Τραπεζίτες – Δελφοί: Οι “ρωγμές” της ευρωπαϊκής στρατηγικής και το στοίχημα της χρηματοδότησης

Διαβάζεται σε 7'
Ο Διευθύνων Σύμβουλος της Εθνικής Τράπεζας, Παύλος Μυλωνάς
Ο Διευθύνων Σύμβουλος της Εθνικής Τράπεζας, Παύλος Μυλωνάς EUROKINISSI

Ψάλτης, Μυλωνάς και Βρεττού αναδεικνύουν τις αντιφάσεις της ευρωπαϊκής στρατηγικής, τη δυσκολία χρηματοδότησης ενεργειακών έργων και την ανάγκη για ισχυρότερες κεφαλαιαγορές απέναντι στον διεθνή ανταγωνισμό

Σε μια συγκυρία αυξημένης γεωπολιτικής αβεβαιότητας και βαθιών οικονομικών μετασχηματισμών, οι παρεμβάσεις των επικεφαλής των ελληνικών τραπεζών στο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών 2026 αποτύπωσαν με σαφήνεια τις μεγάλες προκλήσεις που αντιμετωπίζει η ευρωπαϊκή οικονομία. Οι τοποθετήσεις των Βασίλη Ψάλτη, Παύλου Μυλωνά και Ελένης Βρεττού ανέδειξαν τρεις διαφορετικές αλλά αλληλένδετες διαστάσεις: τις στρατηγικές αντιφάσεις της Ευρώπης, τη δυσκολία χρηματοδότησης της ενέργειας και τη νέα δυναμική του τραπεζικού ανταγωνισμού.

Ψάλτης: Οι αντιφάσεις της ευρωπαϊκής στρατηγικής και το επενδυτικό έλλειμμα

Ο Διευθύνων Σύμβουλος της Alpha Bank περιέγραψε μια Ευρώπη που επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα σε στόχους που συχνά συγκρούονται. Όπως σημείωσε, η πράσινη μετάβαση, η διατήρηση ανοιχτών αγορών και η επιδίωξη στρατηγικής αυτονομίας παρουσιάζονται ως συμπληρωματικοί πυλώνες, ωστόσο στην πράξη δημιουργούν σημαντικές εντάσεις.

Στο πεδίο της πράσινης μετάβασης, η εξάρτηση από εισαγόμενες τεχνολογίες — κυρίως από την Ασία — αποτελεί δομική αδυναμία. Η προσπάθεια ενίσχυσης της ευρωπαϊκής παραγωγής μέσω πολιτικών προστατευτισμού ή τοπικοποίησης αυξάνει το κόστος, μειώνοντας την ελκυστικότητα των επενδύσεων και δυσχεραίνοντας τη χρηματοδότηση έργων. Την ίδια στιγμή, η επιδίωξη στρατηγικής αυτονομίας, μέσα από τη δημιουργία «εθνικών πρωταθλητών», ενδέχεται να περιορίσει τη διασπορά κινδύνου, οδηγώντας σε μεγαλύτερη συγκέντρωση σε εθνικό επίπεδο.

Παράλληλα, ο κ. Ψάλτης ανέδειξε τη διάσταση της ανταγωνιστικότητας. Τα αυστηρά κριτήρια ESG που εφαρμόζονται στις ευρωπαϊκές τράπεζες, όπως είπε, επιβαρύνουν τη θέση τους έναντι των αμερικανικών και ασιατικών τραπεζών, οι οποίες λειτουργούν σε πιο ευέλικτα κανονιστικά περιβάλλοντα. Αυτό δημιουργεί μια άνιση αφετηρία σε παγκόσμιο επίπεδο, ιδίως σε τομείς που απαιτούν υψηλή χρηματοδότηση.

Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στο επενδυτικό κενό της Ευρώπης, το οποίο εκτίμησε στα 700 δισ. ευρώ ετησίως. Όπως υπογράμμισε, οι τράπεζες δεν μπορούν να καλύψουν μόνες τους αυτό το μέγεθος. Η Ευρώπη παραμένει τραπεζοκεντρική, με περίπου το 75% της χρηματοδότησης των επιχειρήσεων να προέρχεται από τραπεζικό δανεισμό, σε αντίθεση με τις ΗΠΑ, όπου κυριαρχούν οι κεφαλαιαγορές.

Σε αυτό το πλαίσιο, χαρακτήρισε κρίσιμη την προώθηση της Ένωσης Κεφαλαιαγορών, επισημαίνοντας ότι η έλλειψη προόδου σε αυτό το πεδίο συνδέεται με θεσμικά εμπόδια, όπως οι διαφορετικές εποπτικές προσεγγίσεις και η απουσία φορολογικής εναρμόνισης. Η απουσία βαθιών κεφαλαιαγορών οδηγεί, όπως είπε, και σε σημαντική διαρροή κεφαλαίων, με περίπου 400 δισ. ευρώ ετησίως να κατευθύνονται εκτός Ευρώπης.

Ο ίδιος συνέδεσε τις εξελίξεις αυτές με το διευρυνόμενο χάσμα ανάπτυξης μεταξύ Ευρώπης και ΗΠΑ, σημειώνοντας ότι από το 2008 η αμερικανική οικονομία έχει καταγράψει πολλαπλάσια ανάπτυξη. Εάν αυτή η τάση συνεχιστεί, προειδοποίησε, η Ευρώπη κινδυνεύει να βρεθεί σε μόνιμη υστέρηση.

Σημαντική ήταν και η αναφορά του στα εμπόδια της τραπεζικής ενοποίησης. Μεγάλα κεφάλαια παραμένουν «εγκλωβισμένα» σε θυγατρικές λόγω εθνικών ρυθμίσεων, ενώ οι διασυνοριακές συγχωνεύσεις καθυστερούν σημαντικά. Όπως υπογράμμισε, το πρόβλημα δεν είναι η αγορά, αλλά η ρυθμιστική αρχιτεκτονική. Ως θετικό παράδειγμα ανέφερε τη συνεργασία της Alpha Bank με τη UniCredit, η οποία ενίσχυσε την ευρωπαϊκή διάσταση της τράπεζας και άνοιξε νέες δυνατότητες για πελάτες και επιχειρήσεις.

Μυλωνάς: Η ενέργεια ως το πιο σύνθετο πεδίο χρηματοδότησης

Από την πλευρά του, ο Διευθύνων Σύμβουλος της Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος εστίασε στην αυξανόμενη πολυπλοκότητα της χρηματοδότησης ενεργειακών έργων, χαρακτηρίζοντας τον κλάδο ως έναν από τους πιο απαιτητικούς για το τραπεζικό σύστημα.

Όπως εξήγησε, τα ενεργειακά έργα έχουν μακροχρόνιο επενδυτικό ορίζοντα, αλλά συνοδεύονται από υψηλή μεταβλητότητα, γεγονός που έρχεται σε αντίθεση με την προτίμηση των τραπεζών για σταθερές και προβλέψιμες ταμειακές ροές. Η ανάγκη ενίσχυσης της ενεργειακής ασφάλειας, ιδιαίτερα μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία και τις ευρύτερες γεωπολιτικές εξελίξεις, αυξάνει το κόστος μέσω πρόσθετων μηχανισμών προστασίας και διαφοροποίησης.

Καθοριστική, σύμφωνα με τον ίδιο, ήταν και η αλλαγή στο ρυθμιστικό περιβάλλον της αγοράς ενέργειας. Η μετάβαση από καθεστώτα σταθερών τιμών σε αγορακεντρικά μοντέλα τιμολόγησης έχει μειώσει τη βεβαιότητα των εσόδων για τους επενδυτές. Στο παρελθόν, τα έργα μπορούσαν να βασίζονται σε «κλειδωμένες» αποδόσεις για 15 έως 20 χρόνια. Σήμερα, η αβεβαιότητα είναι σαφώς μεγαλύτερη.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην ελληνική αγορά, όπου η υψηλή διείσδυση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας δημιουργεί νέες προκλήσεις. Με περίπου το 50% της ηλεκτροπαραγωγής να προέρχεται από ΑΠΕ, παρατηρούνται φαινόμενα υπερπροσφοράς, με αποτέλεσμα σε ώρες αιχμής οι τιμές να μηδενίζονται, ενώ σημαντικό ποσοστό της παραγωγής δεν απορροφάται από το δίκτυο.

Το γεγονός αυτό, όπως τόνισε, καθιστά εξαιρετικά δύσκολη τη λήψη επενδυτικών αποφάσεων. «Όταν δεν γνωρίζεις αν θα μπορέσεις να διαθέσεις την παραγωγή σου, η χρηματοδότηση γίνεται προβληματική», σημείωσε χαρακτηριστικά.

Ως πιθανά εργαλεία αντιμετώπισης ανέφερε τα διμερή συμβόλαια ενέργειας (PPAs), την ενίσχυση των δικτύων και των διασυνδέσεων, καθώς και την ανάπτυξη λύσεων αποθήκευσης. Ωστόσο, υπογράμμισε ότι ακόμη και οι επενδύσεις σε αποθήκευση, όπως οι μπαταρίες, βασίζονται σε μοντέλα που ενέχουν αβεβαιότητα, καθώς εξαρτώνται από τις διακυμάνσεις των τιμών.

Κατά τον ίδιο, κρίσιμος παράγοντας για τη βιωσιμότητα των επενδύσεων παραμένει η ύπαρξη σταθερού και προβλέψιμου ρυθμιστικού πλαισίου, με επαρκή χρονικό ορίζοντα και χωρίς αιφνιδιαστικές παρεμβάσεις. Σε διαφορετική περίπτωση, το ρίσκο αυξάνεται και η χρηματοδότηση περιορίζεται.

Βρεττού: Νέα δυναμική, επενδυτική εμπιστοσύνη και ανταγωνισμός

Η CEO της CrediaBank παρουσίασε μια διαφορετική, πιο δυναμική εικόνα για τον τραπεζικό κλάδο, εστιάζοντας στην επιτυχημένη αύξηση μετοχικού κεφαλαίου της τράπεζας και τη στρατηγική της επόμενης ημέρας.

Όπως ανέφερε, η συγκεκριμένη αύξηση αποτέλεσε ψήφο εμπιστοσύνης από διεθνείς επενδυτές, οι οποίοι αυτή τη φορά δεν επένδυσαν σε προσδοκίες, αλλά αξιολόγησαν την πραγματική πορεία και τις επιδόσεις της τράπεζας. Το γεγονός ότι το μεγαλύτερο μέρος της αύξησης καλύφθηκε από ξένους επενδυτές υψηλής πιστοληπτικής διαβάθμισης, ενώ συμμετείχαν και χιλιάδες Έλληνες ιδιώτες, καταδεικνύει — όπως είπε — την αλλαγή του επενδυτικού κλίματος.

Η στρατηγική της τράπεζας εστιάζει σε τέσσερις βασικούς άξονες: την ενίσχυση της παρουσίας στην ελληνική αγορά, την επέκταση στο εξωτερικό με αιχμή τη Μάλτα, τη διεύρυνση δραστηριοτήτων σε τομείς όπως η διαχείριση περιουσίας και οι ασφάλειες, καθώς και την υλοποίηση ενός εκτεταμένου προγράμματος τεχνολογικών επενδύσεων.

Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στην ανάγκη διατήρησης της ανθρώπινης επαφής στο τραπεζικό μοντέλο, ακόμη και σε μια εποχή έντονης ψηφιοποίησης. Όπως σημείωσε, η τεχνολογία δεν μπορεί να υποκαταστήσει πλήρως την προσωπική εξυπηρέτηση, στοιχείο που αποτελεί ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.

Παράλληλα, ανέδειξε τον αυξανόμενο ανταγωνισμό από διεθνείς fintech εταιρείες, όπως η Revolut, υπογραμμίζοντας ότι η πρόκληση για τις ελληνικές τράπεζες δεν είναι εσωτερική, αλλά αφορά τη διατήρηση μεριδίων αγοράς έναντι των ψηφιακών παικτών.

Στο πεδίο της πιστωτικής επέκτασης, επεσήμανε ότι η ανάπτυξη της CrediaBank βασίζεται στην ταχύτητα και την ευελιξία, ιδιαίτερα απέναντι στις ανάγκες των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Όπως ανέφερε, η ταχεία διαδικασία έγκρισης δανείων αποτελεί βασικό στοιχείο διαφοροποίησης, επιτρέποντας στην τράπεζα να ενισχύει συνεχώς τη θέση της στην αγορά.

Το κοινό συμπέρασμα

Παρά τις διαφορετικές οπτικές, οι τρεις παρεμβάσεις συγκλίνουν σε ένα βασικό συμπέρασμα: η ευρωπαϊκή οικονομία βρίσκεται σε φάση μετάβασης, όπου οι παραδοσιακές ισορροπίες αμφισβητούνται.

Η ανάγκη για επενδύσεις, η ενεργειακή μετάβαση, η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και η προσαρμογή στο νέο διεθνές περιβάλλον απαιτούν συντονισμένες κινήσεις σε επίπεδο πολιτικής, αγορών και τραπεζικού συστήματος.

Σε διαφορετική περίπτωση, ο κίνδυνος δεν είναι μόνο η επιβράδυνση της ανάπτυξης, αλλά και η περαιτέρω αποδυνάμωση της θέσης της Ευρώπης στο παγκόσμιο οικονομικό σύστημα.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα