Δεν έχεις ακόμη κατά νου 50 ή 100 χιλιάδες ανθρώπους που πρέπει να ευχαριστήσεις. Αυτό που πρέπει να κάνεις είναι να βάλεις τα δυνατά σου για να κερδίσεις όσους περισσότερους μπορέσεις από τη λαοθάλασσα που έχει έρθει για να δει το μεγάλο όνομα που θα παίξει μετά από σένα» λέει και θυμάται την εποχή που άνοιγαν τις βορειοαμερικανικές συναυλίες των R.E.M. στην περιοδεία τους για την προώθηση του προτελευταίου άλμπουμ τους, Accelerate (2008). Αλλά και ακόμη παλιότερα, στις αρχές της χιλιετίας, τότε που, όντας εντελώς άγνωστοι, έπαιζαν σαπόρτ ακόμη και σε ένα συγκρότημα σαν τους The Walkmen – που στην στην Αθήνα δεν μπόρεσαν να γεμίσουν ούτε καν το AN Club.
«Είναι σπουδαίες στιγμές όλες αυτές γιατί δεν ξέρεις ακριβώς τι πας να κάνεις, δεν έχεις ιδέα τι σε περιμένει, δε σε νοιάζει τίποτα, θες μόνο να ανέβεις στη σκηνή και να τα γαμήσεις όλα, να μην ξέρουν οι θεατές από πού τους ήρθε» λέει περιχαρής ο Μπέρνινγκερ. Στην τρέχουσα σόλο περιοδεία του νιώθει -τηρουμένων προφανώς των αναλογιών- και πάλι άγνωστος ανάμεσα σε αγνώστους. «Θα έλεγα ότι οι μισοί fans των The National ξέρουν πώς με λένε, άντε ίσως το 60-70%. Δεν με χαλάει. Έχω κι εγώ μερικά συγκροτήματα που αγαπώ πολύ αλλά χρειάζεται να προσπαθήσω για να θυμηθώ το όνομα του τραγουδιστή τους. Εδώ που τα λέμε, το όνομα “Ματ Μπέρνινγκερ” δεν είναι και το πιο πιασάρικο. Οπότε βρίσκω πολύ ενδιαφέρον το να πρέπει να κερδίσω και πάλι τον κόσμο, νιώθω κάπως σαν αουτσάιντερ».
Είναι μια «ένεση ταπεινοφροσύνης» που ο ίδιος τονίζει ότι έχει ανάγκη, ένα vibe ευπρόσδεκτο μετά από την κατάθλιψη που πέρασε πριν από λίγα χρόνια και τη σχεδόν ταυτόχρονη (αν όχι εκπορευόμενη από αυτή) δημιουργική κρίση – writer’s block, για να καταλαβαινόμαστε.
«Το πρόβλημα, όταν έχεις περάσει κατάθλιψη, είναι πάντα εκεί. Είναι σαν να κολυμπάς. Δεν έχεις πάντα επίγνωση της επιφάνειας του νερού; Τώρα το κεφάλι μου είναι πάνω από το νερό, ξέρω πώς να επιπλέω. Αλλά σέβομαι το νερό. Είμαι εντάξει με αυτό. Δεν με πιάνει πανικός ότι μπορεί να βουλιάξω.»
Ο Μπέρνιγκερ έχει επανειλημμένα μιλήσει εντελώς ανοιχτά για όλα αυτά: Για το πώς ενώ οι The National είχαν πια αλλάξει εμπορική πίστα, απολαμβάνοντας την crossover επιτυχία που τους επέτρεπε να συνεργάζονται με την Τέιλορ Σουίφτ χωρίς όμως να πλήττεται η εναλλακτική αξιοπιστία τους, ο χαρισματικός τους frontman, έχοντας μάλιστα κυκλοφορήσει και το σόλο ντεμπούτο του, Serpentine Prison, κατέρρευσε, με την κλινικά διαγνωσμένη κατάθλιψη να μην του επιτρέπει καν να σηκωθεί από το κρεβάτι εν μέσω πανδημίας.
Θα μιλήσει και τώρα για όλα αυτά, όχι όμως γιατί εξαιτίας του προνομίου του να μπορεί να απευθύνεται σε πλατιά ακροατήρια, θεωρεί χρέος του να το κάνει, για να πείσει, ας πούμε, τον άνθρωπο της διπλανής πόρτας ότι πάντα υπάρχει στην άκρη του τούνελ ένα φως που όταν θα σε «λούσει» θα σε κάνει να νιώθεις σαν να μην σου συνέβη τίποτα. Όχι, ο Μπέρνιγκερ τονίζει ότι αν ξεπεράσεις την κατάθλιψη, θα θυμάσαι τα πάντα και αυτό είναι το καλό της υπόθεσης γιατί μόνο έτσι θα έχεις σοβαρές πιθανότητες να διαχειριστείς με επιτυχία μια επόμενη, τέτοιου τύπου κρίση.
«Ήταν πολύ δύσκολο οχτάμηνο, μη σου πω και χρόνος. Μου φαίνεται ότι έχει περάσει πολύς καιρός από τότε, αν και ξέρω ότι είναι μόλις λίγα χρόνια. Τα σκέφτομαι τώρα όλα αυτά και θυμάμαι πόσο ανήμπορος ένιωθα. Δεν μπορούσα να γράψω λέξη, δεν ήθελα να μιλάω σε άνθρωπο. Χρειάστηκε μεγάλη προσπάθεια και από μένα και από την οικογένειά μου. Στην αρχή νόμιζα ότι δεν έχει κανένα νόημα. Ώσπου ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι η προσπάθεια απέδιδε γιατί άρχισα να ανοίγω τα παλιά μου σημειωματάρια. Δηλαδή οι ρίζες κάποιων τραγουδιών του νέου άλμπουμ είναι πιο παλιές από την κατάθλιψη, δεν έχουν καμία σχέση με όλο αυτό το βίωμα. Ούτε τα υπόλοιπα δηλαδή τραγούδια που έγραψα στη συνέχεια. Όχι απ’ όσο μπορώ να αντιληφθώ τουλάχιστον» λέει γελώντας για πολλοστή φορά γιατί -είπαμε- η ζωή του φαίνεται ξανά ωραία.
«Το πρόβλημα, ξέρεις, όταν έχεις περάσει κατάθλιψη, είναι πάντα εκεί. Είναι σαν να κολυμπάς. Δεν έχεις πάντα επίγνωση της επιφάνειας του νερού; Στην περίπτωσή μου ανέκαθεν ήταν πολύ κοντά στο σαγόνι μου. Από το πρώτο τραγούδι που έγραψα ο φόβος, η αγωνία, το σκοτάδι, όπως θες πες το, ήταν πάντα εκεί. Τώρα το κεφάλι μου είναι πάνω από το νερό, ξέρω πώς να επιπλέω. Αλλά σέβομαι το νερό. Είμαι εντάξει με αυτό. Δεν με πιάνει πανικός ότι μπορεί να βουλιάξω. Μόλις βγεις πάλι πάνω από το νερό, κατά ένα περίεργο τρόπο, νιώθεις λίγο πιο άνετα με ό,τι υπάρχει από κάτω σου, στο σκοτάδι. Ξέρω ότι αν ξαναβουτήξω, θα μπορέσω να ξαναβγώ στην επιφάνεια. Μπορώ να κρατήσω την αναπνοή μου, να το ξεπεράσω και να αναδυθώ. Καταλαβαίνεις; Οπότε ίσως το μήνυμα του Get Sunk να είναι και κάτι σαν “μείνε ήρεμος, βγάλε το κεφάλι έξω από το νερό, πάρε ανάσες και προχώρα».
Η δεύτερη viral πτυχή της μυθολογίας γύρω από τη δημιουργία του νέου του άλμπουμ αφορά κάτι εντελώς πρακτικό: Πώς ο Μπέρνινγκερ έγραψε τους στίχους των τραγουδιών. Αν και επί δεκαετίες έγραφε σκέψεις, ιδέες, στίχους σε σημειωματάρια -στο νέο τους σπίτι με την σύζυγό του, πηγή έμπνευσης πολλών από τα τραγούδια των The National, συνδημιουργό κάποιων άλλων, και πρώην επιμελήτρια στο τμήμα μυθοπλασίας του περιοδικού The New Yorker, ένα ολόκληρο δωμάτιο είναι γεμάτο με κούτες που είναι γεμάτες με σημειωματάρια που είναι γεμάτα με λέξεις- όταν έβγαλε, όπως επιμένει να λέει, το κεφάλι του πάνω από την επιφάνεια του νερού, για κάποιο λόγο ξεκίνησε να γράφει στίχους πάνω σε μπάλες του baseball. Ούτε ο ίδιος δεν ξέρει καλά καλά γιατί, ξέρει όμως ότι το σύστημα δουλεύει, μάλιστα στην NME πρόσφατα είπε ότι «είναι σαν να γράφεις ένα μυθιστόρημα με ένα δάχτυλο. Ίσως έτσι έγραφε ο Χέμινγουεϊ και γι’ αυτό οι προτάσεις του είναι τόσο καλές. Επειδή απλά σκεφτόταν κάθε λέξη, γαμώτο».
«Προσπαθώ να αλλάξω τον τρόπο που γράφω και απλώς να το διασκεδάζω. Παλιά έγραφα σε όλα αυτά τα τετράδια, τελικά όμως κατέληγαν στοιβαγμένα σε ράφια. Επίσης, ένα άδειο τετράδιο -ακόμη και μια άδεια σελίδα, χάρτινη ή στο Word- είναι κάπως καταθλιπτικό θέμα, τώρα πια με τρομάζει. Προτιμώ λοιπόν να γράφω πάνω σε μπάλες του μπέιζμπολ. Μπορώ να κάθομαι έξω με μια μπάλα, να την πετάω ψηλά και να σκέφτομαι, αντί να κλείνομαι σε ένα δωμάτιο μπροστά στον υπολογιστή ή με ένα σημειωματάριο στο χέρι. Παίζοντας με μια μπάλα πρέπει κυριολεκτικά να αφήσεις στην άκρη όλες τις άλλες συσκευές για να το κάνεις. Και όταν λέω “συσκευές”, εννοώ ακόμα και τα σημειωματάρια. Μερικές φορές έτσι μοιάζουν» λέει στο NEWS 24/7.
Όταν γράφεις σε σημειωματάριο και δεν σου αρέσει το αποτέλεσμα σκίζεις τη σελίδα και την πετάς στο καλάθι των αχρήστων. Όταν δεν σου βγαίνει ένα τραγούδι που γράφεις πάνω σε μια μπάλα του μπέιζμπολ, τι στο καλό κάνεις;
«Το ίδιο αλλά με περισσότερη προσοχή. Ειλικρινά μου φαίνεται πιο διασκεδαστική διαδικασία. Η μπάλα με κάνει να γράφω πιο αργά, οπότε με κάνει και να σκέφτομαι πιο αργά. Επιλέγω τις λέξεις διαφορετικά. Όταν κατεβάζεις ταχύτητα ο εγκέφαλός σου έχει λίγο περισσότερο χρόνο να σκεφτεί» λέει και εξηγεί γιατί κατά τη γνώμη του το να είσαι καλλιτέχνης, ακόμη κι αν δεν ζωγραφίζεις ή πλάθεις, ακόμη κι αν «απλά» γράφεις, έχει και μια καθαρά σωματική διάσταση. «Σκέφτομαι και γράφω καλύτερα όταν δεν είμαι στατικός. Όταν γράφω πάνω σε μια μπάλα και μετά παίζω με αυτή θέτω σε κίνηση το σώμα μου – απλά δεν χρειάζεται να ανησυχώ μην τυχόν σκοντάψω και φάω τα μούτρα μου, περπατώντας απορροφημένος στις σκέψεις μου. Οπότε το να γράφω σε μια μπάλα του μπέιζμπολ είναι σαν να κάνω μια βόλτα στο δάσος αλλά με περισσότερη διαύγεια. Γράφω καλύτερα. Αυτό πιστεύω».
O Σον Ομπράιεν, ζωτικής σημασίας συνοδοιπόρος του Μπέρνινγκερ στη σόλο πορεία του δεδομένου ότι υπογράφει την παραγωγή των δύο άλμπουμ και συνυπογράφει τη μουσική κάποιων από τα τραγούδια σε αυτά, βραβευμένος επίσης με Grammy συνεργάτης των The National για το άλμπουμ Sleep Well Beast, πιστεύει κάτι πιο συγκεκριμένο: «Οι ιστορίες που αφηγείται στα τραγούδια του γίνονται όλο και πιο σουρεαλιστικές, είναι όλο και πιο δύσκολο να τις προσδιορίσει κανείς σε μια συγκεκριμένη εποχή ή τόπο» δήλωσε στους New York Times. «Είναι ενδιαφέρον να τον βλέπεις να προκαλεί τον εαυτό του, να χρησιμοποιεί λιγότερες λέξεις και να ζωγραφίζει την εικόνα με λιγότερες λεπτομέρειες. Σαν μια πρόχειρη σημείωση σε ημερολόγιο το πρωί μετά από ένα πυρετώδες όνειρο».
«Ξέρεις κάτι; Μακάρι να είναι αλήθεια» λέει ο Ματ Μπέρνινγκερ στο NEWS 24/7. «Μερικές φορές νιώθω ότι έχω γράψει πολλά τραγούδια μέσω των οποίων έχω προσπαθήσει υπερβολικά να μεταδώσω κάτι σαφές στον κόσμο. Προτιμώ όμως την τέχνη που όταν την ακούω ή την κοιτάζω, δεν είμαι σίγουρος ποιο ακριβώς είναι το μήνυμα που υποτίθεται ότι πρέπει να μεταφέρει. Αν λοιπόν όντως γίνομαι πιο ασαφής, αυτό που σκέφτομαι είναι: Επιτέλους!» φωνάζει και στα 55 του συνεχίζει το «κολύμπι» στα νερά που, λίγο πολύ, είναι αχαρτογράφητα για όλους μας.
Ejekt Festival 2026: The Cure, Nothing but Thieves και Matt Berninger την Τετάρτη 15 Ιουλίου στο ΟΑΚΑ.