ΔΕΗ
iStock

ΟΛΑ ΓΙΑ ΤΗΝ “ΤΕΡΕΖΑ”: ΦΟΒΟΙ, ΜΥΘΟΙ ΚΑΙ ΑΛΗΘΕΙΕΣ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΙΣ ΚΑΤΣΑΡΙΔΕΣ

Η κατσαρίδα προκαλεί φόβο, αποστροφή και αμέτρητες ιστορίες, αλλά και πολλές παρανοήσεις γύρω από τις συνήθειες και την περίφημη ανθεκτικότητά της. Τι ισχύει πραγματικά για τον ανεπιθύμητο καλοκαιρινό επισκέπτη του σπιτιού μας;

Άλλοι τη φοβούνται, άλλοι αηδιάζουν και άλλοι σηκώνουν την –κατά πάσα πιθανότητα Birkenstock– παντόφλα τους και την κυνηγούν ατρόμητα από δωμάτιο σε δωμάτιο, μέχρι να εξοντώσουν το «θεριό» και να ανακηρυχθούν ήρωες του σπιτιού.

Σχεδόν όλοι έχουν να αφηγηθούν μια ιστορία από κάποια απρόσμενη συνάντηση με μια κατσαρίδα ή «Τερέζα», όπως μάθαμε να τη λέμε τα παιδιά των ’80s και των ’90s. Είτε στην κουζίνα, είτε στο μπάνιο, είτε στο μπαλκόνι ή, στη χειρότερη περίπτωση, την ώρα που πετούσε ξαφνικά μέσα στο δωμάτιο. Γύρω από τις κατσαρίδες κυκλοφορούν μύθοι και αστικοί θρύλοι, ενώ η ανθεκτικότητα και οι συνήθειές τους εξακολουθούν να προκαλούν φόβο και απορίες.

Ποιοι κίνδυνοι συνδέονται, όμως, στην πραγματικότητα με την παρουσία τους;  Γιατί εμφανίζονται συχνότερα το καλοκαίρι; Ποιες από τις διαδεδομένες αντιλήψεις γύρω από τις κατσαρίδες ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και ποιες όχι; Ποιοι είναι οι πιο αποτελεσματικοί τρόποι αντιμετώπισής τους σε οικιακό και αστικό περιβάλλον;

Απευθυνθήκαμε στο Μπενάκειο Φυτοπαθολογικό Ινστιτούτο όπου μιλήσαμε με τον ερευνητή εντομολόγο και προϊστάμενο του εργαστηρίου εντόμων και παρασίτων υγειονομικής σημασίας Αντώνη Μιχαηλάκη καθώς και στον πρόεδρο του Συνδέσμου Απεντομώσεων Μυοκτονιών Ελλάδος (Σ.Ε.Α.Μ.Ε.) Γιώργο Λάμπρου, προκειμένου να διαχωρίσουμε τις παρανοήσεις από την πραγματικότητα.

Αν δεις μία κατσαρίδα, υπάρχουν δεκάδες κρυμμένες

Η αλήθεια βρίσκεται κάπου στη μέση – και εξαρτάται από το είδος της κατσαρίδας, την ώρα που εμφανίστηκε και το σημείο στο οποίο τη συναντήσαμε.

«Η κατσαρίδα είναι ένα νυχτόβιο έντομο, δεν της αρέσει το φως. Αν δούμε κατσαρίδες τη μέρα, σημαίνει ότι όντως κάπου μπορεί να υπάρχει μεγάλος πληθυσμός», εξηγεί ο ερευνητής εντομολόγος Αντώνης Μιχαηλάκης.

Αν, αντίθετα, τη συναντήσουμε τη νύχτα, όταν κάνουμε την κλασική επίσκεψη στην κουζίνα για ένα ποτήρι νερό, η εμφάνισή της δεν αποδεικνύει απαραίτητα ότι το σπίτι έχει καταληφθεί από ολόκληρη αποικία. «Αν τη δούμε τυχαία το βράδυ, είναι μέσα στη βιοοικολογία της», σημειώνει.

Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται όταν εμφανίζονται οι μικρές γερμανικές κατσαρίδες. Σε αντίθεση με μια μεγάλη κατσαρίδα που μπορεί να μπήκε τυχαία από έξω, η παρουσία του μικρού είδους συνδέεται συχνότερα με εγκατεστημένο πληθυσμό μέσα στο κτίριο.

«Αν φτάσουμε να δούμε το μικρό κατσαριδάκι, σημαίνει ότι πρέπει να πάμε γρήγορα σε έναν ειδικό για σχετική απεντόμωση», τονίζει ο κ. Μιχαηλάκης.

Οι κατσαρίδες εμφανίζονται μόνο στα βρώμικα σπίτια

Μια κατσαρίδα στην κουζίνα δεν σημαίνει απαραίτητο ότι έχουμε αποτύχει στην καθαριότητα. Ακόμη και ένα πεντακάθαρο σπίτι μπορεί να δεχτεί ανεπιθύμητες επισκέψεις, ιδιαίτερα όταν το πρόβλημα ξεκινά από την αποχέτευση, τα φρεάτια ή κάποιο γειτονικό κτίριο.

«Το σπίτι μπορεί να είναι καθαρό, αλλά να μην έχει γίνει σωστή καταπολέμηση, για παράδειγμα, στον βόθρο. Μπορεί να θεωρούμε ότι ο βόθρος βρίσκεται έξω από το σπίτι, αλλά στην ουσία αποτελεί μέρος του», επισημαίνει ο κ. Μιχαηλάκης.

Στις πόλεις, μάλιστα, το αποχετευτικό δίκτυο λειτουργεί περίπου σαν ένα υπόγειο σύστημα μετακίνησης για τις κατσαρίδες. Ή, όπως το περιγράφει ο ίδιος, «έχουμε δημιουργήσει κάτι σαν λεωφόρους για τις κατσαρίδες, ώστε να επικοινωνούν μεταξύ των σπιτιών».

Αυτό σημαίνει ότι μια εστία μπορεί να βρίσκεται αρκετά μακριά, αλλά τα έντομα να καταλήγουν μέσω του δικτύου στις σωληνώσεις και στα φρεάτια μιας πολυκατοικίας. Η καθαριότητα, επομένως, είναι απολύτως απαραίτητη, αλλά δεν αρκεί από μόνη της. Χρειάζεται συντήρηση των αποχετεύσεων, σφράγιση ρωγμών και ανοιγμάτων και συντονισμένη αντιμετώπιση σε ολόκληρο το κτίριο.

Η κατσαρίδα μπορεί να ανέβει από το σιφόνι

Αυτό, δυστυχώς, δεν είναι μύθος.

Οι κατσαρίδες συχνάζουν σε αποχετεύσεις, φρεάτια, βόθρους και σηπτικές δεξαμενές, όπου βρίσκουν υγρασία, προστασία και οργανικό υλικό. Από εκεί μπορούν να περάσουν σε σπίτια και κοινόχρηστους χώρους μέσω των σωληνώσεων.

«Μπορούν μέσα από το δίκτυο αποχέτευσης να έρχονται και στις δικές μας πολυκατοικίες και στα σπίτια», αναφέρει ο κ. Μιχαηλάκης, επιβεβαιώνοντας ότι η είσοδός τους από σιφόνια και άλλα ανοίγματα είναι απολύτως πιθανή.

Για τον λόγο αυτό, τα φρεάτια πρέπει να παραμένουν να συντηρούνται, ενώ χαραμάδες, ρωγμές και ανοίγματα γύρω από σωληνώσεις χρειάζεται να σφραγίζονται.

Όλες οι κατσαρίδες είναι ίδιες

Μπορεί όλες να προκαλούν περίπου την ίδια αντίδραση σε εκείνους που τις φοβούνται, όμως δεν ανήκουν όλες στο ίδιο είδος. Περισσότερα από 3.500 είδη κατσαρίδων έχουν καταγραφεί παγκοσμίως, αλλά στο ελληνικό αστικό περιβάλλον τρία είναι εκείνα που μας απασχολούν κυρίως:

Η ανατολική κατσαρίδα (Blatta orientalis) έχει μήκος περίπου 25 χιλιοστά και χρώμα από γυαλιστερό μαύρο έως κοκκινωπό καφέ.

Η γερμανική κατσαρίδα (Blattella germanica) είναι πολύ μικρότερη, περίπου 13 έως 16 χιλιοστά, με ανοιχτό καφέ χρώμα. Είναι το μικρό «κατσαριδάκι» που προκαλεί τη μεγαλύτερη ανησυχία όταν εντοπίζεται μέσα σε κατοικία, καθώς μπορεί να υποδηλώνει εγκατεστημένη προσβολή.

Η αμερικανική κατσαρίδα (Periplaneta americana) είναι η μεγαλύτερη από τις τρεις, με μήκος που μπορεί να φτάσει από 34 έως 53 χιλιοστά και χαρακτηριστικό κοκκινωπό καστανό χρώμα.

Τα ονόματά τους, πάντως, δεν αποκαλύπτουν την πραγματική καταγωγή ή τη σημερινή γεωγραφική εξάπλωσή τους. Συνδέονται κυρίως με την περιοχή από την οποία προήλθε το δείγμα της πρώτης επιστημονικής καταγραφής.

Χαρακτηριστικό είναι το χιουμοριστικό περιστατικό που μου αφηγείται ο κ. Μιχαηλάκης για έναν συνάδελφό του, ο οποίος κλήθηκε να αντιμετωπίσει πρόβλημα κατσαρίδων στη ρωσική πρεσβεία μιας γειτονικής χώρας. Όταν ανακοίνωσε ότι είχε εντοπίσει την «αμερικανική κατσαρίδα», χρειάστηκε αρκετή ώρα για να εξηγήσει ότι δεν επρόκειτο για αμερικανικό σαμποτάζ, αλλά απλώς για την επιστημονική ονομασία του είδους.

Οι κατσαρίδες δαγκώνουν και πίνουν αίμα

Οι κατσαρίδες δεν είναι αιμομυζητικά έντομα και δεν διαθέτουν τα κατάλληλα στοματικά μόρια για να τραφούν με αίμα.

«Δεν έχουν τη δυνατότητα να πάρουν αίμα. Μας φοβούνται, δεν πρόκειται να μας επιτεθούν», ξεκαθαρίζει ο κ. Μιχαηλάκης.

Τα στοματικά τους μόρια είναι προσαρμοσμένα για μάσημα, ροκάνισμα και ξύσιμο. Τρέφονται με σχεδόν κάθε μορφή οργανικής ύλης: υπολείμματα τροφών, ακαθαρσίες, τρίχες, εκκρίματα, ξερό αίμα και νεκρά έντομα. Όταν δεν βρίσκουν κάτι πιο ελκυστικό, μπορούν να στραφούν ακόμη και σε βιβλιοδεσίες, ταπετσαρίες, ρούχα ή παπούτσια.

Το γεγονός ότι δεν μας θεωρούν γεύμα, βέβαια, δεν τις κάνει ακίνδυνες.

Αλήθεια: μπορούν να μεταφέρουν παθογόνους μικροοργανισμούς

Οι κατσαρίδες κινούνται μεταξύ αποχετεύσεων, απορριμμάτων, ακαθαρσιών, επιφανειών και τροφίμων. Επομένως, μπορούν να μεταφέρουν μηχανικά παθογόνους μικροοργανισμούς με τα πόδια και τα στοματικά τους μόρια.

«Είναι το πού συχνάζουν, αυτό είναι το πρόβλημα. Έχουν κακές συνήθειες, οπότε, ερχόμενες στα τρόφιμά μας, μεταφέρουν και όλα αυτά τα προβλήματα», επισημαίνει ο κ. Μιχαηλάκης.

Σύμφωνα με τον ίδιο, υπάρχουν αναφορές για μεταφορά βακτηρίων και άλλων παθογόνων, όπως Escherichia coli, σαλμονέλα και σταφυλόκοκκος. Επιπλέον, οι κατσαρίδες συχνά αφοδεύουν την ώρα που τρέφονται, γεγονός που δημιουργεί έναν ακόμη πιθανό μηχανισμό επιμόλυνσης.

Ο κίνδυνος αφορά κυρίως τρόφιμα που παραμένουν ακάλυπτα ή επιφάνειες στις οποίες προετοιμάζεται φαγητό. Για αυτό χρειάζεται σωστή αποθήκευση των τροφίμων, καθημερινή απομάκρυνση των οργανικών απορριμμάτων και σχολαστικός καθαρισμός.

«Γενικότερα, τα τρόφιμα καλό είναι να τα προσέχουμε», συνοψίζει ο κ. Μιχαηλάκης, υπενθυμίζοντας ότι το ίδιο ισχύει και για άλλα έντομα, όπως οι μύγες.

Αν την ψεκάσεις μέχρι να ασπρίσει το πάτωμα, το πρόβλημα λύθηκε

Ο αλόγιστος ψεκασμός μπορεί να σκοτώσει την κατσαρίδα που βρίσκεται μπροστά μας. Δεν σημαίνει, όμως, ότι αντιμετωπίστηκε η εστία.

«Εκείνη την ώρα θέλουμε γρήγορο αποτέλεσμα, να δούμε ανάποδα την κατσαρίδα. Ο ψεκασμός μπορεί να σκοτώσει αυτήν που είδες, αλλά δεν έχεις λύσει το πρόβλημά σου», εξηγεί ο κ. Μιχαηλάκης.

Σε σημεία όπου δεν μπορεί να γίνει ψεκασμός, όπως κοντά σε ηλεκτρολογικούς πίνακες ή σε χώρους τροφίμων, χρησιμοποιούνται ειδικά δολώματα σε μορφή γέλης. Η κατσαρίδα προσελκύεται από το δόλωμα, καταναλώνει τη δραστική ουσία και μπορεί να πεθάνει αργότερα κοντά ή μέσα στη φωλιά της.

«Τα τζελ είναι πολύ καλό μέτρο ώστε να μην ψεκάζει κανείς αλόγιστα το σπίτι του. Μπορείτε να τα τοποθετήσετε πίσω από το ψυγείο ή κάτω από τον νεροχύτη, ώστε να μην κινδυνεύσει κανείς», αναφέρει.

Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται στη χρήση των σκευασμάτων. Πρέπει να χρησιμοποιούνται αποκλειστικά εγκεκριμένα βιοκτόνα, τα οποία φέρουν αριθμό έγκρισης από το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, και πάντοτε σύμφωνα με τις οδηγίες της ετικέτας.

Αλήθεια: Η καθαριότητα είναι η πρώτη γραμμή άμυνας

Το γνωστό «η καθαριότητα είναι μισή αρχοντιά» αποκτά πολύ πρακτική σημασία όταν μιλάμε για κατσαρίδες.

Υπολείμματα φαγητού, ακάλυπτα τρόφιμα, οργανικά απορρίμματα, λίπη και σημεία που δεν καθαρίζονται συχνά μπορούν να τους προσφέρουν τροφή και καταφύγιο. Ντουλάπια, συρτάρια, αποθήκες και βαριά έπιπλα που παραμένουν ακίνητα για μεγάλα χρονικά διαστήματα είναι πιθανό να εξελιχθούν σε ιδανικές κρυψώνες.

«Ειδικά αν έχουμε αφήσει υπολείμματα τροφίμων, θα πάει εκεί», αναφέρει ο κ. Μιχαηλάκης για την κουζίνα, τον χώρο όπου εντοπίζονται συχνότερα.

Αντίστοιχη προσοχή απαιτείται και στα ξενοδοχεία, όπου δίσκοι και πιάτα από υπηρεσία δωματίου δεν πρέπει να παραμένουν για ώρες στους διαδρόμους. Όπως σημειώνει ο ίδιος, εκτός από κατσαρίδες μπορεί να προσελκύσουν ακόμη και τρωκτικά.

Η πρόληψη περιλαμβάνει καθημερινή απομάκρυνση των σκουπιδιών, σωστή φύλαξη των τροφίμων, καθαρισμό δύσκολων σημείων και εξάλειψη κάθε πιθανού ανοίγματος που μπορεί να λειτουργήσει ως είσοδος ή καταφύγιο.

Οι κατσαρίδες μπορούν να επιβιώσουν από πυρηνική καταστροφή

Η εικόνα της κατσαρίδας που ξεπροβάλλει ατάραχη μέσα από τα συντρίμμια μετά το τέλος του κόσμου είναι περισσότερο κινηματογραφική παρά επιστημονική.

Οι κατσαρίδες, όπως και αρκετά άλλα έντομα, ενδέχεται να αντέχουν σε ορισμένες περιβαλλοντικές πιέσεις περισσότερο από πολλούς σπονδυλωτούς οργανισμούς. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι είναι άτρωτες στη ραδιενέργεια ή ότι θα επιβιώσουν χωρίς πρόβλημα από μια πυρηνική καταστροφή.

Πειραματικά δεδομένα δείχνουν ότι η έκθεσή τους σε γ-ακτινοβολία επηρεάζει σημαντικά την επιβίωση και μειώνει το προσδόκιμο ζωής τους. Επιπλέον, υπάρχουν άλλα έντομα που εμφανίζουν μεγαλύτερη αντοχή στην ακτινοβολία.

Η «ανίκητη κατσαρίδα», επομένως, αποτελεί έναν από τους πιο επίμονους μύθους γύρω από το έντομο – και πιθανότατα έναν από τους ελάχιστους λόγους για τους οποίους έχει αποκτήσει σχεδόν υπερφυσική φήμη.

Γιατί τις φοβόμαστε τόσο πολύ;

Το ερώτημα δεν μπορεί να απαντηθεί με μονοσήμαντο τρόπο. Μια πρώτη προσέγγιση είναι ότι ο φόβος για τα έντομα συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με το αίσθημα της αηδίας, το οποίο προκαλείται από τον τρόπο διαβίωσής τους σε περιβάλλοντα με αυξημένο μικροβιακό και μολυσματικό φορτίο.

Πιο συγκεκριμένα, επιστημονική μελέτη εξέτασε κατά πόσο ο φόβος των ανθρώπων απέναντι στα έντομα είναι εξελικτικά δικαιολογημένος, όπως συμβαίνει με τα μεγάλα άγρια ζώα, ή αν σχετίζεται κυρίως με συναισθηματικούς και κοινωνικούς παράγοντες.

Οι συμμετέχοντες κλήθηκαν να αξιολογήσουν εικόνες εντόμων, κατηγοριοποιώντας την αντίδρασή τους σε τέσσερις διαστάσεις: φόβο δαγκώματος, φόβο μόλυνσης, φόβο προσβολής ή εξάπλωσης και αίσθημα αηδίας. Συνολικά, τα αποτελέσματα έδειξαν ότι ο φόβος απέναντι στα έντομα δεν αποδίδεται αποκλειστικά σε έναν πραγματικό κίνδυνο, αλλά επηρεάζεται σημαντικά από τις υποκειμενικές αντιλήψεις περί αποστροφής και πιθανής μόλυνσης.

Ενδεικτικά, στη σφήκα το ποσοστό φόβου που συνδεόταν με την αντίληψη κινδύνου έφτασε το 100%, ενώ στην κατσαρίδα η κατανομή ήταν σχεδόν ισομερής: περίπου 46% λόγω αντιληπτού κινδύνου και 54% λόγω αηδίας.

«Το φοβάσαι, αλλά δεν ξέρεις ακριβώς γιατί το φοβάσαι. Πιο πολύ αηδιάζεις με αυτά που έχεις ακούσει», παρατηρεί χαρακτηριστικά ο κ. Μιχαηλάκης, εξηγώντας ότι, σε αντίθεση με μια σφήκα που μπορεί να προκαλέσει άμεσο πόνο με το τσίμπημά της, η κατσαρίδα ενεργοποιεί κυρίως τον φόβο της μόλυνσης και το αίσθημα της αποστροφής.

Πότε πρέπει να καλέσουμε ειδικό;

Η εμφάνιση μίας μεγάλης κατσαρίδας δεν σημαίνει πάντοτε ότι απαιτείται άμεση γενική απεντόμωση. Όταν, όμως, οι εμφανίσεις επαναλαμβάνονται, όταν εντοπίζονται κατσαρίδες την ημέρα ή όταν εμφανίζονται μικρές γερμανικές κατσαρίδες, η παρέμβαση επαγγελματία κρίνεται απαραίτητη.

«Αν παρατηρεί κανείς συνέχεια πρόβλημα, καλό είναι να απευθυνθεί σε έναν ειδικό», αναφέρει ο κ. Μιχαηλάκης.

Ο επαγγελματίας θα εντοπίσει την εστία, θα αξιολογήσει το είδος και την έκταση της προσβολής και θα επιλέξει την κατάλληλη μέθοδο: απευθείας εφαρμογή σε φρεάτια και εστίες, υπολειμματικό ψεκασμό στις διαδρομές κίνησης ή δολώματα σε μορφή γέλης.

Η συχνότητα των εφαρμογών δεν είναι ίδια για κάθε χώρο. Σε ξενοδοχεία και μεγάλες επιχειρήσεις απαιτείται συστηματικό πρόγραμμα, συνήθως πριν από το άνοιγμα, μετά το κλείσιμο και κατά τη διάρκεια της λειτουργίας τους. Στις πολυκατοικίες, η συχνότητα εξαρτάται από την ένταση και την επανεμφάνιση του προβλήματος.

Ο πρόεδρος του Συνδέσμου Απεντομώσεων Μυοκτονιών Ελλάδος, Γιώργος Λάμπρου, επισημαίνει ότι οι πολίτες και οι επαγγελματίες πρέπει να απευθύνονται αποκλειστικά σε νομίμως λειτουργούσες και αδειοδοτημένες επιχειρήσεις καταπολέμησης εντόμων και τρωκτικών. Οι επιχειρήσεις αυτές διαθέτουν την απαιτούμενη κατάρτιση, χρησιμοποιούν εγκεκριμένα βιοκτόνα και σχεδιάζουν εξατομικευμένο πρόγραμμα αντιμετώπισης, προσαρμοσμένο στις ιδιαιτερότητες κάθε χώρου.

Ο κατάλογος των νομίμως λειτουργουσών επιχειρήσεων καταπολέμησης εντόμων και τρωκτικών είναι διαθέσιμος μέσω του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, ενώ ο ΣΕΑΜΕ δημοσιεύει και κατάλογο των επιχειρήσεων-μελών του.

Ο ρόλος των Δήμων

Η καταπολέμηση των κατσαρίδων δεν μπορεί να περιορίζεται στο εσωτερικό ενός διαμερίσματος. Όταν οι εστίες βρίσκονται σε δημοτικά φρεάτια, υπονόμους, χώρους συγκέντρωσης απορριμμάτων ή άλλες κοινόχρηστες υποδομές, η ατομική προσπάθεια δεν αρκεί.

«Δεν πρέπει και οι Δήμοι να φροντίσουν με τη σειρά τους σε κάποιες περιοχές όπου έχουμε έντονο πρόβλημα; Τα φρεάτια είναι ένα μεγάλο θέμα», επισημαίνει ο κ. Μιχαηλάκης.

Η εικόνα, πάντως, δεν είναι ενιαία σε ολόκληρη τη χώρα. Όπως εξηγεί ο κ. Λάμπρου, υπάρχουν Δήμοι που εφαρμόζουν οργανωμένα προγράμματα διαχείρισης επιβλαβών οργανισμών, ενώ σε άλλους καταγράφονται περιθώρια βελτίωσης, κυρίως ως προς τον σχεδιασμό, τη συστηματικότητα των παρεμβάσεων και την παρακολούθηση των αποτελεσμάτων.

«Η εικόνα διαφέρει σημαντικά από Δήμο σε Δήμο», αναφέρει, υπογραμμίζοντας παράλληλα ότι ακόμη και ένα καλά οργανωμένο δημοτικό πρόγραμμα μπορεί να υπονομευθεί από γειτονικούς ιδιωτικούς χώρους στους οποίους δεν πραγματοποιούνται οι απαραίτητες παρεμβάσεις. Τέτοιοι χώροι μπορούν να λειτουργήσουν ως εστίες αναπαραγωγής και να τροφοδοτούν διαρκώς με νέους πληθυσμούς μια ολόκληρη περιοχή.

Επιπλέον, δεν υπάγονται όλοι οι κοινόχρηστοι χώροι στην ευθύνη των Δήμων. Ανάλογα με την περίπτωση, αρμοδιότητες μπορεί να έχουν οι Περιφέρειες, οι εταιρείες ύδρευσης και αποχέτευσης ή άλλοι δημόσιοι φορείς. Συνεπώς, η αποτελεσματική αντιμετώπιση απαιτεί συντονισμό μεταξύ των αρμόδιων υπηρεσιών, των επαγγελματιών του κλάδου και των πολιτών.

Σύμφωνα με τον πρόεδρο του ΣΕΑΜΕ, προτεραιότητα πρέπει να δίνεται στα δίκτυα αποχέτευσης, στα φρεάτια, στους χώρους συγκέντρωσης απορριμμάτων, στους υπόγειους κοινόχρηστους χώρους και στις εγκαταστάσεις αυξημένης υγειονομικής σημασίας, όπως σχολεία, παιδικοί σταθμοί, γηροκομεία, νοσοκομεία, αθλητικές εγκαταστάσεις και δημοτικά κτίρια. Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζονται επίσης οι χώροι παρασκευής, αποθήκευσης και διάθεσης τροφίμων.

Η συχνότητα των παρεμβάσεων δεν μπορεί να καθορίζεται με έναν οριζόντιο κανόνα για όλες τις περιοχές. Πρέπει να προσαρμόζεται στα ευρήματα των επιθεωρήσεων, στις τοπικές συνθήκες, στην εποχική δραστηριότητα των εντόμων και στο ιστορικό προσβολών. Όπου καταγράφεται αυξημένος κίνδυνος απαιτούνται συχνότεροι έλεγχοι, ακόμη και όταν δεν υπάρχουν εμφανείς κατσαρίδες.

«Ένα αποτελεσματικό πρόγραμμα δεν αξιολογείται από τον αριθμό των εφαρμογών που πραγματοποιούνται, αλλά από το κατά πόσο επιτυγχάνει να διατηρεί τους πληθυσμούς των κατσαρίδων σε χαμηλά επίπεδα», τονίζει ο κ. Λάμπρου. Με άλλα λόγια, δεν έχει σημασία πόσες φορές πέρασε το συνεργείο από ένα φρεάτιο, αλλά αν η παρέμβαση είχε πράγματι αποτέλεσμα.

Σύμφωνα με τις προτάσεις του ΣΕΑΜΕ, οι Δήμοι θα μπορούσαν να δημιουργήσουν οργανωμένα συστήματα καταγραφής των παραπόνων και των αναφορών των πολιτών. Με αυτόν τον τρόπο θα μπορούν να χαρτογραφούνται εγκαίρως νέες εστίες και περιοχές αυξημένου κινδύνου, αντί οι παρεμβάσεις να γίνονται αποσπασματικά και μόνο μετά τη διόγκωση του προβλήματος.

Παράλληλα, ο Σύνδεσμος θεωρεί σκόπιμη την έκδοση μιας σύγχρονης υγειονομικής διάταξης, η οποία θα καθιστά υποχρεωτική την εφαρμογή οργανωμένων και προληπτικών προγραμμάτων ολοκληρωμένης διαχείρισης στους δημόσιους χώρους και θα αποσαφηνίζει τις αρμοδιότητες κάθε εμπλεκόμενου φορέα.

Καθώς οι υψηλές θερμοκρασίες ευνοούν την ταχύτερη ανάπτυξη και αυξάνουν τη δραστηριότητά τους, η πρόληψη και η συστηματική παρακολούθηση αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη σημασία. Η αντιμετώπιση των κατσαρίδων δεν μπορεί να βασίζεται σε αποσπασματικές κινήσεις της τελευταίας στιγμής, αλλά απαιτεί συντονισμό ανάμεσα σε ενοίκους, διαχειριστές, επαγγελματίες απεντομώσεων, Δήμους και αρμόδιους φορείς.

 

 

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα