ΔΕΗ
Ανδρέας Σιμόπουλος

ΡΟΔΟΝ, ΠΗΓΑΣΟΣ ΚΑΙ ΔΕΝ ΣΥΜΜΑΖΕΥΕΤΑΙ: Ο ΘΡΥΛΙΚΟΣ ΝΤΑΝΥ ΚΟΥΛΟΥΡΗΣ ΜΙΛΑ ΓΙΑ ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ ΑΝΟΙΧΤΑ

Όλη η αλήθεια, χωρίς να λείπει ο μύθος, για τα δύο ανεπανάληπτα λαϊβάδικα της Αθήνας. Ο Ντάνυ Κουλούρης ήταν εκεί από την πρώτη ως την τελευταία τους μέρα. Χιλιάδες ιστορικές συναυλίες, κάμποσες επεισοδιακές, αμείωτη λατρεία για τη μουσική, πολύτιμη άγνοια κινδύνου και τα Εξάρχεια ως τοπόσημο, κυρίως όμως ως στάση ζωής, σε μια χειμαρρώδη αφήγηση.

Ούτε χρειάζεται, ούτε θέλει κανείς να φανταστεί πώς θα είχαν εξελιχθεί τα πράγματα όσον αφορά τον πολιτισμό γενικά και τη λεγόμενη κουλτούρα των νέων ειδικά στην Αθήνα και κατ’ επέκταση σε ολόκληρη τη χώρα αν δεν είχαν υπάρξει καταρχάς ο Πήγασος στα Εξάρχεια και λίγο αργότερα, εκεί κοντά, το Ρόδον. Ούτε όμως μπορεί.

Αμφότεροι οι δύο αυτοί ιστορικοί συναυλιακοί χώροι προκάλεσαν πρωτόγνωρες τεκτονικές πολιτιστικές μετατοπίσεις και μάλιστα με ένα τρόπο μάλλον εύλογα ανεπανάληπτο μέχρι και σήμερα – ο μεν δίνοντας ανεκτίμητο βήμα στο εγχώριο underground της εποχής, ο δε αποτελώντας ένα πολυσυλλεκτικό, διεθνούς κύρους club (το καλύτερο στον κόσμο σύμφωνα με τον Eric Burdon), στη σκηνή του οποίου ανέβηκαν μερικά από τα σημαντικότερα ονόματα στην ιστορία της ποπ και ροκ μουσικής.

Για τον Πήγασο και κυρίως για το Ρόδον έχουν γραφτεί πολλά, ενώ αξίζει να δείτε και το ντοκιμαντέρ «Ρόδον Live» που γύρισε ο αείμνηστος Νίκος Τριανταφυλλίδης στο πλαίσιο της σειράς «Τα Στέκια – Ιστορίες Αγοραίου Πολιτισμού».

Ο Ντάνυ Κουλούρης, θρυλική μα και αφανής αντιηρωική φυσιογνωμία της συναυλιακής ιστορίας της Αθήνας, υπήρξε πρωτεργάτης και των δύο. Για πρώτη φορά, 41 και 21 χρόνια αντίστοιχα μετά το κλείσιμό τους, μιλά για όσα έζησε «πίσω από τις κάμερες». Για τις χιλιάδες ιστορικές συναυλίες, κάποιες δε και επεισοδιακές, για τη λατρεία της μουσικής ως κινητήρια υπαρξιακή δύναμη, για την άγνοια κινδύνου ως θεμελιώδες στοιχείο της πρωτοπορίας, και για τα Εξάρχεια ως τοπόσημο, κυρίως όμως ως στάση ζωής.

«Για μένα δεν υπήρξε ποτέ η ερώτηση "τι θα γίνεις όταν μεγαλώσεις", δεν είχα ιδέα» Ανδρέας Σιμόπουλος

Εδώ που μιλάμε γεννήθηκα και μεγάλωσα, Ζωγραφιώτης γέννημα θρέμμα δηλαδή. Στις 26 Ιανουαρίου 1957 γεννήθηκα, κοντεύω πια τα 70. Εδώ γύρω που είναι όλες αυτές οι τερατώδεις πολυκατοικίες, τότε υπήρχαν ελάχιστα σπίτια. Σαν εξοχή ήταν, με αλεπούδες. Πευκάκια λέγανε την περιοχή γιατί ήταν γεμάτη πεύκα.

Μουσική άκουγα από μικρός, έτσι θυμάμαι πάντα τον εαυτό μου. Θυμάμαι μια σταλιά να ακούω από τον παππού μου να λέει παλιά δημοτικά, μέχρι τον πατέρα μου και τα «περιφρονημένα» της γενιάς του. Αυτά άκουγα μέχρι τα 12-13, μέχρι να αρχίσω δηλαδή να μπλέκω με το rock ’n’ roll. Τότε ήταν πολύ δύσκολα, δεν υπήρχαν ούτε εκπομπές στο ραδιόφωνο, ούτε περιοδικά. Μιλάμε για 1968-69. Πάλι καλά που υπήρχε ο αμερικανικός σταθμός, κάτω στις βάσεις, και ακούγαμε ροκ.

Σιγά σιγά ως επαναστατημένα νιάτα -μωράκια ήμασταν- κάναμε μικρές κοινότητες και ακούγαμε ροκ μουσικές. Όλα αυτά μέσα στη χούντα, που είχαμε πήξει στα δημοτικά, στα κλαρίνα και στα «Ζήτω η Ελλάς». Περισσότερο απ’ όλους ακούγαμε Stones, αλλά και Beatles, Led Zeppelin, Jethro Tull, κλπ. Και λίγο αργότερα Socrates φυσικά που έκαναν μεγάλο μπαμ.

Ταυτόχρονα μερικά από τα παιδάκια, 13-14 χρονών τότε, μαθαίναμε να παίζουμε μουσική, κιθάρες και τέτοια. Ευτυχώς οι γονείς μου με άφηναν κι έκανα ό,τι ήθελα. Δηλαδή γύρω στα 15 μου πήραν και μια ακουστική κιθάρα -την έχω ακόμη- που γρατσούναγα χωρίς να έχω κανένα ιδιαίτερο ταλέντο. Έμαθα να παίζω μερικά ξένα τραγούδια, τελικά όμως την άφησα.

Το λύκειο εγώ δεν το πρόλαβα, ξεκίνησε την επόμενη χρονιά αφού αποφοίτησα, μέχρι τότε βγάζαμε το εξατάξιο γυμνάσιο. Ήταν δύσκολες οι συνθήκες μέσα στη χούντα. Το 80% των καθηγητών, μη σου πω και παραπάνω, θυμάμαι να είναι χουντικοί. Γάμησέ τα… Ευτυχώς με τις παρέες και τις κοινότητες που στήναμε, περνούσαμε ωραία μεταξύ μας. Κατά τ’ άλλα, στο σχολείο, περνούσα δύσκολα. Κι ας ήμουν καλός μαθητής, τουλάχιστον στα μαθήματα που ήθελα να είμαι καλός.

Ο Ντάνυ κάποτε... Ανδρέας Σιμόπουλος

Από πιτσιρικάς το όνειρό μου ήταν να αφήσω μακριά μαλλιά. Θυμάμαι δηλαδή να νιώθω «θεός» εκεί γύρω στην Γ Γυμνασίου που κάπως μάκρυναν. Την επόμενη χρονιά με ξαναβλέπει η γυμνασιάρχης και αρχίζει τις φωνές, «κάθαρμα, κόψε τα μαλλιά σου» και τέτοια. Από τη μία έμπαιναν από την άλλη έβγαιναν. Με λεμόνι -αντί για μπριγιαντίνη- τα «έγλειψα» προς τα πίσω και έκρυψα ένα μικρό κοτσιδάκια μέσα από τον γιακά του πουκάμισου. Με πήρανε όμως χαμπάρι και μου ρίξανε δέκα μέρες αποβολή. Είχα μεγάλο θέμα στο σχολείο λόγω απείθειας και μάλιστα πολύ έντονης. Δεν χαμπάριαζα. Για να καταλάβεις πόσο φριχτή ήταν η ιστορία, όταν επέστρεψα από την αποβολή κουρεμένος, μας μάζεψε μερικούς, μας έβαζε έναν-έναν στο γραφείο της, και με ένα ψαλίδι έκοβε ένα σταυρό στο πιο ψηλό σημείο του κεφαλιού σου. Έρχεται η σειρά μου, πάει να κάνει τσακ με το ψαλίδι, της αρπάζω το χέρι, αρχίζει αυτή να σκούζει «αλήτη» και τέτοια και της λέω κάνε μου ό,τι θες, όχι αυτό, όποιος με πλησιάσει θα τον σκίσω. Κάγκελο τα φασιστόνια οι καθηγητές. Ανύπαρκτα πλάσματα. Άλλες δέκα μέρες αποβολή… Αυτό ήταν το μοτίβο.

Για μένα δεν υπήρξε ποτέ η ερώτηση «τι θα γίνεις όταν μεγαλώσεις», δεν είχα ιδέα, δεν ήξερα τίποτα, δεν ήθελα κάτι συγκεκριμένο. Μέχρι τα 15 ήμουν ένα παιδάκι που έπαιζε μπιλιάρδο και μπάλα. Μετά άρχισε να με ενδιαφέρει και η πολιτική, δηλαδή η αριστερά, και σύντομα γράφτηκα στην ΚΝΕ. Τότε δεν σε γράφανε έτσι απλά οι τοπικές οργανώσεις, ή όπως τις έλεγαν, έπρεπε να πάρεις προέγκριση από άλλους, να βρουν δυό-τρεις να μιλήσουν για σένα, να πουν «δικό μας παιδί».

Χαλούσα όλα μου τα λεφτά σε δίσκους. Θυμάμαι ένα δισκάδικο-όνειρο, θεϊκό, για μένα το ωραιότερο όλων των εποχών στην Ελλάδα με διαφορά. Ήταν το περίφημο Pop Eleven στη Σκουφά, το δισκάδικο του τεράστιου Τάσου Φαληρέα. Για παρέες σαν τη δική μου ήταν ναός, κέντρο κουλτούρας. Μεγάλος γνώστης ο Φαληρέας, υπέροχο μυαλό. Θυμάμαι σαν τώρα να πηγαίνω παιδάκι εκεί να πάρω δίσκους και να πετυχαίνω τον Πουλικάκο, τον Σαββόπουλο, τον Μοροζίνη, τον Κουτρουμπούση, τον Ακριθάκη… Ακούγομαι σαν 100 χρονών, ε;

Η μεγαλύτερη μου χαρά όταν ήμουν παιδάκι 14 ετών ήταν να διαβάζω τις κριτικές του Αργύρη Ζήλου στον Ήχο. Από τις 100 σελίδες του περιοδικού οι 80 ήταν με τεχνικής φύσεως θέματα. Με ενδιέφεραν μόνο οι κριτικές του Αργύρη, ο οποίος άκουγε κάθε δίσκο 30-40 φορές. Ό,τι και να πω για τον Ζήλο θα είναι λίγο. Όλοι στον Πήγασο είχαμε καταπληκτική σχέση μαζί του. Είναι ο πατέρας όλων. Και είναι προς τιμήν του τεράστιου Χρήστου Δασκαλοπούλου που πάντα μου έλεγε: «Είναι ο δάσκαλός μου».

Από διασκέδαση αυτό που θυμάμαι έντονα από το δεύτερο μισό των 70s είναι η Σοφίτα, ένα από τα πρώτα ροκ μικροκλαμπάκια της Αθήνας. Έπαιζαν διάφοροι εκεί, αργότερα θυμάμαι έντονα τον Πανούση. Μικρός χώρος ήταν, καθήμενοι όλοι, μια μετεξέλιξη των μπουάτ. Δεν το λες και πολύ ροκ δηλαδή. Ήταν κι αυτό το κλίμα της μεταπολίτευσης που σε αισθητικό επίπεδο ήταν…πώς να το πω…πολιτικό-τσαπατσουλίστικο. Φοράγανε όλοι κάτι αμπέχονα, κάτι καμπάνες, κάτι μπερέδες… Φριχτή αισθητική!

«Ήταν κι αυτό το κλίμα της μεταπολίτευσης που σε αισθητικό επίπεδο ήταν…πώς να το πω…πολιτικό-τσαπατσουλίστικο. Φοράγανε όλοι κάτι αμπέχονα, κάτι καμπάνες, κάτι μπερέδες… Φριχτή αισθητική!» Ανδρέας Σιμόπουλος

Στα τέλη των 70s έφυγα για λίγο από την Αθήνα και πήγα στη Λάρισα, υποτίθεται για σπουδές, στην πραγματικότητα για να αλητέψω, να κάνω διάφορα πειράματα με τον εαυτό μου. Και μάλιστα το είπα στους γονείς μου, δεν κρύφτηκα. Προχωρούσα χωρίς σκοπό, ας με βγάλει όπου με βγάλει η ιστορία, σκεφτόμουν. Πήγα όμως και για να πάρω αναβολή από τον στρατό. Ήταν κύριο μέλημά μου. Πριν τη Λάρισα είχα γραφτεί και στο Ωδείο Αθηνών. Πήρα μια αναβολή μέχρι τα 23-24 και μετά έπρεπε να κάνω κάτι άλλο για να πάρω κι άλλη. Οπότε έτυχε το 1978 να δώσω εξετάσεις και να μπω στη Σχολή Λογιστών Στελεχών Επιχειρήσεων, κάπως έτσι τη λέγανε. Σαν να λέμε δηλαδή καμία σχέση με μένα. Στη Λάρισα γνώρισα πολύ κόσμο, ανάμεσά τους και τον Νίκο Στεφανίδη που αργότερα έφτιαξε τον Μύλο στη Θεσσαλονίκη. Ήταν στην ίδια σχολή, ένα-δύο χρόνια μεγαλύτερος.

Πήγα εκεί με την οικονομική στήριξη του αδερφού μου, με ένα βαλιτσάκι και ένα sleeping bag. Το πλάνο ήταν να κοιμηθώ έξω, χύμα, καμιά δεκαριά μέρες για να δω πώς είναι η ζωή στην πόλη, επηρεασμένος, βλέπεις, τότε πολύ από τον Κέρουακ. Κοντό μαλλί, μακρύ παλτό, μακριά από μένα η αισθητική φρίκη της μεταπολίτευσης και τα μουστάκια. Με βλέπει ο Στεφανίδης, με ρωτάει που μένω, του λέω στο δρόμο, μίλα ρε σοβαρά, μου λέει, σοβαρά μιλάω του λέω, με τα πολλά με κάλεσε να μείνω στο πεντάρι που είχαν νοικιάσει με τους φίλους του. Δικό μου σπίτι δεν έπιασα ποτέ εκεί.

Λίγο πριν πάω στη Λάρισα, το ’76-’77, η Άννα Βαγενά είχε ανοίξει το πρώτο περιφερειακό θέατρο της Ελλάδας. Ξεκινάω μια σχέση με ένα πολυτάλαντο κορίτσι που ζωγράφιζε, τραγουδούσε, έπαιζε κιθάρα, ήταν και ηθοποιός. Χρυσή την έκανα να μου κλείσει ένα ραντεβού με τη Βαγενά για να με βάλει στο θέατρο μόνο και μόνο για να συνεχίσω να παίρνω την αναβολή από τον στρατό, να μη χρειάζεται δηλαδή καν να παρακολουθώ τα εργαστήρια στη σχολή. Με τα πολλά την έψησα. Στα ίσια μίλησα στη Βαγενά, της είπα ότι δεν με ενδιαφέρει η σχολή, ότι ασχολούμαι με μουσικές, τέχνες, πολιτικές και τέτοια. Εκτίμησε την ειλικρίνειά μου και με πήρε. Γενικών καθηκόντων ήμουν, βοηθούσα όπως και όπου μπορούσα. Εξαιτίας της πέρασα μπέικα, Θεοδόση, ειδικά στις περιοδείες. Σαν τώρα θυμάμαι το ανέβασμα της Αγγέλας του Σεβαστίκογλου με σκηνοθέτη τον Διαγόρα Χρονόπουλο και πρωταγωνίστρια την Άννα Βαγενά. Στην Αθήνα γύρισα το 1981. Στρατό πάντως μέχρι σήμερα δεν έχω πάει.

Στα Εξάρχεια για μένα τα πιο σημαντικό πλάσμα του «χώρου» ήταν ο Χρήστος Κωνσταντινίδης που είχε φτιάξει τις εκδόσεις «Διεθνής Βιβλιοθήκη» με αριστερό-αναρχο-έτσι περιεχόμενο κι έβγαζε υπέροχα βιβλία, από Έσσε μέχρι Λοτρεαμόν. Μαζί του ήταν ο Μπαλής και η σύντροφός του, Σύλβια Παπαδοπούλου και γύρω τους ένας ολόκληρος κύκλος ανθρώπων. Τα Εξάρχεια δηλαδή δεν έγιναν τυχαία αυτό που έγιναν. Τότε ήταν κέντρο πολιτισμού, κάτι εκπληκτικό και χαίρομαι που το έζησα από μικρός, από 17 χρονών εκεί ήμουν συνέχεια. Ήταν ένας χώρος ζυμώσεων τέχνης, πολιτισμού, πολιτικής, υπερρεαλισμού. Τα ’χω προλάβει όλα αυτά ευτυχώς.

Ο ΠΗΓΑΣΟΣ ΚΑΙ Η ΑΝΘΡΩΠΟΓΕΩΓΡΑΦΙΑ ΤΩΝ ΕΞΑΡΧΕΙΩΝ

Με το που επιστρέφω από τη Λάρισα, ένας φίλος δικηγόρος μου λέει ότι θέλει να κάνουμε παρέα ένα μπαράκι στα Εξάρχεια και μάλιστα ότι έχει βρει χώρο στην Τηλέμαχου 10. Ο Πήγασος ήταν ένα παλιό κτίσμα, χάλια, με δυο δωμάτια, ένα μπάνιο και μια κουζίνα. Ήταν πολύ μικρό και τελούσε υπό κατάληψη. Κάνα εξάμηνο μας πήρε να το φτιάξουμε. Το πλάνο του φίλου ήταν να γίνει κάτι σαν piano bar, με ένα πιανίστα και στα φωνητικά τη Σόνια Θεοδωρίδου, τη μετέπειτα σπουδαία σοπράνο. Έτσι άνοιξε ο Πήγασος. Κάπως σαν μπουάτ. Καμία σχέση με τα «βαθιά» Εξάρχεια. Όλο κάτι διανοούμενοι έρχονταν για να ακούσουν τη Σόνια να τραγουδάει Μπραμς και Χατζιδάκι. Στην αρχή είχαμε λίγο κόσμο και κυρίως αργά.

Υπήρχαν ήδη μερικά ωραία μπαρ στα Εξάρχεια, όπως το Dada που άνοιξε το ’79, μετά έγινε το Επέκεινα, αργότερα η Οκτάνα και διάφορα άλλα. Yπήρχε και το Λούκι του Αλέξη Γκόλφη, ο οποίος ήταν πρωταγωνιστής στη σειρά «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται», ένα ωραίο, ξανθό παιδί. Ιστορικό μαγαζί, ποιος δεν ξέρει το «Mια βραδιά στο Λούκι» των Κατσιμιχαίων; Κι αυτό όμως έκλεινε νωρίς, κατά τις 1-2 μετά τα μεσάνυχτα. Στον Πήγασο κλείναμε την πόρτα και συνεχίζαμε. Το θυμάμαι σαν τώρα να έρχονται από το Λούκι 15-20 άτομα, να χτυπάνε την πόρτα και να μπαίνουν. Και ξενυχτούσαν με το πιάνο του Μάνου Μωυσιάδη και τη φωνή της Σόνιας, σε ένα ελιτίστικο, μετά-μπουάτ σκηνικό. Είχε κάτι όμορφο, δε λέω, αλλά εγώ ήμουν σε άλλο «πούλμαν».

«Τα Εξάρχεια δηλαδή δεν έγιναν τυχαία αυτό που έγιναν. Τότε ήταν κέντρο πολιτισμού, κάτι εκπληκτικό και χαίρομαι που το έζησα από μικρός» Ανδρέας Σιμόπουλος

Τον δεύτερο χρόνο λέω στον φίλο και ιδιοκτήτη του Πήγασου ότι δεν γουστάρω άλλο τη φάση. Καλά παιδιά ήταν όλοι αυτοί που έρχονταν αλλά μου φαίνονταν κάπως αποστειρωμένοι. Δεν είχαν πραγματικό νεύρο, ένταση, ομορφιά, τρέλα, μου φαίνονταν σχεδόν σαν γεροντάκια. Πώς να κάνω εγώ χωριό μ’ αυτούς; Και δεν το λέω επειδή άκουγα Beatles και Stones στα 12 μου, αλλά κυρίως γιατί είμαι παιδί της πανκ γενιάς, δηλαδή άκουγα μπάντες όπως οι Sex Pistols, Magazine, Damned, Clash με το που έβγαιναν, στην ώρα τους, ήμουν αυτής της ιστορίας, τη βίωσα όταν συνέβαινε. Στον Πήγασο ένιωθα σαν ψάρι έξω απ’ το νερό.

Ο Πήγασος είχε κόσμο αλλά δε γινόταν χαμός, ίσως γι’ αυτό να πείστηκε ο φίλος να με αφήσει να το κάνω ροκ κλαμπ. Τότε, μιλάμε για το 1982, μπήκε στο παιχνίδι ο Πέτρος Κουτσούμπας, με τον οποίο είμαστε ακόμα κολλητοί. Παρεμπιπτόντως, ήταν ανέκαθεν στον αριστερό χώρο ο Πέτρος, μάλιστα είχε μπει και στην ΕΦΕΕ. Τεράστια μορφή. Γνωριστήκαμε, κολλήσαμε και αποφασίσαμε να μπει με 25% στον Πήγασο, άλλο τόσο εγώ, και το υπόλοιπο 50% στον αρχικό ιδιοκτήτη, ο οποίος το πούλησε σε έναν άλλο τύπο. Αλλάξαμε το μαγαζί. Ο κόσμος δεν άλλαξε με τη μία. Δημιουργήθηκε μια ιδιαίτερη μαγιά λόγω του Πέτρου, ενώ εγώ ήμουν πολύ πιο ακραίο πλάσμα. Εξάρχεια μεν και οι δύο, ενίοτε στον ίδιο χώρο, αλλά και σε διαφορετικούς. Καταλαβαίνεις τι εννοώ.

Αλλάξαμε τα πάντα στο χώρο, βγάλαμε τραπεζάκια και καρέκλες, βάλαμε δυνατά, εκτυφλωτικά φώτα και πολύ δυνατές μουσικές. Πόσο θα κοστίσει όλη αυτή η ιστορία; λέω σε ένα φίλο αρχιτέκτονα. Δώσε μου 5 χιλιάρικα, λέει, και θα στο φτιάξω. Όντως το έφτιαξε. Χωρίς να πληρωθεί. Ούτε όμως πλήρωσε ποτέ ξανά για να πιει στον Πήγασο. Έτσι κάναμε τότε, κανείς δεν νοιαζόταν για τα φράγκα.

Μουσική έβαζα εγώ, ο Χρήστος Δασκαλόπουλος που είναι η μεγάλη μου αδυναμία, ο Αιμίλιος Κατσούρης, ο Γιώργος Μουχταρίδης, ο Διονύσης Τσονόπουλος και το μαγαζί ανέβηκε. Σκηνικό πάντως σαν τον Πήγασο -όλοι όρθιοι, δυνατά φώτα και μουσικές- ήταν πρωτοφανέρωτο, όλοι μέχρι τότε ήταν καθήμενοι, χαμηλά φωτάκια, μουσικές σε χαμηλή ένταση. Για τα ροκ μαγαζιά μιλάω δηλαδή.

Το μεγάλο μπαμ στον Πήγασο έγινε το 1983. Πηγαίνει ο Κουτσούμπας φαντάρος, μην ανησυχείς, του λέω, θα σου στέλνω τα φραγκάκια κάθε μήνα. Όχι ρε, μου λέει, δεν ανησυχώ, το μαγαζί όμως τι θα γίνει; Και του λέω: Πέτρο ο κύβος ερρίφθη, ξέρω ότι θα σε στενοχωρήσω, αλλά ο γέγονε, γέγονε, το μαγαζί από δω και πέρα θα γίνει λαϊβάδικο. Έπαθε χοντρό σοκ.

«Σκηνικό πάντως σαν τον Πήγασο -όλοι όρθιοι, δυνατά φώτα και μουσικές- ήταν πρωτοφανέρωτο, όλοι μέχρι τότε ήταν καθήμενοι, χαμηλά φωτάκια, μουσικές σε χαμηλή ένταση.» Ανδρέας Σιμόπουλος

Τότε είχα μόλις γνωρίσει τον Γιάννη Ντρενογιάννη, ο οποίος είχε μια καταπληκτική μπάντα, τους The Anti Troppau Council. Τότε ήταν φοιτητής 19 ετών και μαθητής του Βασίλη Σπυρόπουλου, ενός από τα δύο αδέρφια που έφτιαξαν τη Σπυριδούλα. Πολύ έξυπνο και δραστήριο παιδί ο Γιάννης. Αμέσως ταυτίστηκαν οι απόψεις μας και αποφασίσαμε να έρθει στον Πήγασο και να το κάνουμε λαϊβάδικο. Σκοπός μας ήταν να παίζουν μπάντες ελληνικές, σαν την κορυφαία όλων, τους Last Drive. Και πολλές ακόμη: Αρνάκια, Jaywalkers, Villa 21, Yell-O-Yell, Alive She Died, Panx Romana, Stress, Γενιά του Χάους, Αδιέξοδο.

Μέχρι τότε, όπως σου είπα, υπήρχε η Σοφίτα όπου έπαιζαν κυρίως ελληνικό ηλεκτρικό τραγούδι – σε καμία περίπτωση δεν μπορώ να το πω ροκ. Εγώ, καυλωμένος από το πανκ κίνημα που υπήρχε στο χώρο μου, ήθελα να κάνω το ανάλογο λαϊβάδικο. Ο Κουτσούμπας στο μεταξύ να έχει φρικάρει. Κάθαρμα, μην το κάνεις, σε παρακαλώ, να λέει. Το θυμάμαι σαν τώρα. Δυο μέρες πριν παρουσιαστεί έρχεται στο μαγαζί με κομμένα μαλλιά και ξυρισμένο μούσι. Ο Πέτρος είχε πάντα μακριά μαλλιά και μούσια. Τον βλέπω ξαφνικά με ένα στριφτό μουστάκι και του λέω: Στα Σάλωνα σφάζουν αρνιά, ρε μαλάκα, τι εμφάνιση είν’ αυτή; Άσε με, μου λέει, το κάνω για να μη με κυνηγήσουν, θα με φάνε λόγω πολιτικών φρονημάτων τα καθάρματα. Με αγκαλιάζει με θέρμη και μου λέει: Καλή τύχη με τον Πήγασο, ό,τι κι αν κάνεις είμαι μαζί σου.

Πάει ο Πέτρος φαντάρος, με τον Ντρενογιάννη στήνουμε την ιστορία και ξεκινάνε τα λάιβ. Το πρώτο δυστυχώς δεν το θυμάμαι, ίσως να ήταν ο Ντρενογιάννης με τους Anti Troppau Council. Πάντως σίγουρα ένα από τα πρώτα ήταν οι Last Drive, οι οποίοι μόλις είχαν φτιαχτεί, δηλαδή δεν είχαν βγει μέχρι τότε προς τα έξω, δεν θυμάμαι καν αν είχαν παίξει αλλού. Ήταν η κορωνίδα των γκρουπ εκείνης της γενιάς.

Με το που ξεκινάμε την ιστορία με το λαϊβάδικο, σκέφτομαι να στήσω στον Πήγασο μια κατάσταση κολεκτίβας. Πιάνω τα γκρουπ και τους λέω: Μάγκες, εγώ λεφτά δεν θέλω να βγάλω, να ζω αξιοπρεπώς θέλω, να κάνω τη ζωή μου όπως μου αρέσει, θέλετε να μοιράζουμε ό,τι βγάζουμε; Για να καταλάβεις τι έπαιζε τότε με τις τιμές, σκέψου ότι στο Εναλλάξ, ένα κάπως εναλλακτικό μπαράκι στη Ζωοδόχου Πηγής, το ποτό στοίχιζε 180δρχ. Σε άλλα μαγαζιά της ευρύτερης περιοχής ακόμη περισσότερο. Οπότε λέω στις μπάντες να βάλουμε εισιτήριο 150δρχ και να πηγαίνουν 50δρχ για το κόστος λειτουργίας, 50 στο γκρουπ, 50 στους ιδιοκτήτες. Εννοείται ότι συμφώνησαν. Που αλλού είχε γίνει κάτι τέτοιο μεταξύ μαγαζιού και καλλιτεχνών; Πουθενά.

Βαριόμουν φριχτά να τρέχω στις εφορίες και να περιμένω με τις ώρες να θεωρήσουν εισιτήρια. Μου ήρθε η ιδέα να χρησιμοποιήσουμε μάρκες. Και βάζω πορτιέρη ένα παλιό μου φίλο από το σχολείο, τον περίφημο Τζάκο, όπως ήταν το προσωνύμιό του (Γιάννη Σπανουδάκη τον έλεγαν), ίσως το πρώτο πανκιό στην Ελλάδα, έβαφε τα μαλλιά του ροζ σαν τον Λου Ριντ το ’75-’76 και ήταν μαθητής του Γιάννη Σπάθα των Socrates. Είδες πώς κολλάνε όλα μεταξύ τους; Τον βάζω στην πόρτα και του λέω βγάλ’τα πέρα. Γιατί με 150 δρχ αποφάσισα ότι όχι μόνο θα έβλεπες τη συναυλία, αλλά θα έπινες κι ένα ποτό. Πώς να μην περάσουμε καταπληκτικά; Όλοι εκεί μαζευόμασταν. Εκεί γνώρισα και τον Νίκο Λώρη. Τον είδα ένα βράδυ να κάθεται μπακούρι έξω από το μαγαζί. Γιατί δεν μπαίνεις; του λέω. Δεν έχω λεφτά, μου λέει, φοιτητής είμαι και δεν έχω μία. Άντε μπες μέσα ρε, του λέω. Θυμάμαι ότι πήρε τρία Μεταξά πεντάρια και πλήρωσε 50 δρχ. Τιμής ένεκεν. Έτσι μπήκε στα κόλπα ο Λώρης, τι νομίζεις;

«Με το που ξεκινάμε την ιστορία με το λαϊβάδικο, σκέφτομαι να στήσω στον Πήγασο μια κατάσταση κολεκτίβας. Πιάνω τα γκρουπ και τους λέω: Μάγκες, εγώ λεφτά δεν θέλω να βγάλω, να ζω αξιοπρεπώς θέλω, να κάνω τη ζωή μου όπως μου αρέσει, θέλετε να μοιράζουμε ό,τι βγάζουμε;» Ανδρέας Σιμόπουλος

Τότε ερχόταν στον Πήγασο και ο Νίκος Τριανταφυλλίδης, 16-17 χρονών παιδάκι. Όταν μάλιστα έκανε την εκπομπή για το Ρόδον, με ρωτούσε -αλλά δεν το έβαλε τελικά- στα γυρίσματα: Ντάνυ, πες τι έκανα στον Πήγασο. Νικολάκη, του έλεγα, κρυβόσουν κάτω από τα τραπέζια με τις περίφημες επιχειρήσεις Αρετή του Αρκουδέα, του καθάρματος και τότε υπουργού του ΠΑΣΟΚ. Πες το ντε! να λέει γελώντας. Δεν το έβαλε στην εκπομπή αλλά ήθελε πολύ να το ακούσουν οι παρευρισκόμενοι στο γύρισμα που κάναμε στο Gagarin.

Τότε τα Εξάρχεια δεν είχαν καμία σχέση με σήμερα. Ήταν ένας χώρος κουλτούρας, επανάστασης, ομορφιάς, αλληλοϋποστήριξης και συντροφικότητας.

Τα πρώτα χρόνια που πήγαινα καθημερινά, από το ’75 μέχρι το ’78, όλα ακόμη ήταν πολύ αγνά και συντροφικά. Η ηρωίνη δεν είχε μπει ακόμη στην περιοχή, για να το πω αλλιώς. Κάνω μετά το διάλειμμα στη Λάρισα από το ’78 ως το ’81, επιστρέφω, έχει αρχίσει να αλλάζει λίγο η κατάσταση, δηλαδή κυκλοφορεί η ηρωίνη, οι μπάτσοι είναι στο παιχνίδι, γίνεται όλη αυτή η ιστορία, αλλά μέχρι τα τέλη των 80s δεν έχει κυριαρχήσει, ήταν μόνο ένα κομμάτι μιας πολύ μεγαλύτερης εξίσωσης. Ήταν ακόμη ένας εκπληκτικός χώρος τα Εξάρχεια. Ο πλέον κουλτουριάρικος, με την καλή έννοια της λέξης, και ο πλέον διαδραστικός.

Στον Πήγασο έγινε μόνο μία μανούρα με τον «χώρο» για την οποία όμως λυπήθηκα πάρα πολύ ακριβώς γιατί στα Εξάρχεια ήμουν από παιδάκι. Είμαστε στο 1982 και τρέχουμε το μαγαζί με τον Πέτρο. Σε κάποιες ομάδες υπάρχει η αίσθηση ότι όποιος ανοίγει μαγαζί είναι πουλημένο κάθαρμα του rock ’n’ roll και πάει λέγοντας. Θυμάμαι σαν τώρα ένα τύπο που είχε φτιάξει μια ομαδούλα με μερικά αναρχικά πλάσματα. Ερχόταν κι έπινε Johnny Walker. Στον Πήγασο πλήρωνες πάντα στο τέλος, υπήρχε σχέση εμπιστοσύνης με τους πελάτες. Ήπιε λοιπόν ένα βράδυ το πρώτο, ήπιε το δεύτερο, στο τρίτο αρχίζει να φωνάζει ότι είναι μπόμπες για να μην πληρώσει. Δεν ντρέπεσαι, ρε μαλάκα, του λέμε με τον Κουτσούμπα. Μετά από μερικές μέρες ξανάρχεται με 10-15 άτομα παρέα για να σπάσει τον Πήγασο. Γιατί «εμπορευόμαστε το ροκ και την επανάσταση», έλεγαν, και είμαστε ό,τι πιο ξεπουλημένο, σκατένιο και ξεπουλημένο στο σύστημα.

Είμαστε στο μαγαζί εκείνο το βράδυ εγώ, ο Πέτρος, ένας πιανίστας που παίζει κάτι περίεργα, σκοτεινά πράγματα, δυο φοιτητές αρχιτεκτονικής στο μπαρ, ο αδερφός μου κι ένας φίλος του Πέτρου. Δε γαμιέται, λέω, θα δώσουμε ό,τι μπορούμε και θα φάμε ξύλο, είμαστε 5 κι αυτοί 15. Ανόητες ιστορίες, τι να λέμε.

Μπαίνει μέσα αυτός ο μαλάκας κατά τις 9 το βράδυ, κοιτάζει δεξιά αριστερά, βγαίνει έξω, μιλάει με τα 15 άτομα και βγαίνει ο Κουτσούμπας να του μιλήσει. Καλά ρε, του λέει, είσαι σοβαρός; Κι άντε πες εντάξει να θες να δείρεις εμένα που είμαι αριστεριστής, τον Ντάνυ που είναι συνοδοιπόρος σας στα Εξάρχεια από πιτσιρικάς, γιατί; Το έχετε κάνει εμπόριο εδώ πέρα κλπ, λένε αυτοί. Βγαίνω και τους λέω: Ποιο εμπόριο, ρε μαλάκες, όποιος δεν έχει λεφτά πίνει τσάμπα, τι εκμετάλλευση και παπαριές μου λέτε, ντροπή σου ρε, του λέω, ειδικά εσύ που έρχεσαι και πίνεις τρία ποτά και το παίζεις μάγκας, βγάζεις έναν απίστευτο, ελεεινό αναρχοφασισμό. Για να μην πληρώσεις, ρε μαλάκα, κάθεσαι και λες ότι είναι μπόμπα το ποτό και μετά θες να με δείρεις κιόλας; Δε ντρέπεσαι, ρε μαλάκα; Μιλάνε λοιπόν μεταξύ τους και τελικά φεύγουν. Φριχτή εμπειρία.

«Σκοπός μας ήταν να παίζουν μπάντες ελληνικές, σαν την κορυφαία όλων, τους Last Drive.» Ανδρέας Σιμόπουλος

Άλλη μια φριχτή εμπειρία είχα με τους σκινάδες, με γενικό δερβέναγά τους τον Γιώργο τον Κοστέλο, όπως ήταν το προσωνύμιό του. Μιλάω για την περίοδο που ο Πέτρος έχει πάει φαντάρος κι έχω μόλις κάνει τον Πήγασο ροκ κλαμπ. Υπήρχε τότε η φασιστονεολαία ΕΠΕΝ με επικεφαλής τον Μιχαλολιάκο – αργότερα τη θέση του πήρε ο Βορίδης, άλλο «διαμάντι». Το 1982-83 λοιπόν οι σκίνχεντ -αρβύλες, ρεβέρ, πράσινα fly μπουφάν κλπ- συγκεντρώνονταν στις 11-12 το βράδυ στη στοά Ορφανίδου επί της Σταδίου, κουβαλάγανε σιδερογροθιές, μαχαίρια, κατσαβίδια και σπάγανε όποιο μπαρ γούσταραν. Πήγαν πχ στο μπαρ Ασανσέρ, που ήταν στα μέρη του Δασκαλόπουλου, στην Κυψέλη, και το γκρέμισαν. Μετά σπάσανε το Point, ένα ιστορικό μπαρ στα Εξάρχεια, κάπως κυριλέ. Τότε εμείς στον Πήγασο εκτός από rock παίζαμε και ska και reggae. Επίσης ερχόταν όποιος ήθελε, από μαύρους που δεν είχαν μία μέχρι τον Δημήτρη Παπαϊωάννου -ναι, ο γνωστός, το 1982 καθόταν πάντα μόνος του στο μπαρ- και τον Κυριάκο Μαζοκόπο, τον αναρχικό που έσκασε μια βόμβα στα χέρια του και πήγε φυλακή.

Έρχονταν οι σκινάδες, έμπαιναν στην πίστα, έσπρωχναν τον κόσμο και έμενα σχεδόν μόνος μου στο τέλος. Ο Κοστέλο, για να καταλάβεις για τι «διαμάντι» μιλάμε, όταν είχε έρθει ο πατέρας της Λεπέν στην Ελλάδα, αυτόν είχε για προσωπικό του σεκιουριτά. Έμπαινε λοιπόν πάντα πρώτος αυτός και τρία-τέσσερα μέτρα πίσω του οι υπόλοιποι.

Θυμάσαι τον Χρήστο Ζυγομαλά; Παιδί-μάλαμα, αρχιτέκτονας, κι ωραίος καλλιτέχνης, έγραφε κι αυτός τραγούδια στα Εξάρχεια σαν τον Άσιμο. Πολυτάλαντο πλάσμα. Ήταν κι αυτός συνέχεια στον Πήγασο. Σε κάποια φάση κάτι είπε σε ένα σκινά και το κάθαρμα τον κατσαβίδιασε. Τρέχω στην είσοδο, τον βλέπω αιμόφυρτο, τον τυλίγω με κάτι πετσέτες, τρέχω στο περίπτερο, καλούμε ασθενοφόρο, τελικά ευτυχώς σώθηκε το παιδί. Πιάνω τον Κοστέλο και του λέω: Ρε Γιώργο, τι πράγματα είν’ αυτά; Ντάνυ, εγώ δεν έχω σχέση, μου λέει, μόνος μου έρχομαι κλπ. Το παράδοξο είναι ότι ούτε εμένα έδειραν ποτέ, ούτε τον Πήγασο έσπασαν τελικά. Κατσαβίδιασαν όμως τον Χρήστο και διώξανε τον κόσμο. Φρικαρισμένος όσο δεν πάει εγώ.

Τον πιάνω ξανά ένα βράδυ και του λέω ότι δεν πάει άλλο. Μου λέει: Με βλέπεις να είμαι με άλλους; Μόνος μου δεν έρχομαι; Μαλακίες. Ερχόταν πρώτος, καθόταν σε μια γωνία του μπαρ, έπινε τρεις μπύρες και οι άλλοι οργίαζαν. Ρε, του λέω, με μένα μιλάς, δεν πάει άλλο αυτή η ιστορία. Ώσπου για καλή μου τύχη, συμβαίνει το εξής: Ένα βράδυ που παίζω μουσική, οι σκινάδες πάλι αλωνίζουν, και βλέπω έξω από τον Πήγασο δυο-τρία άτομα με κοστούμι, ψιλογομάρια, λαϊκές φάτσες. Με τους λαϊκούς δεν τα βάζει κανείς στην Ελλάδα, σκίνχεντ και τ’ αρχίδια μου. Κάτι συμβαίνει εδώ, σκέφτομαι. Ξαφνικά έρχεται ο Κοστέλο και μου λέει: Ντάνυ, κάτι θα γίνει απόψε με αυτούς τους λαϊκούς, εγώ δε χαμπαριάζω για τη ζωή μου αλλά έχω άλλα 15 άτομα. Μέχρι τώρα, του λέω, υποτίθεται ότι ήσουν μόνος σου, ρε μαλάκα. Μιλάω σοβαρά, μου λέει, θέλω να κάνουμε μια συμφωνία. Αν μας βγάλεις έξω σώους, σου δίνω τον λόγο της τιμής μου ότι δεν θα ξαναπατήσουμε στον Πήγασο.

Πίσω ο Πήγασος είχε μια αυλίτσα και μια μαντρούλα. Σκαρφάλωνες, περνούσες στην πολυκατοικία κι έβγαινες στην Ιπποκράτους. Εντάξει, του λέω, θα σας βγάλω. Έχεις μια μαύρη σακούλα σκουπιδιών; μου λέει. Του φέρνω μία και βάζει μέσα κατσαβίδια, σιδερογροθιές, μαχαίρια, σκατά. Κρύψ’ τα, λέει, για λίγες μέρες και θα περάσω να τα πάρω. Όλα αυτά, Θεοδόση, έγιναν αστραπιαία. Με το που φύγανε αυτοί, μπήκαν οι λαϊκοί. Θα με στείλουν στο νοσοκομείο, σκέφτομαι. Πού είναι ο κόσμος; ρωτάνε. Παιδιά, να σας βάλω ένα ποτό και να σας μιλήσω στα ίσια; τους λέω. Έχω περάσει τα πάνδεινα, τους λέω, βρήκα τρόπο και τους αμόλησα για να μη διαλυθεί το μαγαζί, τι να σας πω τώρα, άμα θέλετε, χτυπήστε με, έχετε δίκιο, αλλά έχω κι εγώ, κάντε ό,τι γουστάρετε. Μιλάνε λοιπόν μεταξύ τους, με κοιτάνε ξανά και τελικά φεύγουν. Το άλλο καλό της υπόθεσης ποιο είναι; Μετά από μερικές μέρες ήρθε ο Κοστέλο, πήρε τα όπλα αλλά τους βρήκαν τελικά οι λαϊκοί στο Κολωνάκι και τους κοπανάγανε τρεις ώρες. Αυτό ναι, είναι θεία δικαιοσύνη!

«Αποφασίζω μια μέρα να πάω στους μπάτσους. Είναι Μάιος, σκάω στο τμήμα, φρικιό εντελώς και ζητάω να μιλήσω με τον διοικητή. Με πάει τελικά ο φύλακας στο γραφείο του, μπαίνω μέσα, τον κοιτάζω, με κοιτάζει και μου λέει: Γεια σου, Κουλούρη, κάθισε, πίνεις;» Ανδρέας Σιμόπουλος

Στον Πήγασο ο ωφέλιμος χώρος -χωρίς μπαρ, τουαλέτες, κλπ- ήταν 45τμ. Ξέρεις πόσα εισιτήρια έκοψα σε μια συναυλία των Last Drive; Έκανα ρεκόρ, 320. Ο ένας πάνω στον άλλο!

Το ΑΤ Εξαρχείων παλιότερα έδρευε επί της Αλεξάνδρας. Το 1983 ήρθε ακριβώς απέναντι από τον Πήγασο, Τηλεμάχου και Καλλιδρομίου. Τρελό, ε; Κι όμως δεν είχαμε ποτέ πεσίματα από τους μπάτσους. Εκ των υστέρων κατάλαβα γιατί και πώς. Θα σου πω την αλήθεια, δεν χαμπαριάζω.

Αποφασίζω μια μέρα να πάω στους μπάτσους. Είναι Μάιος, σκάω στο τμήμα, φρικιό εντελώς και ζητάω να μιλήσω με τον διοικητή. Με πάει τελικά ο φύλακας στο γραφείο του, μπαίνω μέσα, τον κοιτάζω, με κοιτάζει και μου λέει: Γεια σου, Κουλούρη, κάθισε, πίνεις; Του φέρνει το όργανο ένα μπουκάλι Cutty Sark και δυο ποτήρια. Έχεις πάθει πλάκα, ε; μου λέει. Δεν με θυμάσαι. Εγώ θυμάμαι όμως πως σε λέγανε παλιά στα Εξάρχεια. «Πιτσιρικά» δε σε φωνάζανε; Έχω μείνει εγώ. Δεν με θυμάσαι από τις πορείες που έτρεχες και ναρωτιέσαι αν ήμουν ρουφιάνος που το έπαιζα αναρχικός, μου λέει. Δεν με ενδιαφέρει, του λέω, οι άνθρωποι αλλάζουν, μόνο τα ντουβάρια δεν αλλάζουν. Ώστε είσαι και ετυμόλογος, λέει κι αρχίζουμε να πίνουμε. Κοιτάξτε να δείτε, του λέω τώρα που ήρθατε εδώ, πείτε μου να ξέρω αν πρέπει να μείνω ή να το κλείσω το μαγαζί για να προλάβω να το ανοίξω την επόμενη σεζόν αλλού. Από μένα δεν θα έχεις κανένα πρόβλημα, μου λέει. Πράγματι δεν με ενόχλησε ποτέ.

Τότε υποτίθεται ότι ανοίγαμε πέντε μέρες την εβδομάδα, στην πραγματικότητα όμως όχι πάνω από δυό-τρεις λόγω οδομαχιών και λοιπών ζόρικων καταστάσεων στην περιοχή. Σαν τώρα θυμάμαι τις επιχειρήσεις του Αρκουδέα. Μπαίνανε μέσα δεκαπέντε γομάρια με στολή και τα κάνανε γης μαδιάμ. Μια φορά τις έφαγα κι εγώ μόλις είπα ότι είμαι ιδιοκτήτης. Μας βγάζουν όλους έξω, μας έχουν παραταγμένους μπροστά σε μια μάντρα, κάνω να βγάλω το τσιγάρο από το στόμα για να μην καούν τα χείλια μου, δώστου άλλη μια γκλομπιά. Σωριάστηκα κι όταν κατάφερα να σηκωθώ δεν με άφησαν καν να μπω στο μαγαζί. Φεύγω λοιπόν δαρμένος, μεθυσμένος, σε άθλια κατάσταση αλλά σκέφτομαι ρε κουφάλες θα γυρίσω στο μαγαζί μου. Κάνω τον κύκλο και ξανασκάω μπροστά τους έτοιμος να με στείλουν στο νοσοκομείο. Θα έπαιρνα τηλέφωνο τη Ντίνα Βαγενά, τη δημοσιογράφο της Ελευθεροτυπίας που ήταν του χώρου μας, να της πω την ιστορία να γράψει έστω κάτι. Περνάω λοιπόν μπροστά από τους μπάτσους βασανιστικά αργά επίτηδες. Αυτοί να με φτύνουν, να με βρίζουν αλλά να μη σηκώνουν χέρι. Μπαίνω τελικά στο μαγαζί, βάζω τέρμα το “From her to eternity” του Nick Cave, βάζω κι ένα διπλό ουίσκι και… τέλος.

Αυτός ο αστυνόμος δεν έκανε ποτέ τίποτα στον Πήγασο. Εκ των υστέρων κατάλαβα γιατί. Εγώ είχα την καύλα του συγκεκριμένου μαγαζιού, έτσι ήθελα να ζήσω. Για την αστυνομία ήταν ό,τι καλύτερο γιατί ελέγχανε όλο το «αριστερό-αναρχο-καλλιτεχνικό-παρανοϊκό-τρομοκρατικό» κόσμο που ερχόταν στον Πήγασο. Εγώ ήθελα το χώρο για τους δικούς μου λόγους, άλλο τόσο όμως το ήθελαν κι αυτοί. Μαζεύονται όλοι εκεί, σου λέει, τους έχουμε κάτω από τα μάτια μας. Γι’ αυτό δεν με κλείνανε. Κι ας σπάσανε τρεις-τέσσερις φορές την ταμπέλα του τμήματος κάτι πάνκηδες που πίνανε βενζίνες. Άσε που θα μπορούσαν να το κλείσουν και γιατί δεν θεωρούσαμε εισιτήρια. Το μόνο που έκανε αυτός ο αξιωματικός στα τρία χρόνια που ήταν εκεί ήταν να στείλει κατά τις 3 ένα μπάτσο να μου ζητήσει ένα μπουκάλι Cutty Sark. Και κάνα δυο φορές ήρθε μόνος του τα ξημερώματα που μάζευα το μαγαζί. Κουλούρη, να πιω ένα ποτό; μου λέει. Μην προσπαθήσεις να με ψαρέψεις, του λέω. Όχι, μου λέει, έλα να πούμε για άλλα, άσχετα. Όντως είπαμε δυο-τρεις μαλακίες, και στο τέταρτο έφυγε. Συνολικά τρία μπουκάλια του έδωσα και κάνα δυο ποτά του σέρβιρα.

Στις 19 Μαΐου 1985 κολλάω κάτι αφίσες για το πάρτι κλεισίματος για το καλοκαίρι, κλειδώνω την πόρτα και όπως κάνω να φύγω βλέπω τον αστυνόμο. Με χαιρετάει, του λέω ότι έχουμε μεγάλο πάρτι για το τέλος της σεζόν, και του χρόνου να ‘μαστε καλά. Δεν κατάλαβες καλά, κλείνεις τώρα οριστικά, μου λέει. Θεοδόση, ήταν σαν να έφαγα ντιρέκτ. Εντολή Αρκουδέα, μέχρι εδώ πήγες, μου λέει. Ξέρεις γιατί; Τον Μάιο του 1985 έγινε το περίφημο Χημείο. Οι περισσότεροι απ’ όσους κλείστηκαν εκεί, ήταν πελάτες του Πήγασου. Δεν λες πάλι καλά που δεν ανατινάχτηκε η Αθήνα με αυτά που υπήρχαν στο υπόγειο του Χημείου. Έτσι μπήκε λοιπόν το λουκέτο στον Πήγασο.

ΡΟΔΟΝ:LIVE! ΤΙΠΟΤΑ ΔΕΝ ΘΑ ΗΤΑΝ ΙΔΙΟ ΜΕ ΠΡΙΝ…

Με το που τελείωσε η ιστορία, ήθελα αμέσως να κάνω μια μετεξέλιξη του Πήγασου, αυτό που έκανα με ελληνικά γκρουπ, να το κάνω με ξένα σε ένα χώρο μεγάλο. Δηλαδή ο Πήγασος ήταν για 200-300 άτομα και ήθελα ένα χώρο που να χωράει 1500-2000. Μέχρι τότε οι συναυλίες γίνονταν κυρίως στο Σπόρτινγκ, τύπου Nick Cave, Police, στο γήπεδο της Νέας Φιλαδέλφειας είχε γίνει του Rory Gallagher, αυτό δηλαδή που είχα στο μυαλό μου δεν υπήρχε μέχρι τότε στην Ελλάδα. Σκεφτόμουν ότι έπρεπε να κάνω το μεγάλο αδερφάκι του Πήγασου. Ή, αν προτιμάς, ότι ο Πήγασος πέρασε την παιδική και εφηβική ηλικία κι έπρεπε να ωριμάσει, να πάει αλλού το έργο, να φέρνω στην Ελλάδα ό,τι πιο φρέσκο συμβαίνει στην ανεξάρτητη rock σκηνή. Μόνο για όρθιους εννοείται πάλι.

Λεφτά για νέο χώρο δεν είχα φυσικά, αλλά σκόπευα να βρω. Στην αρχή κάνω μια κουβέντα με τον Πασχάλη Μουχταρίδη που έγραφε στον Ήχο και τον ήξερα από μικρό, Ζωγραφιώτης κι αυτός. Με τον Διονύση Ποτσολάκη, είχαν την εταιρία Breathless και κάτι έκαναν από ροκ συναυλίες. Το πλάνο ήταν να φέρνουν αυτοί στο νέο μαγαζί τα συγκροτήματα. Οπότε εγώ -σου μιλάω για το 1985- με τα ποδαράκια μου γύρισα όλη την Αθήνα για να βρω χώρο. Είχα απίστευτη κάψα, έψαχνα παντού, είδα άπειρους χώρους αλλά δεν μου έκανε κανένας, οπότε άρχισα να απελπίζομαι. Ήθελα κάτι που να είναι μεν κοντά στο κέντρο, αλλά όχι στην καρδιά του, γιατί είχα περάσει πολλά με τον Πήγασο.

Κάποια στιγμή βρίσκω έναν τρομερό χώρο, Ερμού και Πειραιώς, το μετέπειτα περίφημο +SODA. Ιδανικό σημείο από κάθε άποψη, τρελάθηκα από τη χαρά μου. Στο κτίριο υπήρχε ένα μαγαζάκι με ηλεκτρολογικά. Μπαίνω μέσα -φρικιό ακόμη τότε-, ρωτάω ποιανού είναι ο χώρος, δικός μας, λένε, ρωτάω αν νοικιάζεται, ναι, λένε, και ξεφουρνίζουν ότι και οι ίδιοι τον νοικιάζουν και θέλουν να τον υπενοικιάσουν. Άκου τώρα τιμές το 1986-87: Το νοικιάζουμε 25000δρχ, μου λένε, στο υπενοικιάζουμε 75.000, θέλεις; Από τον ενθουσιασμό μου πρότεινα να τους δώσω μπροστά τα νοίκια ενός χρόνου. Ξέρεις τι ταλαιπωρία έφαγα μετά για 6 μήνες; Κόντεψα να αρρωστήσω, γιατί ήταν 5-6 ιδιοκτήτες που τελικά δεν συμφωνούσαν όλοι με την υπενοικίαση. Τζίφος!

Το Ρόδον κάποτε... (από το αρχείο της εκπομπής Τα Στέκια - Ιστορίες Αγοραίου Πολιτισμού)

Λίγο αργότερα μαθαίνω από ένα φίλο ότι στην οδό Μάρνη υπάρχει ένα παλιό σινεμά που νοικιάζεται. Το Ρόδον ως σινεμά κάποτε μεγαλουργούσε. Ανήκε όμως πια στη Sanyo, τον χρησιμοποιούσε για αποθήκη. Πήγα στα γραφεία τους ψηλά στην Κηφισίας και μου είπαν ότι το ενοίκιο ήταν 1 εκατομμύριο το μήνα και μάλιστα ήθελαν 2 χρόνια προκαταβολή! Κούνησα το μαντήλι και κατέβηκα όλη την Κηφισίας με τα πόδια. Απελπισία!

Στην ομάδα που είχαμε φτιάξει με στόχο το Ρόδον, βάζοντας κάποια λεφτά ο καθένας, είχε μπει και ο Γιώργος Σταυράκης. Μου λέει κάποια στιγμή ότι έχει ένα φίλο πλούσιο που θα μπορούσε να βάλει τα λεφτά. Δε γουστάρω να μπλέξω με λεφτάδες, του λέω, τη φάση μου θέλω να κάνω, να περάσω τη ζωή μου όμορφα και μποέμικα. Ρε μαλάκα, μου λέει, μην κολλάς, σαν κι εμάς είναι ο τύπος, ροκάς, απλά έχει λεφτά, δεν μπορώ όμως να σου πω ποιος είναι, έλα στο σπίτι μου την Κυριακή το βράδυ να τον γνωρίσεις. Φτάνω πρώτος, βάζω ένα ουίσκι και μετά από 10 λεπτά μπαίνει στο σπίτι ένα παιδί με κοντό μαλλί, τζιν παντελόνι, πολύ ευγενικό και ταπεινό. Ποιος είσαι, ρε μεγάλε, του λέω. Έτσι γνώρισα τον Φώτη Μπόμπολα. Τον συμπάθησα αμέσως.

Με τα Εξάρχεια δεν είχε καμία σχέση ο Φώτης. Απλά άκουγε ροκ -αν και είχε άλλη αφετηρία, Σχολή Μωραΐτη κλπ- και είχε τα φράγκα για να γίνει αυτό που ονειρευόμουν: ένας χώρος όπου θα παίζουν στο peak τους τα καλύτερα συγκροτήματα του κόσμου.

Λέω στον Φώτη για τον χώρο στην Πειραιώς, πάμε μαζί με τον μηχανικό του Άκτωρα, παθαίνει πλάκα, αλλά ούτε αυτός καταφέρνει να βγάλει άκρη. Του λέω μετά για τη Μάρνη, εξηγώ ότι το ενοίκιο είναι πολύ υψηλό, μη σε νοιάζει, λέει, πάμε να δούμε το χώρο. Τους αρέσει αμέσως και πάμε στη Sanyo. Με βλέπουν και κάνουν να με πετάξουν έξω. Από εδώ ο κύριος Μπόμπολας, τους λέω. Περάστε, πώς είστε, τι κάνετε, μας λένε αμέσως. Μέσα σε ένα τέταρτο έκλεισε η συμφωνία. Την επομένη ξεκίνησαν οι εργασίες στο χώρο, πάρα πολύ γρήγορα. Έτσι πήρε μπρος το Ρόδον.

Κάναμε τα πρώτα ραντεβού για τις συναυλίες με τα παιδιά της Breathless και τον Χρήστο Δασκαλόπουλο με τον οποίο ήμασταν κολλητοί από τον Πήγασο. Τεράστιος γνώστης, ο μεγαλύτερος στην Ελλάδα, από τους μεγαλύτερους στον κόσμο, ο Χρήστος δεν παίζεται, είναι κάτι απίστευτο, πάντα μπροστά απ’ όλους.

Δεν ξέρω πόσα λεφτά πέσανε για να φτιαχτεί ο χώρος, αλλά σίγουρα δεν ήταν λίγα. Ο Έρικ Μπάρτον στην αυτοβιογραφία του γράφει ότι το Ρόδον είναι το καλύτερο κλαμπ που έχει παίξει στη ζωή του. Πέρα από τα κατασκευαστικά, ο χώρος είχε από την πρώτη στιγμή κάτι παραπάνω, κάτι μαγικό, κάτι που δεν έχει υπάρξει σε άλλο κλαμπ, ούτε στο Gagarin ούτε πουθενά. Κι αυτό το ένιωθαν οι καλλιτέχνες, από τον Ίγκι Ποπ μέχρι τον Ντίζι Γκιλέσπι και τον Άρτσι Σεπ – γιατί κάναμε και πολλές τζαζ συναυλίες για ένα διάστημα που κατά κανόνα δεν τραβούσαν, ειδικά τις καθημερινές. Το τζαζ πείραμα δεν πέτυχε, αξίζουν όμως τα εύσημα στον Θοδωρή Μανίκα που είχε πρωτοστατήσει για να γίνει. Μεγάλος γνώστης και αυτός της μουσικής. Είχε γράψει και το σενάριο της σειράς του MEGA, «Είμαστε στον αέρα». Στο Ρόδον έγιναν πολλά από τα γυρίσματα.

Ο Ντάνυ μπροστά από την κάμερα του Νίκου Τριανταφυλλίδη στο επεισόδιο της εκπομπής τα Στέκια για το Ρόδον

Από τη στιγμή που κλείσαμε το χώρο μέχρι να ανοίξουμε πέρασαν μόνο 4-5 μήνες. Ο Φώτης λόγω του Άκτωρα είχε όλα τα συνεργεία στη διάθεσή του. Οι πρώτοι που έπαιξαν στο Ρόδον ήταν οι Triffids στις 9 Νοεμβρίου 1987. Μια-δύο μέρες νωρίτερα κάναμε πρόβες με τους Yeah και τα Άλλα Μαντάτα.

Ο ωφέλιμος χώρος ήταν 450τμ, πέρα δηλαδή από τα μπαρ, κάτι μικρά καμαρίνια που φτιάξαμε μόνοι μας και τις τουαλέτες που ήταν πολύ μεγάλες, οι γυναικείες δηλαδή, γιατί οι αντρικές ήταν πολύ μικρότερες και μάλιστα τούρκικες – κατά καιρούς μαζεύαμε διάφορα «πτώματα» σφηνωμένα εκεί μέσα μετά τις συναυλίες. Σιγά σιγά λοιπόν ανακαλύπταμε τη χωρητικότητα. Τα πρώτα χρόνια βάζαμε γύρω στα 2000 άτομα μέσα. Έχω κιτάπια με τα κομμένα εισιτήρια, γύρω στα 1800, βάλε κι άλλες 200 προσκλήσεις. Βάζαμε και βάζαμε και βάζαμε…

Έναν όρο είχα θέσει στον Φώτη: να μπαίνουν δωρεάν τα παιδιά από ένα συγκεκριμένο χώρο των Εξαρχείων. Γιατί; μου λέει. Πρώτον γιατί έτσι θέλω, του λέω, και δεύτερον γιατί κάποια άτομα, γύρω στα 100, δεν έχουν λεφτά και δικαιούνται να μπαίνουν δωρεάν. Όταν όμως τα 100 άτομα κόντεψαν να γίνουν 500, υπήρξε πρόβλημα.

Για να πούμε την αλήθεια, ο Μπόμπολας δεν έβγαλε λεφτά από το Ρόδον, το οποίο ήταν παιδί της Άνωσης, η οποία ήταν παιδί του Έθνους, κατά κάποιο τρόπο. Για την ακρίβεια το Ρόδον ήταν το αγαπημένο «αποπαίδι». Τα κόστη λοιπόν ήταν πολύ μεγάλα. Μέσα έμπαινε γενικά το όλο θέμα, άντε να έβγαινε μία ή άλλη όταν είχαμε μεγάλους σπόνσορες τα τσιγάρα.

Εξαρχής το πόστο που ζήτησα να αναλάβω στο Ρόδον ήταν η λεγόμενη λειτουργία εσωτερικού χώρου, μπαρ, γκαρνταρόμπες, παραλαβές, απογραφές, μέχρι και βαψίματα έκανα. Μου άρεσε να βάφω το Ρόδον. Ήταν σαν να βάφω το σπίτι μου. Ο Βασίλης Νικολακάκος ανέλαβε τον ήχο και φώτα. Και ο μακαρίτης πια ο Λευτέρης Υποφάντης το σεκιούριτι, δηλαδή αυτός έκανε τα κανονίσματα με τις εταιρίες κλπ. Υυπεύθυνος ασφάλειας σκηνής ήταν ο Φώτης, ένα ψηλό, όμορφο παλικάρι με αλογοουρά που ακόμη στις συναυλίες δουλεύει.

Μέσω του Μπόμπολα, ο Σταυράκης μου ζητάει χάρη να προσλάβουμε στο ταμείο μια κοπέλα μεγάλης ηλικίας σχετικά, η οποία είχε παντρευτεί για ένα διάστημα τον Σωτήρη «Δανό» Γεωργάκη, ένα πολύ καλό κιθαρίστα από τα Άλλα Μαντάτα, που είχε παίξει και στα «Αδέσποτα σκυλιά» του Πουλικάκου. Η Μαίρη -η περίφημη «Άλις Κούπερ» αποδείχτηκε ότι ήταν, και είναι ακόμη, καταπληκτικό πλάσμα. Επίσης έβαλα στο πόστο των ταμειακών μηχανών στα μπαρ την αδερφή της, την Ελένη. Και το κοριτσάκι της Μαίρης έβαλα να δουλέψει ένα διάστημα στα ταμεία, την Ειρήνη, μακαρίτισσα πια δυστυχώς. Σε πληροφορώ ότι η Μαίρη και η αδερφή της γεννήθηκαν πάμπλουτες. Με νταντάδες μεγάλωσαν. Φύγανε όμως «νύχτα» από την Κωνσταντινούπολη και τα πλούτη γιατί ήταν χίπισες. Μου έχει πει άπειρες ιστορίες η Μαίρη. Τέλος πάντων. Στη γκαρνταρόμπα θυμάμαι ότι έβαλα τη Ρία, την κοπέλα του Λούη από τους Stress, πανκιό κι εκείνη, ερχόταν στον Πήγασο μαζί με τον Νίκο Τριανταφυλλίδη, πιτσιρίκια ακόμη τότε.

«Έναν όρο είχα θέσει στον Φώτη: να μπαίνουν δωρεάν τα παιδιά από ένα συγκεκριμένο χώρο των Εξαρχείων.» Ανδρέας Σιμόπουλος

Στην καθημερινή λειτουργία ο Φώτης δεν μπλεκόταν καθόλου. Είχε τρελαθεί μόνο τους πρώτους μήνες που φτιαχνόταν ο χώρος για να προλάβουμε. Είχε τεράστιο άγχος γιατί ήταν η πρώτη δουλειά που έκανε μετά το στρατό και το ΕΜΠ. Φαντάζομαι ότι στον μπαμπά του δεν άρεσε. Όμως ο Φώτης το έκανε. Κι αυτό είναι προς τιμήν του.

Θυμάμαι τότε που πήγαμε να πάρουμε την άδεια με τον Φώτη, σημείωναν στα χαρτιά ότι σε 450τμ θα έπρεπε να υπάρχουν 120 καρέκλες, τόσα τραπέζια κλπ, άρα 600 άτομα καθήμενοι. Να λέει ο Μπόμπολας ότι θα είμαστε όλοι όρθιοι και να μην καταλαβαίνουν. Δεν χωρούσε το μικρό τους μυαλό ότι θα μπορούσε να υπάρχει ένα κλειστό κλαμπ όπου όλοι θα έβλεπαν τη συναυλία όρθιοι σαν να ήταν σε γήπεδο. Είμαι σίγουρος ότι έπαιξε και το όνομά του ρόλο για να πάρουμε τελικά την άδεια.

Ποια βραδιά να πρωτοξεχωρίσω; Στο βιβλίο (σ.σ. Το Ρόδον:Live! 1987-2005 είναι μια πολύτιμη, εξαντλημένη δυστυχώς πια, coffee table έκδοση σε επιμέλεια Χρήστου Δασκαλόπουλου με άφθονα κείμενα και φωτογραφίες) έβαλα τους Monster Magnet (2004), τους Faithless (1999), τους Ramones (1989), τον Nick Cave (1989) και τον Iggy Pop (1991). Χωρίς τον Iggy δεν πας πουθενά.

Το Ρόδον ήταν απίστευτα ψηλοτάβανο. Κάθε βράδυ που ανοίγαμε το μαγαζί ήταν εντελώς κρύο. Όταν γέμιζε, λόγω του χορού και της αδρεναλίνης κλπ, η διαφορά θερμοκρασίας μεταξύ των ζεστών κορμιών και του κρύου χώρου δημιουργούσε υδρατμούς στους τοίχους. Σε αυτούς τους μαύρους, θεόρατους τοίχους ήταν σαν να τρέχανε ποτάμια νερού.

Το 1996, για να μαθαίνουν και οι μικρότεροι, το Ρόδον, σε συνεργασία με τον Λώρη, που είχε φτιάξει το Δικαίωμα Διάβασης και μετέπειτα Di Di Music, έκαναν το φεστιβάλ Rock of Gods στη Δραπετσώνα. Εκεί ήταν που άνοιξε το κεφάλι του Ίγκι Ποπ. Μέχρι τότε δίναμε τα μπουκάλια του νερού κανονικά. Κάποιος είχε τη φαεινή ιδέα να πετάξει ένα στον Ίγκι, έσκασε στο κεφάλι του και γέμισε αίματα. Έπεσε στον κόσμο με τα αίματα, έχω φωτογραφίες, μου τις έδωσε δηλαδή ο Μπόμπολας. Τότε λοιπόν έβαλα μυαλό και σε όποιο άλλο φεστιβάλ έτρεχα τα μπαρ, έδινα τα νερά χωρίς καπάκι.

Σαλόνι με εισιτήρια των πρώτων χρόνων από το βιβλίο «Ρόδον:Live! 1987-2005»

Ο Ίγκι Ποπ πρωτόπαιξε στο Ρόδον το 1991, μια διοργάνωση της Half Note του Σαχπασίδη. Με το που βγήκε στις 10 παρά 5 ανέβηκε ένας σκασμός κόσμος στα μπαρ, δεν είχε καν νόημα να κάνουν κάτι οι σεκιουριτάδες. Γινόταν κόλαση, δεν μπορείς να φανταστείς. Νομίζω ότι σε εκείνη τη συναυλία κατέβασε το παντελόνι. Να γίνεται, μαλάκα, κόλαση από κάτω με τα κοριτσόπουλα.

Κόλαση και στους Ramones, τους οποίους είχε κλείσει η Pilgrim (σε συμπαραγωγή με την Άνωση), μια εταιρία στην οποία ήταν ο Τάσος Τρύφων, συμμετείχα κι εγώ με ένα ποσοστό και μάλιστα αργότερα κάναμε το ομώνυμο δισκάδικο στη Διδότου. Οι Ramones ήταν το πρώτο όνομα που έκανε πενθήμερο sold out στο Ρόδον το 1991. Ξέρεις ποιος έσπασε το ρεκόρ τους με έξι σερί δηλαδή sold-out; Οι Τρύπες το 1993! Ενώ την πρώτη φορά που οι Τρύπες έπαιξαν στο Ρόδον έκοψαν 240 εισιτήρια, φαντάσου… Εγώ άκουσα πρώτη φορά ένα ντέμο τους στον Πήγασο. Μετά τους έφερε ο Πέτρος (σ.σ. Κουτσούμπας) στο AN και μετά ξεκίνησε η ιστορία στο Ρόδον.

Την τέταρτη βραδιά των Ramones, που τελικά έγιναν συμπαραγωγή με την Άνωση, κάποιοι έκαψαν ένα βαν του ΑΝΤ1 που είχε έρθει έξω από το Ρόδον. Στιγμές απείρου κάλλους στην τηλεόραση…

Το πράγμα με τα ντου άρχισε να στραβώνει όταν οι 100 που είχα πει στον Φώτη ότι ήθελα να μπαίνουν δωρεάν, έγιναν 500 και βάλε. Αν μπουν όλοι δωρεάν, πώς θα έχει ελπίδα να βγάλει έστω τα έξοδα του ο χώρος; Γίνονταν ζόρικα σκηνικά. Θυμάμαι ένα βράδυ να βγαίνω από την κουζίνα και να βλέπω ένα πιτσιρικά να ορμάει στον Αντώνη Λαδικό -ένα μεγάλο κορμί που είχαμε σεκιούριτι- για να τον κατσαβιδιάσει. Τον αρπάζει ο Αντώνης και του λέει: Αλλού αυτά, αγοράκι μου. Είναι κι αυτά μέσα στο παιχνίδι όταν έχεις τέτοιο χώρο.

Δεν ξέρω αν οι μεταλάδες ήταν πάντα το πιο καλό κοινό -όλοι καλοί είμαστε μωρέ- πάντως ήταν τόσο πωρωμένοι που έρχονταν από το μεσημέρι. Κυρίως πιτσιρικάδες δηλαδή, πολλοί με τους μπαμπάδες τους. Εννοείται ότι στις μέταλ συναυλίες -που πριν το Ρόδον δεν γίνονταν στην Αθήνα σε τέτοια κλίμακα- το μπαρ έκανε κατανάλωση μηδέν. Φρόντιζα να γεμίζουμε το μπαρ με πλαστικά ποτήρια με νερό για να μην πάθουν τίποτα τα παιδιά. Σε κάθε συναυλία φεύγανε 2500-3000 ποτήρια. Τα κορίτσια στα μπαρ μόνο νερά σέρβιραν. Έβλεπες δηλαδή με 1000 εισιτήρια είσπραξη 200 ευρώ στα μπαρ, κι αυτά επειδή έπιναν ένα ποτό οι πατεράδες.

Εντάξει, για μένα οι καλύτερες φάσεις γίνονταν στις indie rock συναυλίες. Αν κι αυτό που έγινε στους Faithless, δεν έγινε σε καμία indie rock συναυλία.

Σαλόνι με φωτογραφίες του Χρήστου Κιζατζεκιάν από το ιστορικό live των Faithless

Σοκ πάθανε όλοι και με τον Lux Interior. Σκάει με μαύρο καλσόν και γόβα και μένουν όλοι κάγκελο. Σπάει με το μικρόφωνο το πάτωμα, σκαρφαλώνει στα ηχεία, από κάτω να τον αποθεώνει όλο το Ρόδον, κόλαση.

Στο πρώτο μπαρ είχα βάλει κάτι βαρέλια για να βλέπω τις συναυλίες από ψηλά. Εκεί είχαν πρόσβαση μόνο οι εκλεκτοί. Δηλαδή ο Νίκος Χασσίδ, ο διευθυντής της Άνωσης και του Ρόδον, και ο Μπόμπολας. Στην παγομηχανή δίπλα στεκόταν ο κολλητός μου, το «βουνό», ο Χρήστος Δασκαλόπουλος. Ένα βράδυ -δε θυμάμαι, ρε γαμώτο, σε ποια συναυλία ήταν, ίσως στους Soul II Soul- έρχεται ο Μπόμπολας και μου λέει: «Ντάνυ, να σου γνωρίσω την κυρία Λάσκαρη». Ναι, τη γνωστή…

Πιστεύω ότι κάθε ιστορία σε αυτή τη ζωή που ζούμε έχει μια αρχή κι ένα τέλος. Πάντα υπάρχει η άνοδος και η πτώση. Αυτό που έγινε στο Ρόδον ήταν μαγικό, δεν είχε γίνει ποτέ πριν, ούτε όμως έγινε ποτέ ξανά μετά. Ξέρω γιατί δεν είχε γίνει πριν, δεν ξέρω όμως γιατί δεν έχει ξαναγίνει από τότε. Ίσως ο κόσμος τη συγκεκριμένη περίοδο να ήταν το βασικό συστατικό της μαγιάς. Μέχρι να ανοίξει το Ρόδον δεν είχε υπάρξει κάτι παρόμοιο. Η Ελλάδα ήταν στερημένη. Υπήρχε όμως ένα ροκ υπόβαθρο στον κόσμο για να υποστηρίξει όλη αυτή την ιστορία. Κατά τη γνώμη μου αυτό πια δεν υπάρχει. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν καταπληκτικά γκρουπ. Πάντα θα υπάρχουν. Εγώ σου μιλάω για κάτι άλλο. Αυτή η ιστορία έκανε τον κύκλο της όπως όλες, από την άλλη όμως άλλαξε και το κοινό εκείνη την περίοδο. Για τον ίδιο λόγο που δεν έχει υπάρξει δεύτερο Ρόδον, δεν έχει υπάρξει και δεύτερος Ρόδον FM. Άλλο μεγάλο κεφάλαιο και αυτό…

Ο Φώτης για τα οικονομικά στο Ρόδον δεν γκρίνιαξε ποτέ. Πιστεύω όμως το εξής: Όταν σαραντάρισε, έσφιξαν οι κώλοι, δεν ήταν πια ένα παιδάκι που έκανε την καύλα του κι ας φώναζε ο μπαμπάς του. Όταν μεγάλωσε και ανέλαβε ένα σκέλος των επιχειρήσεων της οικογένειας, άρχισε να ζορίζεται. Αυτή είναι η προσωπική μου γνώμη.

Αν έβγαζε λεφτά το Ρόδον, θα είχαν γίνει άλλα δέκα μετά. Θα μου πεις υπήρχε προσωπικό για να τα στελεχώσει; Μάλλον όχι, αλλά τα φράγκα λύνουν πολλά προβλήματα. Κι ας δημιουργούν άλλα.

Το peak στο Ρόδον νομίζω ότι ήρθε μια δεκαετία μετά το άνοιγμα, γύρω στο 1997. Το κλίμα μέχρι τα 15 χρόνια παρέμεινε μια χαρά. Μετά άρχισε να χαλάει. Δηλαδή τα τελευταία τρία-τέσσερα χρόνια ήταν πια έκδηλο ότι δεν πήγαινε καλά το πράγμα, ανοίγαμε λιγότερες μέρες. Τα τελευταία χρόνια αιωρούνταν πάνω από τα κεφάλια μας το σύννεφο. Κλείνει-δεν κλείνει, κλείνει-δεν κλείνει… Όταν επιβεβαιώθηκε, στη δεκαοχταετία πάνω, ήταν η μεγαλύτερη φρίκη.

Το Ρόδον σήμερα... (από το αρχείο της εκπομπής Τα Στέκια - Ιστορίες Αγοραίου Πολιτισμού)

Δεν υπήρξε ακριβώς επίσημη ανακοίνωση, αλλά φαινόταν το πράγμα, λιγόστευαν οι συναυλίες, το συζητούσαμε στα πηγαδάκια με τον Νίκο Χασσίδ, τον γενικό διευθυντή της Άνωσης. Ντάνυ, μου έλεγε, θα το κλείσει αργά ή γρήγορα ο Φώτης.

Από το τελευταίο βράδυ (σ.σ. 29/5/2005) με τον Steve Wynn και τους Yeah θυμάμαι μια γενική κόλαση. Λιώμα όλοι. Στο τέλος μείναμε καμιά πενηνταριά άτομα, προσωπικό, φίλοι, μέλη από μπάντες. Πάρτε σκεπάρνια, βαριοπούλες, λέω, σπάστε και πάρτε ό,τι βρείτε μπροστά σας. Λέω και στις κοπέλες των μπαρ να σερβίρουν όλα τα μπουκάλια και αρχίζουμε να μπεκροπίνουμε όλοι. Λιώμα γίναμε. Ο καθένας πήρε κάτι. Άλλος ένα σκαμπό, άλλος ένα κομμάτι του μπαρ, εγώ μια τεράστια αφίσα του Iggy Pop που είχαμε απ’ έξω. Δεν την έχω κρεμάσει ποτέ μέχρι σήμερα.

Εγώ έκλεισα τελευταίος την πόρτα. Γενικά τελευταίος έφευγα πάντα εγώ γιατί μετά τις συναυλίες έπρεπε να κάνω τον οικονομικό απολογισμό των μπαρ. Έφευγα κι έμενε ο νυχτοφύλακας, ο κύριος Ντίνος. Την τελευταία φορά νομίζω ότι είχε ξημερώσει. Όλοι φύγαμε κλαίγοντας. Όσο κι αν προετοιμάζεσαι, όσο κι αν το βλέπεις να έρχεται, πάντα ελπίζεις σε ένα θαύμα.

Αφού έγινε σούπερ μάρκετ έκανα 7-8 χρόνια για να περάσω από εκεί. Δεν άντεχα. Σχεδόν στα 15 χρόνια πήρα την απόφαση και μπήκα μέσα. Περπάτησα στους διαδρόμους και μετά πήρα τα ποδαράκια μου κι έφυγα. Δεν αντέχεται το πράγμα. Και δεν το λέω μόνο εγώ. Όλοι όσοι έζησαν το Ρόδον έχουν να το λένε. Ήταν ένα λουλούδι μέσα στα σκατά της Αθήνας. Ερχόσουν στο Ρόδον και ήταν σαν ψυχοθεραπευτήριο. Ερχόσουν ακόμη και σε συναυλίες που δεν γούσταρες γιατί ήξερες ότι θα φύγεις «καινούριος».

Το Ρόδον για μένα ήταν ένας χώρος πολιτισμού, ομορφιάς, κουλτούρας, αλλαγής, αναπνοής. Ήταν ο ουρανός.

ΝΤΑΝΥ ΑΠΟ ΠΟΥ ΚΙ ΩΣ ΠΟΥ;

Τώρα που το σκέφτομαι, όλη αυτή η ιστορία με το «Ντάνυ» κρατάει 50 χρόνια, από τα 18-19 μου. Άρχισε τότε μια φίλη να με φωνάζει έτσι από τον «Κόκκινο Ντάνυ» του Γαλλικού Μάη, τον Ντανιέλ Κον-Μπεντίτ. Είχα κι εγώ ξανθά μαλλιά, έτρεχα στις πορείες των αναρχικών, είχα μπει στα κόλπα των Εξαρχείων. Στην πλάκα το πήρα -αν και δεν με χάλασε γιατί ήμουν μαγεμένος με ό,τι άφησε πίσω του το ποτάμι του Μάη- όμως τελικά μου έμεινε. Κωνσταντίνο με λένε κανονικά.

Η πλάκα είναι ότι ο μακαρίτης ο Νίκος Χασσίδ, ο διευθυντής της Άνωσης, λεγόταν Ισαάκ κανονικά. Σκληρό παιδί ο Νίκος στις διαπροσωπικές του σχέσεις και δεν ήθελε να χάσει τον τίτλο του καλλιτεχνικού διευθυντή του Ρόδον, αν και τις συναυλίες τις προμόταρε κυρίως ο Μανώλης Κιλισμανής. Τέλος πάντων, από την επομένη της γνωριμίας μας αρχίζει να με φωνάζει Δανιήλ. Νίκο, του λέω, δεν με λένε Δανιήλ. Το βιολί του αυτός. Έξι μήνες προσπαθούσα να τον πείσω. Στο τέλος φώναζε Δανιήλ κι απαντούσα για να τελειώνουμε.

«Το Ρόδον για μένα ήταν ένας χώρος πολιτισμού, ομορφιάς, κουλτούρας, αλλαγής, αναπνοής. Ήταν ο ουρανός.» Ανδρέας Σιμόπουλος

Γενικά δεν ήθελα να δουλεύω πάρα πολύ στη ζωή μου. Ήθελα να έχω χρόνο για μένα, για να περνάω καλά με τους δικούς μου όρους. Ήθελα να έχω χρόνο για να αλητεύω, να περπατάω ασκόπως, που λέει και ο Αγγελάκας.

Το θέμα είναι τι μένει στο τέλος. Τι σκέφτεσαι όταν κοιτάς πίσω. Γούσταρες αυτά που έκανες; Έζησες ωραίες εμπειρίες; Εγώ έζησα όπως ακριβώς ήθελα να ζήσω. Έφτιαξα τη δική μου ρωγμή στην ιστορία. Και έζησα μέσα σε αυτή.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα