Ροδανθή Βαρδούλη: Μία ιδιοφυής γυναίκα είναι στην Ελλάδα
Διαβάζεται σε 18'
Και δεν παρέμεινε στο εξωτερικό για να συμβάλει στο brain drain. Η Ροδανθή είναι εδώ και δημιουργεί, είναι εδώ και μας εκπλήσσει, είναι εδώ και μεγαλουργεί. Τώρα, υπογράφει την έκδοση «Γκιγιόμ Απολλιναίρ / Καλλιγράμματα / Ποιήματα της ειρήνης και του πολέμου (1913-1916)» (εκδ. ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ). Ταξιδεύω μαζί της στο παράξενο και αιωνίως αναγεννώμενο.
- 10 Αυγούστου 2026 06:19
Πάντα με έλκυαν και ερέθιζαν την περιέργειά μου οι πολύ έξυπνοι άνθρωποι. Αυτοί οι λιγοστοί ιδιαιτέρως ευφυείς ανάμεσά μας. Η Ροδανθή Βαρδούλη είναι όλα τα συνώνυμα: ένας άνθρωπος οξύνους, νοήμων, ευμαθής και πνευματώδης – με το κάθε επίθετο να περιγράφει με ακρίβεια διαφορετικές «υφές» του νου της.
Ανέκαθεν, λοιπόν, αναρωτιόμουν, τι να είναι αυτοί οι άνθρωποι;
Γεννήθηκαν με άλλα εγκεφαλικά νεύρα και κύτταρα; Mε ένα άλλης κοπής DNΑ; Αν τους το πεις, σεμνά θα κατεβάσουν το κεφάλι, θα νεύσουν με απορία και θα μιλήσουν μόνο για σκληρή δουλειά και προσπάθεια. Αρκεί, λοιπόν, η προσήλωση για να σε καταστήσει πιο έξυπνο; Η επιμονή, ναι, θα σε πάει μπροστά, θα σου ακονίσει τον εγκέφαλο, αλλά δεν θα σε εκτοξεύσει εκτός δορυφόρου.
Αυτή η κοπέλα δεν μοιάζει με όσες συναναστρεφόμαστε καθημερινά. Αντε να έχεις γνωρίσει έναν δύο αντίστοιχους ανθρώπους σε μια ζωή. Είναι η δεύτερη, που όμως ξεπερνά εκείνον τον πρώτο που πίστευα πως ήταν ο πιο ευφυής που γνώριζα. Ευφυής της γνώσης, όμως. Δεν μιλώ για την ευστροφία της δουλειάς και της ζωής. Αυτό είναι άλλο. Και αν ετούτοι οι διαφορετικοί άνθρωποι μοιάζουν μονομανείς – που μπορεί και να είναι και μάλιστα συχνά είναι απρόσιτοι και απομονωμένοι, αναπνέουν τον άλλο αέρα του δικού τους κόσμου – καμιά φορά κάνουν και οικογένεια (όπως η Ροδανθή) και κάνουν τα ταπεινά που κάνουμε και οι υπόλοιποι.
Και έτσι, μου τη σύστησε η φίλη και συμφοιτήτριά της Μυρτώ, και της μίλησα και η γλύκα της πήγε να με ξεγελάσει προς στιγμήν – ότι μπορεί να είναι και πιο «συνηθισμένη». Οι απαντήσεις της, με επανέφεραν στην πραγματικότητα. Όχι, η Ροδανθή είναι μία. Και αλλιώτικη, όπως με είχε προειδοποιήσει η Μυρτώ.
Γιατί επέλεξες να ασχοληθείς με τον Απολλιναίρ; Τι είναι αυτό που σε κρατά κοντά στο έργο του τόσα χρόνια;
Αν έπρεπε να συμπυκνώσω σε μία φράση τι με κρατά στον Απολλιναίρ, θα έλεγα: η επιμονή του να αρθρώσει κάτι από το ανείπωτο. Αυτό είναι, ίσως, κάτι που αγγίζει κάθε μεγάλη τέχνη. Στον Απολλιναίρ όμως αποκτά μια ιδιαίτερη ιστορική ένταση. «Κι όσα ποτέ κανείς δεν άγγιξε / Εγώ τα άγγιξα, τα ένιωσα», έγραφε στο κύκνειο άσμα του. Μιλούσε για «αδιανόητες οπτασίες» που περιμένουν «να τους δώσουμε μορφή» (Χαριτωμένη Ρούσσα) και για τη δύναμη της ανθρώπινης επιθυμίας να «σταθμίσει την αστάθμητη ζωή» (Λόφοι). Ο Απολλιναίρ καλλι-γράφει τη ρωγμή ανάμεσα σε μια πραγματικότητα που είχε ήδη αλλάξει και στις μορφές που δεν είχαν ακόμη βρεθεί για να την υποδεχθούν.
Ο κόσμος διαλύεται στα χαρακώματα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, μαζί του και οι παλιές βεβαιότητες. Ο Απολλιναίρ δεν επιχειρεί να αποκαταστήσει τη χαμένη συνοχή. Επινοεί μορφές ήδη τραυματισμένες από την ιστορία, πυκνωμένες από τα θραύσματα των παλιών νοημάτων τους.
Ένα λαβωμένο περιστέρι πάνω από ένα συντριβάνι που αιμορραγεί ονόματα συντρόφων· οι εραστές που υπάρχουν μόνο στο περίγραμμα της αγκαλιάς τους · δεσμοί που διαλύονται σε μια βροχή από λέξεις. Αυτό που με συγκινεί με τα καλλιγράμματα δεν είναι μόνο η αισθητική τους πρωτοτυπία, αλλά το ότι μορφοποιούν εκείνη την ύστατη στιγμή όπου η αγωνία για το νόημα επιμένει παρότι η κατάρρευση έχει ήδη συντελεστεί. Οι μορφές τους δεν αποτρέπουν τη διάλυση. Αρνούνται όμως να της παραχωρήσουν την τελευταία λέξη.
Ο Απολλιναίρ δεν ήταν απλώς ένας μεγάλος ποιητής, αλλά ένας οργανωτής συναντήσεων. Γράφει για τον Κυβισμό, στηρίζει ζωγράφους, συνομιλεί με ποιητές, επινοεί λέξεις, βαφτίζει κινήματα. Δεν δημιουργεί μόνο έργα. Δημιουργεί συνδέσεις. Κατοικεί ένα ενδιάμεσο έδαφος, όχι για να καταργήσει τα όρια ανάμεσα στις τέχνες, αλλά για να τα διασχίσει. «Είμαι κι εγώ ζωγράφος» ήταν ο αρχικός τίτλος των Καλλιγραμμάτων.
Αν έπρεπε να συνοψίσω ποιος είναι για μένα ο Απολλιναίρ, θα μιλούσα για την προθυμία του να μείνει στην αμφισημία χωρίς να την επιλύσει. Το πρώτο ποίημα του τόμου ξεκινά από μια λέξη που σημαίνει ταυτόχρονα τους δεσμούς και τα δεσμά («liens»). Οι Πύργοι της Βαβέλ γινήκανε γεφύρια, γράφει εκεί ο Απολλιναίρ. Σαν να ανατρέπει, με μία μόνο εικόνα, τον μύθο του χαμένου νοήματος. Η πολλαπλότητα των γλωσσών παύει να είναι κατάρα και γίνεται η προϋπόθεση της συνάντησης. Με το ίδιο της το σώμα, η γλώσσα γίνεται ο τόπος της σύνδεσης. Εκεί γεννιούνται η μορφή και το νόημα: μέσα από τις επικαλύψεις των γλωσσών όπου οι διαφορές δεν εξαλείφονται αλλά μετατοπίζονται.
Η μετάφραση των Καλλιγραμμάτων λοιπόν έρχεται να αποκαλύψει τη δέσμευση που εγγράφεται σε κάθε τέτοια σύνδεση. Πρόκειται για τόπους πυκνότητας, όπου οι διαφορετικές σημασίες δεν αλληλοαναιρούνται αλλά συνυπάρχουν, όπως τα φύλλα του ρυζόχαρτου διαφαίνονται το ένα μέσα από το άλλο. Υπάρχουν φορές που τα νοήματα δεν χρειάζονται περισσότερες εξηγήσεις για να αναδυθούν· χρειάζονται απλώς πυκνότερα στρώματα διαφάνειας.
Τα Καλλιγράμματα είναι ένα απαιτητικό έργο. Τι μπορεί να ανακαλύψει σε αυτά ένας αναγνώστης που δεν είναι ειδικός στην ποίηση ή στις ιστορικές πρωτοπορίες, αλλά έχει ανησυχίες;
Όπως κάθε έργο, τα Καλλιγράμματα θέτουν τις δικές τους απαιτήσεις και κάθε ουσιαστική συνάντηση μαζί τους χρειάζεται χρόνο, προσοχή και την προθυμία να μετακινηθείς από το συνήθη τρόπο ανάγνωσης. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι απευθύνονται μόνο στους ειδικούς.
Η εξοικείωση με την ποίηση ή τις πρωτοπορίες ανοίγει ασφαλώς επιπλέον διαστάσεις, αλλά υπάρχει και μια άλλη είσοδος: η περιέργεια να δει κανείς τη γλώσσα αλλιώς. Σιγά σιγά δεν διαβάζεις μόνο τις λέξεις· βλέπεις τις γραμμές, τα κενά, τις αποστάσεις, το σώμα των γραμμάτων. Και όταν επιστρέφεις σε ένα ποίημα συμβατικής διάταξης, παρατηρείς τις χαράξεις του, τις επαναλήψεις των γραμμάτων, τους ρυθμούς των ομοιοκαταληξιών. Σπας τις λέξεις, τις ανασυνθέτεις νοητά, φαντάζεσαι ότι θα μπορούσαν να σημαίνουν αλλιώς ή ότι, σε μια άλλη γλώσσα, σημαίνουν ήδη αλλιώς.
Διαβάζοντας τα Καλλιγράμματα, συνειδητοποιείς ότι η γλώσσα, με το ίδιο της το σώμα, μπορεί κυριολεκτικά να πληγώσει ή να εκστασιάσει, όπως έγραφε ο Απολλιναίρ, τα νοήματα. Στο εμβληματικό καλλίγραμμα από τα Συνθήματα, ο λαιμός του περιστεριού σχηματίζεται από την καμπύλη του γράμματος c της λέξης chères. Στην αγγλική μου μετάφραση επέλεξα το cherished και στην ελληνική το «αγαπητά», με διανοιγμένο το α ώστε να διατηρείται η ίδια καμπύλη. Έτσι δεν διέσωζα μόνο το νόημα αλλά και το σώμα της λέξης, άρα και του ίδιου του περιστεριού. Άλλες λύσεις τραυμάτιζαν τον λαιμό του ή του αφαιρούσαν το ράμφος.
Επέλεξα να παραμείνω πιστή στις χειρονομίες του Απολλιναίρ και, όπου μπορούσα, να τις ενισχύσω ανεπαίσθητα αλλά καθοριστικά. Όπως στο Πέρα από τον Περιστερώνα, όπου η φορά των λέξεων αναστρέφεται στιγμιαία στην ουρά του φιδιού, ώστε τα δύο τελικά σίγμα της φράσης «της Ανατολής» να αποδώσουν ηχητικά το συρτό πέρασμά του.
Ή όπως στην «Αναγνώριση», όπου δύο σχεδιασμένα —και όχι δακτυλογραφημένα—κεφαλαία Τ γίνονται άξονες που οργανώνουν ταυτόχρονα τον χώρο του ποιήματος και του νοήματος. Τα δυο Τ επιτελούν σχεδιαστικά τα ίδια τα ρήματα: τρυπούν κάθετα (traverser) προς το κέντρο των ματιών και τραβούν (tirer) προς τον κόσμο των ονείρων, «εκεί ψηλά».
Περισσότερο από έναν αιώνα μετά, τα Καλλιγράμματα εξακολουθούν να γεννούν νέες αναγνώσεις και νέες μεταφράσεις. Ίσως γιατί γράφτηκαν μέσα σε έναν κόσμο που κατέρρεε και συνεχίζουν να διαβάζονται μέσα σε έναν κόσμο όπου οι βεβαιότητες κλονίζονται ξανά. Δυστυχώς, κάθε φορά που οι βεβαιότητες καταρρέουν, εμφανίζονται πρόθυμα υποκατάστατά τους. Έτοιμα να μας πουν ποιοι είμαστε, τι πρέπει να πιστεύουμε και ποιόν πρέπει να φοβόμαστε. Η ποίηση δεν προσφέρει τέτοιες βεβαιότητες. Προσφέρει όμως κάτι ίσως πιο πολύτιμο: έναν τρόπο να συνεχίζεις να μιλάς, να σκέφτεσαι, να αγαπάς μέσα στον κόσμο χωρίς αυτές.
Το βιογραφικό σου δίνει την εικόνα μιας σταθερής ανοδικής ακαδημαϊκής πορείας. Η θέση των Καλλιγραμμάτων μέσα σε αυτό όμως δεν μοιάζει αυτονόητη. Πώς προέκυψε αυτή η ενασχόληση;
Αν με ρωτούσατε πού αναγνωρίζω περισσότερο τον εαυτό μου, δεν θα σας μιλούσα για τους ίδιους τους σταθμούς του βιογραφικού μου, αλλά για τα περάσματα ανάμεσά τους. Γιατί οι σημαντικότερες μετακινήσεις της ζωής μου δεν έγιναν από πόλη σε πόλη ή από πανεπιστήμιο σε πανεπιστήμιο, αλλά από μια εσωτερική θέση σε μια άλλη. Τα Καλλιγράμματα γεννήθηκαν ακριβώς σε αυτή την τομή. Την ιστορία της την αφηγείται η ίδια η γλώσσα.
Χρόνια πριν από την ελληνική έκδοση, όταν είχα παρουσιάσει τις αγγλικές μου μεταφράσεις των Καλλιγραμμάτων σε ένα σεμινάριο Συγκριτικής Λογοτεχνίας στο Harvard, η Sandra Naddaff είχε γράψει στην αξιολόγησή της: This is clearly a labor of love.
Τότε το διάβασα ως έπαινο. Δεν μπορούσα να φανταστώ πόσο κυριολεκτική θα γινόταν αργότερα αυτή η φράση. Labor: εργασία και τοκετός μαζί. Of love: προϊόν αγάπης.
Όπως γράφω και στα Επιλεγόμενα του τόμου, το χρονοδιάγραμμα του βιβλίου συνέπεσε, θαυμαστά και αντικειμενικά —όπως θα έλεγαν οι Σουρεαλιστές— με τον ερχομό του γιου μας στη ζωή μας: την ημέρα που παρουσίασα την ιδέα μου στις Εκδόσεις Καστανιώτη, έμαθα ότι είμαι έγκυος στο παιδί μου.
«Εδώ ανάμεσα υπάρχει η εικόνα του», γράφω στο τέλος του βιβλίου, παραφράζοντας έναν στίχο από το «Δένδρο». Αυτή η λέξη —ανάμεσα— συνοψίζει για μένα όλη τη διαδρομή. Ανάμεσα στις δύο γλώσσες γεννιέται η μετάφραση. Ανάμεσα στη λέξη και την εικόνα γεννιέται η μορφή. Και ανάμεσα στην προσδοκία της πληρότητας και στη συμφιλίωση με το γεγονός ότι πάντα κάτι λείπει, γεννιέται ίσως κάτι από αυτό που ονομάζουμε ενήλικο εαυτό.
Ανάμεσα στην εξωτερική διαδρομή μου και σε όσα έμεναν αθέατα στα περάσματά της δεν γεννήθηκαν βεβαιότητες, αλλά εσωτερικές ρωγμές· από εκείνες που δεν ανοίγονται με την αποτυχία, αλλά τη στιγμή ακριβώς που κάτι ολοκληρώνεται. Μέσα σε μια τέτοια ρωγμή γεννήθηκαν και τα Καλλιγράμματα: αθόρυβα, ένα βράδυ καύσωνα, με μια προτροπή — κάτι σαν αυτό που ο André Breton θα ονόμαζε «άμωμη σύλληψη»: μια ιδέα που εμφανίζεται χωρίς να έχει αποκτήσει ακόμα μορφή.
Θέλεις να μας πεις περισσότερα για αυτή την «άμωμη» σύλληψη;
Όταν τελείωσα το διδακτορικό μου, το καλοκαίρι του 2022, για πρώτη φορά δεν ήξερα προς τα πού ήθελα να συνεχίσω. Όχι επειδή δεν υπήρχε το επόμενο βήμα, αλλά ακριβώς επειδή ήταν σαν να υπάρχει ήδη μπροστά μου. Η επιθυμία είχε πάψει να συμβαδίζει με όσα μέχρι τότε έμοιαζαν αυτονόητα και άρχιζε να αναζητά ξανά τη δική της κατεύθυνση.
Δεν ήταν μια δραματική απόφαση, ούτε μια συνειδητή ρήξη. Ήταν περισσότερο μια στιγμή κατά την οποία η ζωή αρνήθηκε να συνεχίσει να ακολουθεί τη γραμμική αφήγηση που είχα— ανεπαισθήτως— υιοθετήσει γι’ αυτήν. Εκ των υστέρων μπορώ μόνο να υποθέσω ότι κάτι μέσα μου αντιστεκόταν στη σύγχυση της επιθυμίας με τα επιτεύγματά της. Ότι υπήρχε ένα ερώτημα που δεν μπορούσε να απαντηθεί με περισσότερη δουλειά, περισσότερη γνώση ή περισσότερες διακρίσεις.
Λίγες μέρες μετά την υποστήριξη της διατριβής μου, ένας από τους αγαπημένους μου δασκάλους, ο Hubert van den Berg μου έστειλε ένα απόκομμα από ένα γερμανικό περιοδικό του 1915, στο οποίο αναγραφόταν η φράση: «Was suchst du Ruhe, da du zur Unruhe geboren bist?»
Γιατί αναζητάς την ηρεμία, ενώ είσαι γεννημένη για την ανησυχία; Τότε τη διάβασα κυρίως ως μια ερευνητική προτροπή ή μάλλον αποτροπή από το να υιοθετήσω μια στάση βεβαιότητας απέναντι στο αντικείμενό μου. Σήμερα τη διαβάζω και ως υπαρξιακή παρατήρηση απέναντι σε κάθε ψευδαίσθηση οριστικής τακτοποίησης της ζωής.
Εκείνο το καλοκαίρι δεν έσπευσα να γεμίσω το κενό. Το άφησα να φτάσει στο αποκορύφωμά του. Ή, ίσως, στον πυθμένα του. Η παρατεταμένη σιωπή άρχισε να απορροφά ακόμη και τις λέξεις με τις οποίες συνήθιζα να καταλαβαίνω τον εαυτό μου. Σιγά σιγά όμως, το κενό έπαψε να είναι έλλειψη και έγινε διάκενο: ένας χώρος εγγραφής ανάμεσα σε ό,τι είχε χαθεί και σε ό,τι δεν είχε ακόμη αποκτήσει μορφή.
Ένα βράδυ καύσωνα, άνοιξα ξανά τα Καλλιγράμματα του Απολλιναίρ. Πήρα ριζόχαρτα και ένα πενάκι. Καθώς χάραζα τις μορφές τους, οι ίδιες χαράξεις που είχε σχεδιάσει ο Απολλιναίρ έναν αιώνα πριν άρχισαν να κατοικούνται από άλλες λέξεις, ελληνικές πια. Πέρα από το αρχικό τους νόημα, οι λέξεις αυτές άρχισαν να αρθρώνουν κάτι που μέχρι τότε δεν είχε ακόμη βρει τη δική του γλώσσα. Ανάμεσα στα λογοπαίγνια, στα αμετάφραστα ονόματα και στις χειρόγραφες διαρρήξεις των σημαινόντων, άρχισαν να διαφαίνονται και τα ίχνη της δικής μου επιθυμίας.
Εκεί, ανάμεσα στις γραμμές των γραμμάτων τους.
Ακούγοντάς σε, έχω την εντύπωση ότι αυτό το «ανάμεσα» περιγράφει όχι μόνο το έργο του Απολλιναίρ αλλά και τη δική σου διαδρομή.
Μέχρι τα Καλλιγράμματα, οι εξωτερικές μετακινήσεις της ζωής μου συνόδευαν μια άλλη, πιο αργή μετατόπιση: εκείνη της σχέσης μου με την ίδια μου τη δημιουργικότητά μου. Στα Καλλιγράμματα βιογραφία και επιθυμία τέμνονται, ίσως για πρώτη φορά τόσο καθαρά και για μένα την ίδια. Αυτό το «ανάμεσα» που με συνάρπασε στον Απολλιναίρ ήταν, καταλαβαίνω εκ των υστέρων, ο τόπος που πάντα κατοικούσα: ανάμεσα στα μέσα, στα επιστημονικά πεδία, στις λέξεις, στις γλώσσες. Εκεί ανάμεσα πλέκεται αθόρυβα το νήμα του νοήματος. Ίσως γι’ αυτό η γλώσσα αφηγείται συχνά τη διαδρομή μου καλύτερα απ’ όσο μπορώ να την αφηγηθώ εγώ η ίδια.
Ανήμερα των γενεθλίων μου, η ζωή μού χάριζε κατά καιρούς ένα δώρο. Gift είναι στα αγγλικά το «δώρο», ενώ στα γερμανικά σημαίνει «φαρμάκι». Όλα τα μεγάλο δώρα στη ζωή κουβαλούν κάτι και από το δεύτερο: μια πίκρα. Αν τα δεχθείς, κάτι θυσιάζεις. Στις 2 Απριλίου 2012, έλαβα το γράμμα αποδοχής μου από το MIT. Ήρθε ως Mitgift, μια σύνθετη λέξη που στα γερμανικά σημαίνει «προίκα»: εκείνο που παίρνεις μαζί σου σε μια μεγάλη μετάβαση. Δεν ξέρω αν υπάρχει καταλληλότερη λέξη για να περιγράψει την αναχώρησή μου για τη Βοστώνη: μια προίκα για το μέλλον με το αναγκαίο αντίτιμο—την πίκρα του περάσματος—ήδη εγγεγραμμένο στην ίδια της τη λέξη.
Κι όμως, η μεγαλύτερη προίκα που πήρα από το MIT δεν ήταν η ίδια η αποδοχή μου. Το πέρασμά μου από εκεί υπήρξε ίσως η πρώτη δύσκολη μετάφραση που χρειάστηκε να κάνω. Ενώ είχα υποβάλει αίτηση στο πρόγραμμα Ιστορίας και Θεωρίας της Αρχιτεκτονικής, ο Mark Goulthorpe, ο οποίος εκείνη την περίοδο επιχειρούσε να επαναπροσδιορίσει τη θέση της έρευνας για τον Σχεδιασμό στο MIT, αναγνώρισε στην πρότασή μου μια διαλεκτική σχέση ανάμεσα στην ερμηνεία και την επινόηση, την οποία και ο ίδιος αναζητούσε. Έτσι έφτασα στο MIT ως η πρώτη πειραματική σύμπραξη ανάμεσα στην Ιστορία και στον Σχεδιασμό. Η πικρή γεύση του δώρου αυτού δεν άργησε να φανεί. Κινούμουν ανάμεσα σε δύο πεδία των οποίων τις εσωτερικές αντιπαραθέσεις αγνοούσα ακόμη, παρότι, όπως αποδείχθηκε, τις ενσάρκωνα.
Για τους ιστορικούς ήμουν υπερβολικά επινοητική· τους ξένιζαν τα κολλάζ και τα διαγράμματα που συνόδευαν τα κείμενά μου. Για τους σχεδιαστές διάβαζα υπερβολική ιστορία· τους ξένιζαν οι εκτενείς αναφορές και οι σημειώσεις που συνόδευαν τα σχέδιά μου. Εκεί κατάλαβα για πρώτη φορά ότι το «ανάμεσα» δεν είναι πάντοτε ένας τόπος συμφιλίωσης.
Είναι συχνά ένας τόπος παρεξήγησης. Και ίσως γι’ αυτό ένας τόπος δημιουργίας. Σε αυτό το ενδιάμεσο πεδίο, ακόμη κι όταν δεν είχε ακόμη όνομα, εγώ δεν έβλεπα μια αντίφαση, αλλά τη δυνατότητα για νέα γνώση. Είχα όμως, όπως μου έλεγαν όσοι πίστεψαν σε μένα, το παράδοξο χάρισμα —gift, επίσης, στα αγγλικά— να επιμένω πρακτικά σε αυτό που δεν ήξερα ακόμη να ονομάσω. Τελικά, η μεταπτυχιακή μου έρευνα βραβεύθηκε από το MIT με το Arthur Rotch Special Prize για την πρωτοτυπία και την διεπιστημονική της συνεισφορά.
Σκέφτομαι ότι αυτό που βραβεύθηκε ήταν ίσως η άρνησή μου να απορροφηθώ οριστικά από μια από τις δυο «γλώσσες», όταν αυτό που με ενδιέφερε συνέβαινε ακριβώς ανάμεσά τους. Ίσως γι’ αυτό εξακολουθώ να κινούμαι ανάμεσα σε διαφορετικά μέσα. Από την αρχιτεκτονική στις διαμεσικές πρωτοπορίες, από τη θεωρία στη ψυχανάλυση, από την ποίηση στο γλωσσικό διάκενο που διανοίγεται ανάμεσα στα ρυζόχαρτα των Καλλιγραμμάτων. Εκεί όπου διαφορετικά καθεστώτα νοήματος συναντιούνται, αλλά δεν συγχωνεύονται, παρά μόνο μετασχηματίζονται και εμπλουτίζονται. Εκεί, σε αυτόν τον διάφανο ενδιάμεσο τόπο που δεν ανήκει ολοκληρωτικά ούτε στο πρωτότυπο ούτε στη μετάφραση, ούτε στην προέλευση ούτε στον προορισμό, αλλά κρατά ανοιχτές τις δυνατότητες μετάβασης από το ένα στο άλλο.
Πώς συνεχίστηκε αυτή η ιστορία στο Harvard;
Έναν χρόνο μετά, πάλι ανήμερα των γενεθλίων μου, έφτασε και το γράμμα αποδοχής μου από το Harvard. Το Harvard υπήρξε η φυσική συνέχεια αυτού του «ανάμεσα». Βρέθηκα και πάλι σε μια Σχολή Αρχιτεκτονικής, αλλά περνούσα ολοένα και περισσότερο χρόνο στη Συγκριτική Λογοτεχνία. Εκεί, σε ένα σεμινάριο για τη μετάφραση, ο σχεδιασμός επέστρεψε στη ζωή μου από μια εντελώς απρόσμενη διαδρομή.
Τα Καλλιγράμματα εντάχθηκαν στην έρευνά μου σχεδόν ως μια παρέκβαση. Έγιναν το ιδιωτικό εργαστήριο όπου επέστρεφαν διαρκώς τα ερωτήματα για τη σχέση μορφής και νοήματος, εικόνας και λόγου, μετάφρασης και επινόησης τα οποία διερευνούσα θεωρητικά στη διατριβή μου. Κάπου τότε, σε μια συζήτηση για την οπτική ποίηση στο Αννόβερο, ένας συνάδελφος, κοιτάζοντας τα προσχέδια των αγγλικών καλλιγραμμάτων μου, αναρωτήθηκε: «Έχεις επιχειρήσει να τα μεταφράσεις και στα ελληνικά;» Η ερώτηση έμεινε να αντηχεί στη σκέψη μου για χρόνια, μέχρι που βρήκε το κατάλληλο διάκενο. Τότε έπαψε να είναι θεωρητική ερώτηση και έγινε εκ νέου σχεδιαστική χειρονομία.
Η ελληνική μετάφραση των Καλλιγραμμάτων σηματοδότησε τη στιγμή που η ερευνητική και η δημιουργική μου διαδρομή διασταυρώθηκαν, συμπίπτοντας και με μια άλλη διαδικασία μέσα από την οποία αποκτούσε νέα μορφή και η ίδια μου η ζωή. Η κύηση του γιου μου εξελίχθηκε παράλληλα με τις μεταφράσεις, ώσπου συνέκλιναν και οι δύο πορείες αυτές: οι μεταφράσεις ολοκληρώθηκαν λίγες ημέρες πριν γεννήσω, τον Νοέμβριο του 2023.
Όταν ο γιος μας έκλεισε τους πρώτους μήνες ζωής, άνοιξα ξανά το χειρόγραφο. Θεωρητικά ήταν έτοιμο προς έκδοση. Κι όμως, ξαφνικά έβλεπα λογοπαίγνια, χωρικές ισορροπίες και μεταφραστικές δυνατότητες που προηγουμένως μου είχαν διαφύγει. Το χειρόγραφο είχε ολοκληρωθεί, αλλά η μετάφραση είχε, κατά κάποιον τρόπο, αλλάξει μεταφραστή. Η θέση μου απέναντι στον κόσμο είχε μετακινηθεί. Έτσι το βιβλίο άρχισε ξανά από την αρχή. Ολοκληρώθηκε εκ νέου στα πρώτα γενέθλια του γιου μας, τον Νοέμβριο του 2024, και κυκλοφόρησε ακριβώς έναν χρόνο μετά.
Μετά την έκδοση, άνοιξαν για μένα νέα διάκενα που αποτυπώνονται πλέον σε καινούργια ρυζόχαρτα, για έναν δεύτερο τόμο αφιερωμένο στα πιο ζωγραφικά καλλιγράμματα της προσωπικής αλληλογραφίας και άλλων εκδόσεων του Απολλιναίρ.
Στη συνέντευξή μας επανήλθαν πολλές φορές οι συμπτώσεις, τα λογοπαίγνια και οι διασταυρώσεις των γλωσσών. Τι σημαίνουν για σένα;
Δεν αντιλαμβάνομαι τις συμπτώσεις και τα παιχνίδια της γλώσσας ως σημάδια μιας κρυμμένης τάξης πραγμάτων ούτε ως μηνύματα κάποιας υπερβατικής δύναμης. Τα αντιλαμβάνομαι μέσα σε μια διευρυμένη εκδοχή του κόσμου, όπου τα εξωτερικά συμβάντα και οι εσωτερικές αναζητήσεις συναντιούνται αναπάντεχα· αυτό που οι Σουρεαλιστές, στον αντίποδα της μεταφυσικής, ονόμασαν υπερπραγματικότητα.
Όμως η συνάντηση από μόνη της δεν αρκεί. Χρειάζεται ένα υποκείμενο πρόθυμο να την αναγνωρίσει και να την νοηματοδοτήσει ως τέτοια. Οι συμπτώσεις λοιπόν μου υπενθυμίζουν πόσο περιορισμένη είναι η δυνατότητά μας να προβλέψουμε οτιδήποτε και ταυτόχρονα πόσο αναπόφευκτη είναι η ευθύνη μας να υφάνουμε το νήμα όσων μας συμβαίνουν.
Ο Νίτσε έγραφε για τα «σιδερένια χέρια της αναγκαιότητας που ανακινούν το ζαροκούτι της τυχαιότητας». Είχα επιλέξει το απόσπασμα αυτό ως επίγραμμα της διατριβής μου γιατί ένιωθα ότι συμπύκνωνε με τον πιο εύστοχο τρόπο τη θέση από την οποία οι ιστορικές πρωτοπορίες αναμετρήθηκαν με το άγνωστο, διαπραγματευόμενες διαρκώς μια επιθυμία για τον κόσμο μέσα στις παράλογες δυνάμεις μιας εμπόλεμης ανθρωπότητας. Τα κινήματα που μελέτησα παρέμεναν πρωτοπορίες ακριβώς στον βαθμό που άντεχαν να κατοικήσουν αυτή την άλυτη ένταση: ανάμεσα σε αυτό που υπάρχει και σε αυτό που θα μπορούσε να υπάρξει. Χωρίς καμία εγγύηση για το δεύτερο.
Η εικόνα του ζαριού στο νιτσεϊκό απόσπασμα δεν αποτελεί για μένα σύμβολο τύχης ούτε παραίτησης από την ευθύνη. Είναι μια υπενθύμιση ότι η ζωή δεν μας ζητά βεβαιότητες. Μας ζητά να ρίχνουμε το ζάρι χωρίς να γνωρίζουμε το αποτέλεσμα και, παρ’ όλα αυτά, να αναλαμβάνουμε την ευθύνη της ρίψης. Και αυτή είναι μια ευθύνη που κανείς άλλος δεν μπορεί να αναλάβει για λογαριασμό μας.