Καρκίνος μαστού: Εγκρίθηκε ΑΙ για την καλύτερη απόφαση της θεραπείας
Διαβάζεται σε 4'
Ο FDA ενέκρινε το πρώτο εργαλείο τεχνητής νοημοσύνης που βοηθά τους γιατρούς να αποφασίζουν ποιες ασθενείς με καρκίνο μαστού χρειάζονται χημειοθεραπεία και ποιες μπορούν να την αποφύγουν.
- 19 Μαΐου 2026 06:17
Το 2022, περίπου 2,3 εκατομμύρια γυναίκες παγκοσμίως διαγνώστηκαν με καρκίνο του μαστού, ενώ σχεδόν 670.000 έχασαν τη ζωή τους από τη νόσο.
Οι διαθέσιμες επιλογές αντιμετώπισης περιλαμβάνουν χημειοθεραπεία, ακτινοθεραπεία, ορμονοθεραπεία, στοχευμένες θεραπείες και χειρουργική επέμβαση, ανάλογα με τον τύπο και το στάδιο της νόσου.
Καθοριστικό ρόλο στη θεραπευτική στρατηγική παίζει ο κίνδυνος υποτροπής ή μετάστασης, δηλαδή εξάπλωσης του καρκίνου σε άλλα σημεία του σώματος.
«Ο καρκίνος του μαστού είναι μια σύνθετη νόσος με πολλαπλές θεραπευτικές επιλογές, όπως η χημειοθεραπεία και διαφορετικά είδη και διάρκειες ορμονοθεραπείας», δήλωσε ο Calvin Chao, αντιπρόεδρος ιατρικών επιστημών της εταιρείας ψηφιακής υγείας Artera.
«Οι ασθενείς και οι γιατροί πρέπει να κατανοούν τον κίνδυνο υποτροπής, ώστε να επιλέγουν τη θεραπεία που είναι πραγματικά αποτελεσματική, αποφεύγοντας τόσο την υποθεραπεία όσο και την υπερθεραπεία», πρόσθεσε ο ίδιος.
Το νέο εργαλείο ArteraAI Breast
Η εταιρεία Artera ανακοίνωσε πρόσφατα ότι έλαβε έγκριση από τον Οργανισμό Τροφίμων και Φαρμάκων των ΗΠΑ (FDA) για το ArteraAI Breast, ένα εργαλείο αξιολόγησης κινδύνου βασισμένο στην ψηφιακή παθολογία και την τεχνητή νοημοσύνη.
Το σύστημα απευθύνεται σε ασθενείς με πρώιμο, ορμονοευαίσθητο (HR+), HER2-αρνητικό διηθητικό καρκίνο του μαστού και έχει στόχο να προβλέπει την πιθανότητα μετάστασης, βοηθώντας τους γιατρούς να καθορίσουν πόσο επιθετική πρέπει να είναι η θεραπεία.
Σύμφωνα με τον Chao, το εργαλείο αναλύει ψηφιοποιημένες εικόνες από ιστολογικές τομές του όγκου, σε συνδυασμό με κλινικά δεδομένα, μέσω ενός μοντέλου πολυτροπικής τεχνητής νοημοσύνης (multimodal AI).
«Το μοντέλο εκπαιδεύτηκε με δεδομένα από περισσότερες από 8.500 ασθενείς με καρκίνο του μαστού που συμμετείχαν σε κλινικές δοκιμές, ώστε να μπορεί να προβλέπει τον κίνδυνο μετάστασης ή υποτροπής», εξήγησε.
Με βάση την αξιολόγηση, οι ασθενείς κατατάσσονται σε ομάδες χαμηλού ή υψηλού κινδύνου, διευκολύνοντας τους ογκολόγους στη λήψη πιο εξατομικευμένων αποφάσεων θεραπείας.
Εναλλακτική στο Oncotype DX
Ο Richard Reitherman, ακτινολόγος και διευθυντής απεικόνισης μαστού στο MemorialCare Breast Center στην Καλιφόρνια, σημείωσε ότι από τις αρχές της δεκαετίας του 2000 οι γιατροί χρησιμοποιούν το τεστ Oncotype DX για να εκτιμήσουν τον κίνδυνο μετάστασης και να αποφασίσουν αν απαιτείται χημειοθεραπεία σε συνδυασμό με ορμονοθεραπεία.
Το συγκεκριμένο τεστ αναλύει ιστοπαθολογικά χαρακτηριστικά του όγκου και παρέχει ένα «σκορ υποτροπής», που κατατάσσει τις ασθενείς σε χαμηλό, μέτριο ή υψηλό κίνδυνο.
Ωστόσο, όπως εξήγησε ο Reitherman, το Oncotype DX:
- δεν είναι πάντα άμεσα διαθέσιμο,
- μπορεί να χρειαστεί εβδομάδες για να ολοκληρωθεί,
- έχει υψηλό κόστος,
- και συνήθως καλύπτεται ασφαλιστικά μόνο μετά τη χειρουργική επέμβαση.
«Η πιθανή καινοτομία του νέου μοντέλου τεχνητής νοημοσύνης είναι ότι αξιοποιεί άμεσα διαθέσιμα κλινικά και ιστοπαθολογικά δεδομένα, χωρίς τις καθυστερήσεις και το κόστος των σημερινών μεθόδων», τόνισε.
Λιγότερες περιττές χημειοθεραπείες
Η Donna McNamara, ογκολόγος μαστού στο John Theurer Cancer Center στο Νιου Τζέρσεϊ, χαρακτήρισε την έγκριση «σημαντικό ορόσημο» στην εξατομίκευση της θεραπείας.
Όπως ανέφερε, υπάρχουν πολλές περιπτώσεις, ιδιαίτερα σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με αρνητικούς λεμφαδένες, όπου η ανάγκη για χημειοθεραπεία δεν είναι απολύτως ξεκάθαρη.
«Η δυνατότητα να εντοπίζουμε με μεγαλύτερη ακρίβεια ποιες ασθενείς θα ωφεληθούν από τη χημειοθεραπεία και ποιες μπορούν να την αποφύγουν με ασφάλεια είναι εξαιρετικά σημαντική», υπογράμμισε.
Η ίδια επισήμανε ότι η αποφυγή περιττών χημειοθεραπειών μπορεί να προστατεύσει τις ασθενείς από σοβαρές παρενέργειες, όπως:
- νευροπάθεια,
- αυξημένο κίνδυνο λοιμώξεων,
- προβλήματα γονιμότητας,
- αλλά και σημαντική ψυχολογική και οικονομική επιβάρυνση.
Παρά την αισιοδοξία, η McNamara τόνισε ότι απαιτούνται ακόμη μεγάλες, μακροχρόνιες κλινικές μελέτες που θα συγκρίνουν άμεσα το ArteraAI με τα σημερινά «χρυσά πρότυπα», όπως το Oncotype DX.
«Χρειαζόμαστε σαφή δεδομένα για την αξιοπιστία, το κόστος, τον χρόνο απόκρισης, την ασφαλιστική κάλυψη και τον τρόπο ενσωμάτωσης του εργαλείου στην καθημερινή κλινική πρακτική», σημείωσε η ίδια.
Παράλληλα, υπογράμμισε την ανάγκη μεγαλύτερης διαφάνειας σχετικά με τον τρόπο λειτουργίας του αλγορίθμου:
«Δεν μπορώ να βασίσω ένα θεραπευτικό πλάνο σε ένα “μαύρο κουτί”, χωρίς να κατανοώ πλήρως την ακρίβεια, την αξιοπιστία και την πρακτική χρησιμότητα του εργαλείου».