Νέες ταινίες: O “Ματωμένος Δεσμός” είναι η πιο απρόσμενα σωματική ιστορία έρωτα και βίας

Διαβάζεται σε 7'
Νέες ταινίες: O “Ματωμένος Δεσμός” είναι η πιο απρόσμενα σωματική ιστορία έρωτα και βίας

Κάθε εβδομάδα, ο Θοδωρής Δημητρόπουλος βλέπει και σχολιάζει τις νέες ταινίες στις αίθουσες.

To “Dune: Μέρος Δεύτερο” φτάνει γρήγορα την κατοστάρα στο ελληνικό box office καθώς παρέμεινε στην πρώτη θέση αλλά πέφτοντας πάντως αρκετά από την πρώτη βδομάδα, στα 25.000 εισιτήρια δεύτερου 4ημέρο για ένα σύνολο λίγο πάνω από τα 90.000. Σκίζει ο Βιμ Βέντερς με τις “Υπέροχες Μέρες”, στα 33.000 εισιτήρια μετά από 3 εβδομάδες για μια ταινία που φαίνεται να αρέσει πάρα πολύ στο κοινό.

Στα αξιοσημείωτα οσκαρικά φιλμ, στον απόηχο της τελετής, το “Poor Things” των 4 πλέον Όσκαρ(!) φτάνει τις 415.000 εισιτήρια και κάπου εδώ θα μείνει, πια, κοντά στη “Φόνισσα” και το “Οπενχάιμερ” (και λίγο πίσω από τη “Barbie”) ως εμπορικό σουξέ της σεζόν. Το ζήσαμε αυτό! Τα “Παιδιά του Χειμώνα” (βραβευμένα κι αυτά) φτάνουν τις 80.000 εισιτήρια, επίσης μια σημαντική επιτυχία για το φιλμ, ενώ η “Ζώνη Ενδιαφέροντος” (2 Όσκαρ) πλησιάζει τα 60.000, και δε χρειάζεται καν να εξηγήσουμε τι θρίαμβο αποτελεί αυτός ο αριθμός για μια τέτοια ταινία.

Οι ταινίες της εβδομάδας:

Ματωμένος Δεσμός

(“Love Lies Bleeding”, Ρόουζ Γκλας, 1ω44λ)

****

Η Λου (Κρίστεν Στιούαρτ, μια ηθοποιός-auteur που βρίσκει διαρκώς νέους τρόπους να αναδείξει την σωματική ένταση της επιθυμίας) είναι μία μοναχική μάνατζερ γυμναστηρίου που ερωτεύεται με πάθος την Τζάκι, μία φιλόδοξη μπόντι μπίλντερ που θέλει να φτάσει στο Βέγκας για ένα διαγωνισμό body building για να μαγέψει τους πάντες. (Η Κέιτι Ο’ Μπράιαν στο ρόλο, θα τη δούμε πολύ στο μέλλον. Αυτός όμως ο έρωτας πυροδοτεί μια αλυσιδωτή έκρηξη αποκαλύψεων και βίας μέσα στην μικρή κοινότητα και στην ίδια την οικογένεια της Λου που ζει πάνω σε ένα λόφο από θαμμένα, εγκληματικά μυστικά.

Μετά το δυνατό ντεμπούτο τρόμου “Saint Maude”, η σκηνοθέτης Ρόουζ Γκλας επιστρέφει με μια δεύτερη ταινία στην οποία επιχειρεί φαινομενικά να βάλει μέσα όσες περισσότερες ιδέες και εμμονές κρύβει μέσα της, σε αντίθεση με το αρκετά πιο οριοθετημένο πρώτο φιλμ της. Ο ίδιος αυτός ο μαξιμαλισμός μπορεί να ενθουσιάσει ή να διώξει τον θεατή, εξ ου και πρόκειται για φιλμ γεννημένο εν γνώσει του για εντελώς διαφορετικές αντιδράσεις σε αυτό. Έχει στην κατασκευή του και στην απόδοσή του κάτι το άφοβο, κι αυτή η τόλμη μπορεί να σε συνεπάρει.

Η Γκλας καδράρει διαρκώς σώματα, και κάθε διαδικασία του φιλμ περνάει μέσα από αυτά. Βλέπουμε σώματα να έλκονται, να ερωτεύονται, να τρομάζουν – και τα βλέπουμε και να διαλύονται. Παρά την τρυφερότητα στις ρομαντικές ρίζες της, η ταινία δεν φοβάται να αγκαλιάσει τα exploitation και pulp στοιχεία της, τόσο στην σχετικά νεο-νουάρ εγκληματική πλευρά των πραγμάτων, όσο όμως και στην αισθηματική. Αυτό δίνει στην ιστορία, παρά τα αισθητικά ακραία στοιχεία της, μια εσωτερική αρμονία που δεν φτηναίνει το ρομάντσο και τους χαρακτήρες, αλλά ίσα ίσα τις τοποθετεί μέσα σε ένα pulp σύμπαν όπου τα πάντα είναι ακραία, αιχμηρά και μεγάλα.

Η ταινία ξεκινά μέσα από τα μάτια της Λου –όταν κοιτάζει με πόθο την Τζάκι– και καθώς επιθετικά οράματα ενός κρυμμένο τρόμου αρχίζουν να εισβάλλουν στη μνήμη της (με έναν Εντ Χάρις άμεσα καλτ, αλλά και τρομακτική, φιγούρα), ο κόσμος αρχίζει να μεγαλώνει. Οι διακλαδώσεις μιας μικρής κοινωνίας που διαφυλάσσουν μια ένοχη ισορροπία κάνουν την αληθινή απόδραση σχεδόν αδύνατη. Όμως το ρομάντσο που ξεκινά είναι ορμητικό, γεμάτο ακρότητες και μεταπτώσεις, και μια βία που ακροβατεί ανάμεσα στο camp και το αγωνιώδες. Όμως η Γκλας δεν ξεχνά ποτέ ούτε το επίκεντρό της (είναι πάντα αυτός ο, γουέλ, ματωμένος δεσμός της Λου με τη Τζάκι) ούτε και τη σωματικότητα της ιστορίας της. Ύστερα από μια απίστευτη έξαρση βίας, η Τζάκι μοιάζει να γεμίζει όλο το κάδρο και προοικονομώντας έτσι τον τρόπο που ολοκληρώνεται η ιστορία.

Μα η διαφορά –και το όλο στοίχημα αυτού του τολμηρά στιλιζαρισμένου ρομάντσου– είναι τελικά το κατά πόσο η Λου θα διεκδικήσει τον δικό της χώρο μέσα στο κάδρο. Η Λου που μοιάζει διαρκώς σιωπηλή, μαζεμένη, είναι εκείνη που κάνει πάντα πέρα, εκείνη που απομακρύνεται από τις καταστάσεις, και που μέσα από την επαφή με ένα larger than life αντικείμενο του πόθου, μαθαίνει πώς να κάνει τον χώρο (και) δικό της. Στην πορεία, η ταινία αναζητά και ανακαλύπτει την έκσταση σε κάθε της έκφανση – σεξουαλικά, επαναστατικά, συναισθηματικά και, ναι, σωματικά.

Εγώ, Καπετάνιος

(“Io, Capitano”, Ματέο Γκαρόνε, 2ω1λ)

***

Ο 16χρονος Σεϊντού και ο ξάδερφος του, ο Μούσα, ζουν φτωχικά σε ένα χωριό στη Σενεγάλη. Ονειρεύονται να ζήσουν στην Ευρώπη, εκεί που, όπως νομίζουν, όλα είναι δυνατά, ακόμα και μια μουσική καριέρα για το Σεϊντού. Ακόμα κι οι προειδοποιήσεις που λαμβάνουν για την Ευρώπη, πως δεν είναι αυτός ο μαγικός τόπος που φαντάζονται («στην Ευρώπη άνθρωποι κοιμούνται στους δρόμους!»), δεν τους αποσπούν από το όνειρό τους, να ταξιδέψουν εκεί πάση θυσία. Κι η διαδρομή τους φυσικά θα είναι γεμάτη εμπόδια, μια αδιανόητη Οδύσσεια που θα απειλήσει την ίδια την ανθρώπινή υπόστασή τους.

Ο Ματέο Γκαρόνε (“Γόμορρα”, “Dogman”) κάνει σίγουρα μια αξιοσημείωτη επιλογή επιλέγοντας να πει μια ιστορία μετανάστευσης από τη συγκεκριμένη σκοπιά: Ενός ταξιδιού που ισορροπεί περιστατικά της σκληρής πραγματικότητας με στοιχεία μυθικής αλληγορίας που προς τιμήν του δεν κάνουν ποτέ τη βία μιας τέτοιας διαδρομής να μοιάζει ψεύτική. Σαν στυλ και σαν ματιά δεν είναι από τα πιο συναρπαστικά εγχειρήματα του Γκαρόνε, και η ίδια η Ευρώπη μένει εν τέλει κάπως μακριά από την όλη θεώρηση (προφανώς δεν είναι η ταινία που τον ενδιέφερε να κάνει, αλλά… αλλά!), όμως η ίδια η ιστορία, η διαδρομή, η απεικόνιση των επιμέρους εμποδίων και εχθρών, και εν τέλει η ίδια η εξέλιξη του κεντρικού χαρακτήρα γίνονται με έναν αληθινά στιβαρό τρόπο. Το φινάλε είναι αληθινά δυνατό – μπορείς να καταλάβεις γιατί η επιτροπή στη φετινή Βενετία έδωσε στο φιλμ το βραβείο Σκηνοθεσίας στον Γκαρόνε αλλά και το Μαρτσέλο Μαστρογιάννι ανερχόμενου ηθοποιού για τον Σεϊντού Σαρ.

Στο Ποταμόπλοιο

(“On the Adamant / Sur L’Adamant”, Νικολά Φιλιμπέρ, 1ω49λ)

Ο διακεκριμένος ντοκιμαντερίστας Νικολά Φιλιμπέρ μας εισάγει στον μικρόκοσμο μιας κοινότητας ψυχολογικής υποστήριξης, σε ένα πλωτό παράρτημα κλινικής στον Σηκουάνα όπου άτομα με ψυχικά νοσήματα βρίσκουν συλλογικότητα και διέξοδο για τις καλλιτεχνικές τους ανησυχίες. Η ταινία κέρδισε τη Χρυσή Άρκτο στο περσινό φεστιβάλ Βερολίνου με την επιτροπή της Κρίστεν Στιούαρτ να εκτιμά προφανώς την αμεσότητα του βλέμματος του Φιλιμπέρ, που δίνει το λόγο στους ασθενείς σκιαγραφώντας τις συχνά γοητευτικές προσωπικότητές τους.

Όμως μέσα από τον ρυθμό και τα διακριτικά αφηγηματικά τεχνάσματα του, ο Φιλιμπέρ φλερτάρει με την εκμετάλλευση – νιώθεις το χέρι του πολύ περισσότερο πάνω σε αυτή την παρατήρηση από ό,τι για παράδειγμα θα το αντιλαμβανόσουν στα φιλμ του Φρέντερικ Γουάιζμαν (όπως το κλασικό “Titicut Follies”, που αποτελεί το διαχρονικό σημείο αναφοράς σε αυτή τη θεματική). Για ένα ντοκουμέντο, εν τέλει, πολύ χαλαρής δομής, ορμής ή στόχευσης. Υπάρχει ένα ολόκληρο πλαίσιο στην ύπαρξη (και τον κίνδυνο μη συνεχιζόμενης ύπαρξης) αυτής της δομής που στην ουσία μένει δραματουργικά ανεκμετάλλευτο. Αυτό που απομένει έχει τις στιγμές του, αλλά ποτέ δεν ξεπερνά τον ουσιαστικό προβληματισμό πάνω στην ηθικής της εικόνας του.

Κυκλοφορούν ακόμη

Άγρια Φύση: Μετά την “Ξηρασία”, ο Έρικ Μπάνα επιστρέφει για μια νέα υπόθεση για τον ομοσπονδιακό πράκτορα Άαρον Φαλκ, που τώρα ερευνά την εξαφάνιση μιας γυναίκας σε ένα καταφύγιο πεζοπορίας.

Ένα για τον Δρόμο: Ο Μαρκ μοιάζει να έχει τα πάντα υπό έλεγχο τόσο στην επαγγελματική του ζωή, όσο και στις ξέφρενες νυχτερινές εξορμήσεις του στα μπαράκια του Βερολίνου. Παρόλα αυτά δεν παραδέχεται την εξάρτησή του από το αλκοόλ. Ένα βράδυ πέφτει σε μπλόκο και αλκοτέστ της αστυνομίας και χάνει το δίπλωμά του. Για να το ξανακερδίσει πρέπει να περάσει από μια σειρά ιατρικων και ψυχολογικών τεστ. Δραματικό φιλμ από τη Γερμανία.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα