Τράπεζες: Επιτόκια δύο ταχυτήτων σε σύγκριση με την Ευρωζώνη

Διαβάζεται σε 4'
Τράπεζες: Επιτόκια δύο ταχυτήτων σε σύγκριση με την Ευρωζώνη
ISTOCK

Οι Έλληνες συνεχίζουν να πληρώνονται από τις χαμηλότερες αποδόσεις στις καταθέσεις στην Ευρώπη, ενώ σε πολλές κατηγορίες δανείων εξακολουθούν να δανείζονται ακριβότερα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης.

Παρά τη σταδιακή αποκλιμάκωση των επιτοκίων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, η απόσταση που χωρίζει τις ελληνικές τράπεζες από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης εξακολουθεί να παραμένει μεγάλη.

Και αν στα στεγαστικά δάνεια η εικόνα δείχνει να έχει εξομαλυνθεί, στις καταθέσεις αλλά και σε αρκετές κατηγορίες χορηγήσεων οι αποκλίσεις εξακολουθούν να είναι ιδιαίτερα έντονες.

Τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και της Τράπεζας της Ελλάδος για τον Ιούνιο αποτυπώνουν μια πραγματικότητα που αφορά εκατομμύρια καταθέτες και δανειολήπτες: οι ελληνικές τράπεζες εξακολουθούν να αμείβουν πολύ χαμηλά τις αποταμιεύσεις, ενώ διατηρούν υψηλότερο κόστος δανεισμού σε σχέση με τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες.

Οι καταθέτες συνεχίζουν να χάνουν

Η μεγαλύτερη διαφορά εντοπίζεται στις αποδόσεις των καταθέσεων. Οι λογαριασμοί ταμιευτηρίου στην Ελλάδα εξακολουθούν να προσφέρουν σχεδόν μηδενικές αποδόσεις. Το μέσο επιτόκιο στις καταθέσεις μίας ημέρας των νοικοκυριών διαμορφώνεται μόλις στο 0,03%, όταν στην Ευρωζώνη φτάνει το 0,28%.

Η εικόνα είναι καλύτερη στις προθεσμιακές καταθέσεις, χωρίς όμως να καλύπτεται η διαφορά. Για προθεσμιακή διάρκεια έως ενός έτους, οι ελληνικές τράπεζες προσφέρουν κατά μέσο όρο 1,20%, ενώ ο αντίστοιχος μέσος όρος στην Ευρωζώνη ανέρχεται στο 2,03%.

Αυτό σημαίνει ότι ένας καταθέτης στην Ελλάδα εξακολουθεί να λαμβάνει αισθητά χαμηλότερες αποδόσεις για τα χρήματά του, παρά το γεγονός ότι τα επιτόκια της ΕΚΤ παρέμειναν για μεγάλο χρονικό διάστημα σε υψηλά επίπεδα.

Ανάλογη είναι η εικόνα και στις επιχειρηματικές καταθέσεις. Οι επιχειρήσεις αμείβονται με 0,20% στις καταθέσεις όψεως, έναντι 0,59% στην Ευρωζώνη, ενώ στις προθεσμιακές έως ενός έτους το επιτόκιο φτάνει το 1,91%, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι 2,19%.

Στεγαστικά: Η μοναδική εξαίρεση

Στα δάνεια η εικόνα διαφοροποιείται ανά κατηγορία.

Τα στεγαστικά αποτελούν πλέον τη μοναδική αγορά όπου οι ελληνικές τράπεζες βρίσκονται ουσιαστικά στο ίδιο επίπεδο με την υπόλοιπη Ευρώπη.

Το μέσο επιτόκιο για νέα στεγαστικά δάνεια κυμαινόμενου επιτοκίου διαμορφώθηκε τον Ιούνιο στο 3,56%, ελαφρώς χαμηλότερα από το 3,65% που καταγράφεται στην Ευρωζώνη.

Η σύγκλιση αυτή αποδίδεται τόσο στον αυξημένο ανταγωνισμό μεταξύ των τραπεζών όσο και στα κρατικά προγράμματα στήριξης της στεγαστικής πίστης, όπως το «Σπίτι μου», που ενίσχυσαν σημαντικά τη συγκεκριμένη αγορά.

Ακριβότερα τα καταναλωτικά

Η εικόνα αλλάζει εντελώς στα καταναλωτικά δάνεια.

Εκεί οι Έλληνες συνεχίζουν να πληρώνουν από τα υψηλότερα επιτόκια στην Ευρώπη.

Το μέσο επιτόκιο στα καταναλωτικά δάνεια συγκεκριμένης διάρκειας διαμορφώνεται στο 10,63%, όταν στην Ευρωζώνη βρίσκεται στο 7,50%.

Ακόμη μεγαλύτερη είναι η διαφορά στα δάνεια χωρίς καθορισμένη διάρκεια, όπου το μέσο επιτόκιο στην Ελλάδα φτάνει το 14,49%, επιβαρύνοντας σημαντικά όσους χρησιμοποιούν πιστωτικές διευκολύνσεις ή ανοικτές γραμμές χρηματοδότησης.

Πιο ακριβά και τα επιχειρηματικά δάνεια

Υψηλότερο παραμένει και το κόστος χρηματοδότησης για τις επιχειρήσεις.

Το μέσο επιτόκιο των νέων επιχειρηματικών δανείων κυμαινόμενου επιτοκίου στην Ελλάδα διαμορφώθηκε στο 4,23%, έναντι 3,79% στην Ευρωζώνη.

Η διαφορά αυτή επηρεάζει κυρίως τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, οι οποίες εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν ακριβότερο κόστος δανεισμού σε σχέση με τους ανταγωνιστές τους στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες.

Το μεγάλο κέρδος των τραπεζών

Η μεγάλη απόσταση ανάμεσα στα επιτόκια καταθέσεων και δανείων αποτυπώνεται και στο περιθώριο επιτοκίου (spread).

Τον Ιούνιο το μέσο σταθμισμένο επιτόκιο όλων των νέων καταθέσεων διαμορφώθηκε μόλις στο 0,36%, ενώ το αντίστοιχο επιτόκιο όλων των νέων δανείων έφτασε στο 4,65%.

Έτσι, το περιθώριο επιτοκίου των ελληνικών τραπεζών διαμορφώθηκε στις 4,29 ποσοστιαίες μονάδες, επίπεδο που παραμένει ιδιαίτερα υψηλό και συνεχίζει να στηρίζει την ισχυρή κερδοφορία του τραπεζικού συστήματος.

Δεν είναι τυχαίο ότι οι τέσσερις συστημικές τράπεζες ανακοίνωσαν και φέτος ιδιαίτερα υψηλά κέρδη, ενώ παράλληλα αναβάθμισαν τους στόχους τους για το σύνολο της χρονιάς.

Τι απαντά η Τράπεζα της Ελλάδος

Η Τράπεζα της Ελλάδος αναγνωρίζει ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα εντοπίζεται στις καταθέσεις και εκτιμά ότι η κατάσταση θα βελτιωθεί μέσω του ανταγωνισμού.

Ο διοικητής της ΤτΕ, Γιάννης Στουρνάρας, έχει επισημάνει ότι τα επιτόκια χορηγήσεων βρίσκονται πλέον πολύ κοντά στον μέσο ευρωπαϊκό όρο, ενώ απέδωσε τα χαμηλά επιτόκια καταθέσεων στην αυξημένη ρευστότητα των ελληνικών τραπεζών.

Παράλληλα, εμφανίστηκε αισιόδοξος ότι η ενίσχυση των μικρότερων τραπεζών, όπως η Optima Bank, η Credia και οι συνεταιριστικές τράπεζες, θα αυξήσει τον ανταγωνισμό και θα αναγκάσει σταδιακά και τις μεγάλες τράπεζες να προσφέρουν υψηλότερες αποδόσεις στους καταθέτες.

Ωστόσο, μέχρι να συμβεί αυτό, η εικόνα παραμένει ξεκάθαρη: οι Έλληνες εξακολουθούν να αμείβονται λιγότερο για τις καταθέσεις τους και, σε αρκετές περιπτώσεις, να πληρώνουν ακριβότερα για να δανειστούν σε σχέση με τον μέσο Ευρωπαίο πολίτη.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα