Φωτογραφία από την κεντρική Βιβλιοθήκη του Δήμου Αθηναίων ΚΑΜΠΑΝΙΑ EUROKINISSI/ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

“ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ ΨΑΧΝΟΥΜΕ ΤΙΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΕΣ ΣΑΝ ΨΥΛΛΟΥΣ ΣΤΑ ΑΧΥΡΑ”

Το NEWS 24/7 συνομίλησε με πολίτες που αναζητούν συχνά βιβλία για να διαβάσουν και μας περιγράφουν την εμπειρία τους από τις βιβλιοθήκες της Αθήνας. 

Κάθε πρωί η Ασπασία ξεκινάει από το σπίτι της που βρίσκεται στο κέντρο της Αθήνας, για να φτάσει στα Βόρεια Προάστια όπου βρίσκεται η εργασία της. Περίπου στη μία ώρα που διαρκεί η – κατα τα άλλα δυσάρεστη- μεταφορά της στα ΜΜΜ, βρίσκει μια σημαντική απόλαυση στο να έχει ένα βιβλίο να διαβάζει στη διαδρομή.

Ο μισθός της όμως, δεν της επιτρέπει να αγοράζει βιβλία όσο συχνά θα ήθελε, ακόμα και αν αυτά είναι μεταχειρισμένα. Έτσι ο δανεισμός βιβλίων από δημοτικές βιβλιοθήκες είναι κάτι που έχει αναζητήσει σαν λύση πολλές φορές.

«Μένω στο Νέο Κόσμο, αλλά δεν μπορώ να χρησιμοποιήσω την δανειστική δημοτική βιβλιοθήκη του Δήμου Αθηναίων λόγω απόστασης και ωραρίου» λέει η 28χρονη Ασπασία.

Η κεντρική δημοτική βιβλιοθήκη του Δήμου Αθηναίων, βρίσκεται στο Σταθμό Λαρίσης και το ωράριο είναι αρκετά περιορισμένο στην περίπτωση που κάποιος εργάζεται περισσότερο από ένα 8ωρο σε διαφορετική περιοχή του Λεκανοπεδίου και τυχαίνει να έχει κάποιες δραστηριότητες τις Τετάρτες και τις Πέμπτες, όπως τυχαίνει να έχει και η Ασπασία.

Το ωράριο λειτουργίας της κεντρικής δημοτικής βιβλιοθήκης Αθηνών είναι:

Δευτέρα: 9:00 – 17:00

Τρίτη: 9:00 – 17:00

Τετάρτη: 11:00 – 19:00

Πέμπτη: 11:00 – 19:00

Παρασκευή: 9:00 – 17:00

Ανοιχτά το πρώτο Σάββατο κάθε μήνα με ωράριο: 10:00 – 14:00

 

H Ασπασία έχει καταφύγει συχνά σε δημοτικές βιβλιοθήκες γειτονικών Δήμων για να εξυπηρετηθεί, στην Εθνική Βιβλιοθήκη αλλά και σε ιδιωτικές βιβλιοθήκες όπως το Ευγενίδειο, όμως και για αυτές απαιτείται να καλύψει κάποια απόσταση για να φτάσει. Επομένως, βρίσκει τις επιλογές της για δανεισμό αρκετά περιορισμένες και καθόλου ικανοποιητικές δεδομένου ότι μένει σε μια ευρωπαϊκή πρωτεύουσα. Δεν είναι η μόνη. 

Η ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΩΣ ΧΩΡΟΣ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗΣ

Το κενό στην ύπαρξη μιας δημοτικής βιβλιοθήκης που να εξυπηρετεί τους πολίτες της πρωτεύουσας αποτελεσματικά εντόπιζει διαχροικά και η ποιήτρια, μεταφράστρια και βιβλιοκριτικός, Μαρία Τοπάλη.

Την στιγμή που οι βιβλιοθήκες θα έπρεπε να αποτελούν «εμβληματικά σύμβολα μιας πόλης, που επαίρεται πως είναι το λίκνο του Δυτικού Πολιτισμού, αντ’ αυτού, τις ψάχνουμε σαν τους ψύλλους στα άχυρα», υπογραμμίζει. «Ένα χωριό σε μια τυχαία πόλη της Ιταλίας, της Γερμανίας, της Αγγλίας διαθέτει απείρως καλύτερη βιβλιοθήκη από τους πυκνοκατοικημένους αθηναϊκούς Αμπελόκηπους. Μόνο θλίψη» προσθέτει.

Η ίδια ήδη από τα φοιτητικά της χρόνια έχει στραφεί στην δανειστική βιβλιοθήκη του γερμανικού Ινστιτούτο Γκαίτε, από την οποία πλέον δανείζεται ακόμα και ψηφιοποιημένα βιβλία. «Υπάρχει η αφανέστατη κεντρική δημοτική βιβλιοθήκη της Αθήνας στον Σταθμό Λαρίσης (τα τελευταία δέκα χρόνια ήταν πιο συχνά κλειστή παρά ανοιχτή), ενώ ούτε το μέγεθος ούτε η οργάνωσή της ανταποκρίνονται στις ανάγκες της πόλης. Η δημοτική βιβλιοθήκη της Αθήνας δεν έχει παράρτημα στην ευρύτερη περιοχή μου. Και αν ακόμη αποφάσιζα να πάω μέχρι τον Σταθμό Λαρίσης, θα την έβρισκα συνήθως κλειστή. Άλλωστε το ωράριο λειτουργίας της δεν καλύπτει τις ανάγκες ενός εργαζόμενου» σημειώνει η ίδια.

Στο παρελθόν έχει επισκεφθεί κατ’ επανάληψη ειδικές βιβλιοθήκες, όπως πανεπιστημιακές, η Βιβλιοθήκη της Βουλής ή τη Γεννάδειο. Όσο εξαιρετικές και αν τις βρίσκει τόσο όσον αφορά τυσ χώρους και την οργάνωση, όπως σημειώνει, «δεν μπορούν να καλύψουν τις “κανονικές” ανάγκες των πολιτών, που είναι ο δανεισμός και το αναγνωστήριο, κοντά στον τόπο κατοικίας, βιβλίων του ευρέως φάσματος».

Επίσκεψη της επιτροπής Βιβλιοθήκης της Βουλής στη Βιβλιοθήκης της Βουλής των Ελλήνων, στο πρώην Δημόσιο Καπνεργοστάσιο, στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου, 2020 Nikos Libertas / SOOC

Όπως εξηγεί αυτό το κενό την επηρεάζει σημαντικά, καθώς «επειδή δεν είμαι πλούσια, μετατοπίζω, καμιά φορά και ασυνείδητα, τα αναγνωστικά και τα ερευνητικά μου ενδιαφέροντα προς τα εκεί όπου ξέρω ότι θα βρω αμέσως πρόσβαση, δηλαδή προς τα γερμανικά. Η δε έλλειψη αυτού του αυτονόητου για κάθε Ευρωπαίο και Ευρωπαία αναγνωστικού καταφυγίου, εντείνει το αίσθημα της αποξένωσης μέσα στην πόλη», λέει.

Θυμάται πολύ ζωντανά την εποχή που ως φοιτήτρια στην Φρανκφούρτη το 1991-1994, επισκέπτονταν τις δημοτικές βιβλιοθήκες και έφευγε με τσάντες γεμάτες βιβλία: από το αρχαίο κείμενο της Σαπφούς μέχρι ταξιδιωτικούς οδηγούς για την Ισλανδία.

«Ήταν σαν ένα διαρκές “συσσίτιο”, που μπορούσες να το εμπιστευτείς και πάντα ήταν εκεί για σένα» λέει. Όπως τονίζει, το σημαντικό στα ματιά της δεν ήταν μονάχα ο δανεισμός, αλλά και η ζωή μέσα στο αναγνωστήριο. «Υπήρχε ένας στεγασμένος δημόσιος χώρος, που τον μοιραζόμουν με χιλιάδες άλλους ανθρώπους, που διάβαζαν – ή εργαζόντουσαν στον υπολογιστή, ή χάζευαν την εφημερίδα» περιγράφει η Τοπάλη τονίζοντας ότι «μια βιβλιοθήκη λειτουργεί στην αντίθετη κατεύθυνση από την αποξένωση: συμφιλιωτικά, αλληλέγγυα, δημιουργικά ως προς τον δημόσιο χώρο και τις υποδομές του. Πέρα, βέβαια, από το αυτονόητο, την ενίσχυση της ιδιότητάς μας ως αναγνωστριών».

Παρόμοια εμπειρία είχε και το 2009-2010 κατα τη διαμονή της στην Οξφόρδη, όπου πλέον και με τα παιδιά της (ηλικίας 5 και 9 ετών) επισκέπτονταν την βιβλιοθήκη μαζί, όχι μόνο για να δανειστούν βιβλία και ταινίες αλλά και για να περάσουν χρόνο εκεί διαβάζοντας ακόμα και τα Σαββατοκύριακα.

«ΑΘΗΝΑ ΑΔΙΑΒΑ – Σ – ΤΗ»

Το χάσμα ανάμεσα στις εμπειρίες της στην Ευρώπη και στην αθηναική πραγματικότητα την έκαναν συχνά να μοιράζεται στο διαδίκτυο τις σκέψεις της για την έλλειψη μιας αξιοπρεπούς υποδομής δημοτικών βιβλιοθηκών στην Αθήνα. Έτσι, μετά από προτροπή του Θοδωρή Ρακόπουλου, ποιητή και καθηγητή κοινωνικής ανθρωπολογίας στο πανεπιστήμιο του Όσλο, έφτιαξαν την σελίδα «Αθήνα Αδιάβα -σ-τη» στο facebook καθώς ήθελαν να κινητοποιηθούν και να κινητοποιήσουν και άλλους για να κάνουν την αλλαγή.

«Μια αδιάβαστη πόλη είναι ταυτόχρονα και αδιάβατη» τονίζουν με την σελίδα οι δημιουργοί, που συχνά φιλοξενούν στις δημοσιεύσεις τους εμπειρίες, απόψεις και ιδέες ανθρώπων των γραμμάτων οι οποίοι συμμερίζονται το ίδιο αίτημα: να αποκτήσει η Αθήνα ένα σύγχρονο δίκτυο δημοτικής βιβλιοθήκης. «Το καλύτερο, φυσικά, θα ήταν να μην χρειαστεί να προχωρήσουμε εμείς αλλά να προχωρούσε ο Δήμος Αθηναίων στα απαραίτητα βήματα. Πάντως, θα συνεχίσουμε να φωνάζουμε, να πιέζουμε, να καλούμε ολοένα και περισσότερες και περισσότερους να συνταχθούν μαζί μας. Και ελπίζουμε σύντομα ο αγώνας μας να προσλάβει και άλλες μορφές».

«Ας κρατήσουμε τη βιβλιοθήκη ως «αποφασιστικό βήμα ένταξης», και ας σκεφτούμε τι είδους ταυτότητες και τι είδους πολίτες συγκροτεί μια καλά οργανωμένη και εύκολα προσβάσιμη βιβλιοθήκη στην πόλη» καταλήγει η Τοπάλη.

ΑΚΟΜΑ ΜΙΑ ΠΛΗΓΗ ΟΙ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΕΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΕΣ

Το αίτημα για καλύτερες βιβλιοθήκες όμως δεν αφορά μόνο το γενικό πληθυσμό, αφού ακόμα και στις πανεπιστημιακές βιβλιοθήκες της πρωτεύουσας, η εικόνα δεν είναι ιδιαίτερα ευχάριστη.

Πριν μερικούς μήνες η Ιλιρίντα Μουσαράι, που πραγματοποιεί το διδακτορικό της στο τμήμα Κοινωνιολογίας του ΕΚΠΑ, χρειάστηκε να επισκεφτεί την βιβλιοθήκη Επιστημών της Αγωγής για να βρει ένα βιβλίο που δεν διέθετε η βιβλιοθήκη της Σχολής της. Εκεί ενημερώθηκε ότι το βιβλίο αυτό δεν είναι διαθέσιμο επειδή βρίσκονταν σε μια από τις πολλές κουτες στις οποίες είχαν τοποθετηθεί τα βιβλία του κάτω ορόφου, από τον οποίο τους έχουν κάνει έξωση.

Όπως εύκολα γίνεται αντιληπτό η γενικότερη υποτίμηση που υπάρχει για το ελληνικό δημόσιο πανεπιστήμιο δεν θα μπορούσε να μην αντικατοπτρίζεται και στις βιβλιοθήκες του.

Όσο η Μουσαράι φοιτούσε στο προπτυχιακό πρόγραμμα δεν μπορούσε να δανειστεί κανένα βιβλίο από την βιβλιοθήκη και έτσι οι φοιτητές αναγκάζονταν είτε να αγοράζουν τα επιπλέον βιβλία που χρειάζονταν για τις εργασίες τους είτε να διαβάζουν στην βιβλιοθήκη μέσα στο περιορισμένο ωράριο λειτουργία της.

Όπως εξηγεί η ίδια, υπάρχουν κάποια αναγνωστήρια που είναι ολονύκτια αλλά δεν βρίσκονται στην καλύτερη κατάσταση ενώ για να διαβάσει κανείς εκεί με κάποιο δανεισμένο βιβλίο θα πρέπει είναι είτε μεταπτυχιακός είτε διδάκτορας καθώς στους προπτυχιακούς φοιτητές δεν δανείζονται βιβλία. Έτσι, συχνά οι βιβλιοθήκες λειτουργούν ως αναγνωστήρια αλλά δεν υπάρχουν αρκετές θέσεις για να έχουν αυτή την λειτουργία.

«Ειδικά στις εξεταστικες δεν γίνεται να κλείνουν οι βιβλιοθήκες στις 18:00 το απόγευμα. Υπάρχουν παιδιά που δουλεύουν ταυτόχρονα με τις σπουδές τους, και από την άλλη είμαστε μια γενιά που μένει μέχρι μια μεγάλη ηλικία με τους γονείς της, αρα δεν είναι καθόλου βιώσιμο να κάνεις έρευνα από το σπίτι ή να διαβάζεις από το σπίτι» τονίζει.

Πέρα από τα προβλήματα συντήρησης, ωραρίου και περιορισμένων θέσεων οι πανεπιστημιακές βιβλιοθήκες έτσι όπως τις βιώνει η Μουσαράι ως υποψήφια διδακτόρισσα, αντιμετωπίζουν ακόμα πιο σημαντικά προβλήματα όσον αφορά την παροχή σύγχρονης γνώσης.

«Πολύ δύσκολα, αν όχι σπάνια, θα βρεις συγχρονα αναγνώσματα και συγγράμματα καθώς δεν προμηθεύονται νέες εκδόσεις» λέει η ίδια εξηγώντας ότι ταυτόχρονα τα πανεπιστήμια δεν έχουν συμβάσεις με διεθνή περιοδικά και παρόλο που οι νέοι ερευνητές χρειάζονται να δουλέψουν με ξενόγλωσση σύγχρονη βιβλιογραφία δεν προσφέρεται δωρεάν προσβαση σε αυτή.

Επίσκεψη της επιτροπής Βιβλιοθήκης της Βουλής στη Βιβλιοθήκης της Βουλής των Ελλήνων, στο πρώην Δημόσιο Καπνεργοστάσιο, στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου, 2020 Nikos Libertas / SOOC

«Για ένα άρθρο για μια έρευνα μπορεί να χρειαστεί ο φοιτητής να πληρώσει μέχρι και 40 ευρώ. Και μετά περιμένουν ότι θα παράξουμε νέα γνώση και θα είμαστε up to date, ενώ δεν έχουμε πρόσβαση σε όσα χρειαζόμαστε» υπογραμμίζει, τονίζοντας ότι «το θέμα δεν είναι απλά να υπάρχουν βιβλιοθήκες, το θέμα είναι να υπάρχουν βιβλιοθήκες και να είναι καλές. Εγώ που κάνω διδακτορικό, ουσιαστικά όταν είμαι στην βιβλιοθήκη εργάζομαι και θα πρέπει τόσο εγώ όσοι και οι υπόλοιποι να μπορούμε να διαβάσουμε σε άνετους και κατάλληλα διαμορφωμένους χώρους και να υπάρχουν βιβλία τα οποία μπορείς να δανειστείς».

Κλείνοντας την κουβέντα μας, πέρα τις δυσκολίες των υποδομών και του τρόπου λειτουργίας των πανεπιστημιακών βιβλιοθηκών, υπάρχει κάτι σημαντικό που ξεχωρίζει η Μουσαράι και είναι οι εργαζόμενοι σε αυτές. «Από την άλλη πλευρά όλων των παραπάνω, πρέπει να πούμε ότι οι υπάλληλοι είναι εξαιρετικοί πάντα, πολύ ευγενικοί και βοηθητικοί».

Σχετικό Άρθρο

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα