Ανοσοθεραπεία ανεξάρτητα από τον τύπο του καρκίνου; Τι αλλάζει

Διαβάζεται σε 4'
Ανοσοθεραπεία
Ανοσοθεραπεία iStock

Η ανοσοθεραπεία ανοίγει νέους δρόμους στην αντιμετώπιση του καρκίνου, με θεραπείες που βασίζονται στα μοριακά χαρακτηριστικά κάθε όγκου και ασθενούς.

Η σύγχρονη Ογκολογία περνά σε μια νέα εποχή, στην οποία η επιλογή της θεραπείας δεν καθορίζεται πλέον αποκλειστικά από το όργανο όπου εμφανίζεται ο καρκίνος, αλλά ολοένα περισσότερο από τα μοριακά και βιολογικά χαρακτηριστικά του όγκου.

Η προσέγγιση αυτή, γνωστή ως θεραπεία ανεξάρτητη από τον ιστό προέλευσης (tumour-agnostic therapy), αποτελεί σημαντικό βήμα προς την εξατομικευμένη αντιμετώπιση του καρκίνου, καθώς διευρύνει τις θεραπευτικές επιλογές για ασθενείς με διαφορετικές μορφές κακοήθειας.

Οι ιατροί της Θεραπευτικής Κλινικής του Νοσοκομείου «Αλεξάνδρα» της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ, Μαρία Καπαρέλου, Παθολόγος – Ογκολόγος, και Θάνος Δημόπουλος, Καθηγητής Θεραπευτικής – Ογκολογίας – Αιματολογίας και Διευθυντής της Θεραπευτικής Κλινικής, επισημαίνουν ότι η ανοσοθεραπεία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της νέας θεραπευτικής φιλοσοφίας.

Όπως αναφέρουν, με αφορμή πρόσφατη επιστημονική ανασκόπηση που δημοσιεύθηκε τον Οκτώβριο του 2026 στο περιοδικό eClinicalMedicine του The Lancet, διαφορετικοί τύποι καρκίνου μπορεί να εμφανίζουν κοινά βιολογικά χαρακτηριστικά, τα οποία τους καθιστούν ευάλωτους στην ίδια θεραπεία.

Το ορόσημο του 2017

Καθοριστική στιγμή αποτέλεσε το 2017, όταν ο Αμερικανικός Οργανισμός Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA) ενέκρινε για πρώτη φορά την ανοσοθεραπεία με pembrolizumab με βάση συγκεκριμένα μοριακά χαρακτηριστικά του όγκου και όχι την ανατομική του εντόπιση.

Η έγκριση αφορούσε όγκους με υψηλή μικροδορυφορική αστάθεια (MSI-H/dMMR). Οι συγκεκριμένες διαταραχές οδηγούν στη συσσώρευση γενετικών αλλοιώσεων, με αποτέλεσμα τα καρκινικά κύτταρα να μπορούν να γίνουν περισσότερο αναγνωρίσιμα από το ανοσοποιητικό σύστημα.

Τα αποτελέσματα των κλινικών μελετών είναι ενθαρρυντικά. Στη μελέτη KEYNOTE-158, το pembrolizumab πέτυχε αντικειμενική ανταπόκριση στο 33,8% των ασθενών με MSI-H/dMMR καρκίνους, ενώ σε ορισμένους η ανταπόκριση διατηρήθηκε για πολλά χρόνια.

Αντίστοιχα, στη μελέτη GARNET, η ανοσοθεραπεία με dostarlimab εμφάνισε ποσοστό αντικειμενικής ανταπόκρισης 44% σε ασθενείς με προχωρημένους συμπαγείς όγκους που έφεραν την ίδια μοριακή διαταραχή.

Ο ίδιος βιοδείκτης δεν σημαίνει πάντα ίδια ανταπόκριση

Η ύπαρξη, ωστόσο, ενός κοινού βιοδείκτη δεν σημαίνει ότι όλοι οι ασθενείς θα ανταποκριθούν με τον ίδιο τρόπο στην ανοσοθεραπεία.

Το υψηλό φορτίο μεταλλάξεων του όγκου (Tumour Mutational Burden – TMB), για παράδειγμα, έχει συσχετιστεί με μεγαλύτερη πιθανότητα ανταπόκρισης, όμως η προγνωστική του αξία διαφέρει σημαντικά ανάλογα με τον τύπο του καρκίνου.

Αντίστοιχα, βιοδείκτες όπως η έκφραση του PD-L1 και οι μεταλλάξεις των γονιδίων POLE/POLD1 χρειάζονται προσεκτική ερμηνεία.

Η αποτελεσματικότητα της ανοσοθεραπείας δεν εξαρτάται μόνο από τις γενετικές αλλοιώσεις του όγκου, αλλά και από το ανοσολογικό του μικροπεριβάλλον, την ικανότητα του ανοσοποιητικού συστήματος να αναγνωρίζει τα καρκινικά κύτταρα και το προηγούμενο θεραπευτικό ιστορικό του ασθενούς.

Νέες επιλογές για σπάνιους καρκίνους

Ιδιαίτερη σημασία αποκτά η συγκεκριμένη προσέγγιση στους σπάνιους καρκίνους, για τους οποίους οι διαθέσιμες θεραπευτικές επιλογές είναι συχνά περιορισμένες.

Στη μελέτη DART, ο συνδυασμός nivolumab και ipilimumab παρουσίασε συνολικό ποσοστό αντικειμενικής ανταπόκρισης 13%, με σημαντική δραστικότητα σε επιλεγμένες κατηγορίες σπάνιων όγκων.

Παράλληλα, η μελέτη MoST-CIRCUIT κατέγραψε ποσοστά ανταπόκρισης 54% σε συγκεκριμένους γυναικολογικούς καρκίνους διαυγοκυτταρικού ιστολογικού τύπου και 63% σε μη ορθοκολικούς MSI-H/dMMR καρκίνους, ανοίγοντας νέες θεραπευτικές προοπτικές για επιλεγμένες ομάδες ασθενών.

Η περίπτωση της Αυστραλίας

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Αυστραλία, η οποία το 2026 διεύρυνε τη δημόσια αποζημίωση ανοσοθεραπευτικών σχημάτων για επιλεγμένους ασθενείς με προχωρημένους ή μεταστατικούς καρκίνους που θεωρούνται ευαίσθητοι στην ανοσοθεραπεία.

Η εξέλιξη αυτή αναδεικνύει αφενός τις δυνατότητες ευρύτερης πρόσβασης σε καινοτόμες θεραπείες και αφετέρου την ανάγκη προσεκτικής επιλογής των ασθενών, ώστε το αναμενόμενο θεραπευτικό όφελος να υπερτερεί των πιθανών ανεπιθύμητων ενεργειών.

Η νέα αυτή πραγματικότητα συνοδεύεται και από σημαντικές προκλήσεις. Ο ολοκληρωμένος μοριακός έλεγχος, η αξιολόγηση από διεπιστημονικές ογκολογικές ομάδες, η συμμετοχή σε κλινικές μελέτες και η συστηματική καταγραφή της αποτελεσματικότητας και της ασφάλειας των θεραπειών αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για την υπεύθυνη εφαρμογή της εξατομικευμένης Ογκολογίας.

Το μέλλον της αντικαρκινικής θεραπείας, επομένως, δεν βρίσκεται μόνο στην ανάπτυξη νέων φαρμάκων, αλλά και στην ολοένα ακριβέστερη αναγνώριση των ασθενών που μπορούν πραγματικά να ωφεληθούν από αυτά.

Η βιολογία του καρκίνου αποκτά πλέον καθοριστικό ρόλο στη θεραπευτική απόφαση, χωρίς να υποκαθιστά τη σημασία της ιστολογικής διάγνωσης. Η μεγάλη πρόκληση για τη σύγχρονη Ογκολογία είναι η μετατροπή της μοριακής γνώσης σε ουσιαστικό κλινικό όφελος, ώστε κάθε ασθενής να λαμβάνει την καταλληλότερη θεραπεία με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της νόσου του και τα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα