Νέες ταινίες: Ο Τίμοθι Σαλαμέ παίζει πινγκ πονγκ με την Αμερικάνικη εμμονή στο αγωνιώδες “Marty Supreme”

Διαβάζεται σε 12'
Νέες ταινίες: Ο Τίμοθι Σαλαμέ παίζει πινγκ πονγκ με την Αμερικάνικη εμμονή στο αγωνιώδες “Marty Supreme”
24 Media Creative Team

Κάθε εβδομάδα, ο Θοδωρής Δημητρόπουλος βλέπει και σχολιάζει τις νέες ταινίες στις αίθουσες.

Ο “Καποδίστριας” συνεχίζει στην κορυφή αν και με μεγάλη πτώση εισιτηρίων που ήρθε μετά το πέρας της εορταστικής περιόδου – ενδεχομένως κι επειδή το δεύτερο κύμα θεατών (σε αντίθεση με τους αρχικούς φανς) είχε περισσότερη συναίσθηση του πόσο κακή είναι η ταινία.

Σε κάθε περίπτωση μιλάμε για ένα σύνολο στα 560.000 εισιτήρια, που θα ανέβει κι άλλο, τουλάχιστον μέχρι να έρθει ο “Άγιος Παΐσιος” την επόμενη εβδομάδα.

Τα “Κάλαντα των Χριστουγέννων” έχουν ξεπεράσει τις 460.000 και ειλικρινά μπράβο τους. Ενώ στο πιο σινεφίλ κύκλωμα, ο Τζιμ Τζάρμους πέρασε τις 37.000 και έγινε ένα αληθινό, τιμιότατο καλλιτεχνικό χιτ.

Αυτή την εβδομάδα έχουμε ενδιαφέρουσες επιλογές με αξία: Ο Τίμοθι Σαλαμέ πάει καρφί για Όσκαρ στο “Marty Supreme”, το “28 Χρόνια Μετά: Ο Ναός των Οστών” συνεχίζει απρόσμενα ένα φανταστικό franchise τρόμου, ενώ έχουμε και νέες ταινίες από τους πάντα αξιοσημείωτους Ράντου Ζούντε και Χονγκ Σανγκ-σου.

Οι νέες ταινίες της εβδομάδας

Marty Supreme

(Τζος Σάφντι, 2ω30λ)

★★★½

Στη Νέα Υόρκη των ‘50s ο Μάρτι Μάουζερ θα ρισκάρει τα πάντα (τη δουλειά του, τις προσωπικές σχέσεις του, ακόμα και τη σχέση δύο χωρών!) προκειμένου να πετύχει τον στόχο του, δηλαδή να γίνει ο κορυφαίος αθλητής πινγκ πονγκ του πλανήτη. Φυσικά τα πάντα θα πάνε κατά διαόλου. Πόσα είναι διατεθειμένος τελικά να θυσιάσει ο Μάρτι;

Σε 25 λέξεις: Μια φρενήρης, αγωνιώδης περιπέτεια ενηλικίωσης που εξετάζει την αμερικάνικη εμμονή μέσα από μια τύπου “Rocky” ιστορία. Χιούμορ, σασπένς και Σαλαμέ καρφί για Όσκαρ.

Κριτική

Ο Μάρτι Μάουζερ δουλεύει σε υποδηματοποιίο στη Νέα Υόρκη των ‘50s αλλά είναι βέβαιος πως είναι φτιαγμένος για μεγαλύτερα πράγματα. Τόσο βέβαιος, που κινεί γη και ουρανό και μπλέκει σε κάθε πιθανή κι απίθανη κατάσταση (διακινδυνεύοντας ακόμα και τη ζωή του, ή εκείνη της συντρόφου του) για να μπορέσει να πάρει το πολυπόθητο εισιτήριο για το επικείμενο παγκόσμιο πρωτάθλημα πινγκ πονγκ στο Τόκιο. Υπάρχει γραμμή που δε θα περάσει; Υπάρχει όριο που δε θα τεστάρει;

Ο Τζος Σάφντι, άρτι χωρισμένος από το δημιουργικό δίδυμο με τον αδερφό του, Μπένι, προχωρά σε σόλο σκηνοθετικό σχέδιο το οποίο όμως μοιάζει με πάρα πολύ φυσική συνέχεια της ως τώρα φιλμογραφίας του(ς). Μαζί, γύρισαν φοβερά αγωνιώδη έργα (“Good Time”, “Uncut Gems”) που ακολουθούν εμμονικούς χαρακτήρες σε μια νευρώδη αναζήτηση κάποιου αδύνατου στόχου, την ώρα που στο φόντο υφαίνεται μια τοιχογραφία της αμερικάνικης κατάστασης.

Το “Marty Supreme” είναι εμφανής συνεχιστής αυτού του σερί ιστοριών, με τον Μάρτι του Τίμοθι Σαλαμέ να τοποθετείται από τον Σάφντι και τον σεναριογράφο Ρόναλντ Μπρόνστιν ως ένας αγνός hustler που ξεπήδησε από το βρώμικο, αιχμηρό αμερικάνικο σινεμά των ‘70s. Έρχεται όμως μέσα από το βλέμμα της ‘50s διεθνούς απομόνωσης στον απόηχο ενός παγκοσμίου πολέμου που μοιάζει να φτάνει σαν ηχώ στο σήμερα, αλλά και τα ξεσηκωτικά ηχοτοπία των εκστατικών ‘80s – που με τη σειρά τους νοσταλγούσαν τα «τότε ο κόσμος ήταν αγνός» ‘50s.

Αυτή η ιδιόρρυθμη σύνθεση χρόνων, εποχών και τόπων –η ταινία διαρκώς κινείται και ταξιδεύει– εντείνεται στο μοντάζ (από τους ίδιους τους Μπρόνστιν και Σάφντι) και υπό τον ρυθμικό έλεγχο του Σάφντι ο οποίος μας κρατά σε μια διαρκή αγωνία καθώς ο Μάρτι πέφτει από το ένα απρόοπτο στο άλλο, συχνά προκαλώντας ο ίδιος τη μοίρα του. Είναι ένας ήρωας αχρονικά μοντέρνος, εμβληματικός της βαθιά αμερικάνικης εμμονής με την ιδέα της επικράτησης, του θριάμβου – σαν τα πάντα να ήταν ιστορίες των οποίων είναι οι ήρωες.

Αυτή η σύγκρουση και αλληλοεξάρτηση μύθων, αφηγήσεων και αλήθειας διατρέχει το φιλμ, από τις ιστορίες από τον Β’ Παγκόσμιο μέχρι ένα ματς επίδειξης του Μάρτι. Αυτοί οι ήρωες των Σάφντι πάντα κυνηγούν το αληθινό χωρίς να ξέρουν απαραίτητα τι ακριβώς σημαίνει αυτό ούτε ποια συνέπεια θα έχει (ρωτήστε και τον Χάουαρντ του “Uncut Gems” να σας πει), και θα μπορούσε κανείς να διαβάσει το –πολύ ενδιαφέρον και ανοιχτό σε ερμηνείες– φινάλε της ταινίας ως την πρώτη σύγκρουση του Μάρτι με κάτι το αληθινό.

Ίσως να μην είναι τόσο παγιωμένο σε ηθογραφικό και πολιτικό επίπεδο όσο πιθανώς πιστεύει, το φιλμ παρολαυτά καταφέρνει να εμπλέξει τον θεατή στην καθηλωτική διαδρομή ενός ήρωα αρνητικού, συναρπαστικού, θλιβερού και αγνού – όλα την ίδια στιγμή. Ως Μάρτι, ο Σαλαμέ (που κέρδισε τη Χρυσή Σφαίρα και δύσκολα χάνει το Όσκαρ) δίνει πλήρως αφοσιωμένη σταρ περφόρμανς μεγατόνων, ενώ το περιφερειακό καστ και τα επιμέρους επεισόδια είναι όλα μαγνητιστικά με τον τρόπο τους (έξοχα μελαγχολική η Γκουίνεθ Πάλτροου ως σταρ μιας άλλης εποχής, απολαυστικός σε παλαβό ρόλο που βρωμάει μπλεξίματα από χιλιόμετρα ο Έιμπελ Φεράρα).

Το σενάριο δίνει τη μία πίστα μετά την άλλη, ο ρυθμός είναι ασταμάτητος με τον Σάφντι να μπλέκει περίτεχνα χιούμορ, απόγνωση, αγωνία και έκσταση, σε ένα φιλμ που καταφέρνει να ρίξει μια πολύ ενδιαφέρουσα ματιά στην μανία (ή ίσως αρρώστια) της αμερικάνικης εξαίρεσης. Ο Μπένι Σάφντι, δηλαδή ο έτερος αδελφός, κέρδισε ανεξήγητα το βραβείο Σκηνοθεσίας στη φετινή Βενετία (για το “Smashing Machine”), αλλά ενώ τα δύο αυτά παράλληλα πρότζεκτ των Σάφντι μοιάζουν να ξεκινούν από την ίδια αφετηρία, είναι εντυπωσιακό το πόσο πιο μακριά –και με πιο περίτεχνο και ενδιαφέροντα τρόπο– φτάνει το “Marty Supreme”. Απλά δεν χάνεται.

28 Χρόνια Μετά: Ο Ναός των Οστών

(“28 Years Later: The Bone Temple”, Νία ΝταΚόστα, 1ω49λ)

★★★

Μετά τα γεγονότα του “28 Χρόνια Μετά”, ο νεαρός Σπάικ περιπλανιέται στην νησιώτικη Βρετανία και γίνεται παρά τη θέλησή του μέλος της συμμορίας των «Τζίμι», την ώρα που ο Δρ. Κέλσον κάνει μια συναρπαστική ανακάλυψη όταν ποτίζει με μορφίνη ένα πανίσχυρο ζόμπι ονόματι Σαμσών.

Σε 25 λέξεις: Η Νία ΝταΚόστα του “Candyman” σκηνοθετεί ένα ακόμα τελείως απρόσμενο σίκουελ του απολαυστικού franchise τρόμου, με υπαρξιακή διάθεση και μια σκηνή ανθολογίας με έναν ξέφρενο Ρέιφ Φάινς.

Κριτική

Το “28 Χρόνια Μετά” του Ντάνι Μπόιλ ήταν μια από τις δομικά απρόσμενες και φορμαλιστικά τολμηρές mainstream ταινίες που έχουμε δει τα τελευταία χρόνια και έχει μια εγγυημένα σπουδαία φήμη στο μέλλον του, οπότε πάντα θα είχε ενδιαφέρον να δούμε με τι ταινία ακολουθείς μια ταινία σαν εκείνη. Η απάντηση, δια χειρός Νία ΝταΚόστα (“Candyman”) είναι με κάτι επίσης –και με τελείως διαφορετικό τρόπο– αλλόκοτο.

Σίκουελ μεν για την ταινία του Μπόιλ, αλλά στην πραγματικότητα ένα εντελώς δικό του πράγμα, το φιλμ ακολουθεί τρεις από τους χαρακτήρες του πρώτου φιλμ σε δύο παράλληλα storylines που αναπόφευκτα θα συγκρουστούν. Όμως η έγνοια εδώ δεν είναι τόσο στην πλοκή ή στη δράση (είμαστε πρακτικά ακινητοποιημένη στο χώρο), όσο σε μια φιλοσοφικών διαθέσεων προσέγγιση στη βία και το πώς αυτή μας καταλαμβάνει συλλογικά ως αποτέλεσμα εκστρατείας φόβου και διαγενεακού τραύματος (όπως φαίνεται στην ιστορία των «Τζίμι»).

Αλλά και στο τι αφήνει τελικά πίσω – είμαστε ποτέ ξανά άνθρωποι κάτω από τα στρώματα τυφλής οργής; Τι συμβαίνει στον χαμένο εαυτό; Αναζητήσεις που δένουν και με την ανάμνηση μισοξεχασμένων θρύλων ενός σβησμένου πολιτισμού στο προηγούμενο φιλμ, πάλι γραμμένο από τον φορμαρισμένο Άλεξ Γκάρλαντ. Αυτό το κομμάτι της ταινίας, με κεντρικό εδώ ήρωα τον Κέλσον του απίθανου Ρέιφ Φάινς, είναι και το αληθινό χρυσάφι, προσφέροντάς μας ένα δραματικό arc που πραγματικά μοιάζει φρέσκο και αναπάντεχο.

Πασπαλισμένο ειδικά όπως είναι με σκηνές που δε φοβούνται να φλερτάρουν με το χιούμορ, βρίσκοντας μια σχεδόν απεγνωσμένη αίσθηση κωμωδίας (όσο και ανθρωπιάς) στις στιγμές βαθύτατου σκότους. (Δε θέλω να κάνω συγκεκριμένο spoiler, όπου θα πω απλά ότι μια σκηνή περφόρμανς του Φάινς ως Κέλσον θα ξεσηκώσει οριακά γηπεδικές αντιδράσεις μέσα στα σινεμά. Άμεσο cult classic.)

Η δράση εστιάζεται αυτή τη φορά σε μια ασφυκτικά περιορισμένη τοποθεσία, που επιπλέον η ΝταΚόστα κινηματογραφεί με πιο παραδοσιακό τρόπο, δίνοντας χώρους στο κάδρο και κάνοντας το τοπίο δράσης να μοιάζει σχεδόν θεατρικό – ο ναός οστών του τίτλου είναι σχεδόν όλη η ταινία! Ομολογώ πως η εγκατάλειψη των αιχμηρών ψηφιακών πειραματισμών του Μπόιλ από το προηγούμενο φιλμ (ένα από τα ομορφότερα εδώ και χρόνια) κάνουν αυτό το σίκουελ να μοιάζει πιο συνηθισμένο, ενώ προσωπικά βρήκα τη μία πλευρά του απείρως πιο ενδιαφέρουσα από την άλλη – αλλά οι νοηματικές διαθέσεις και η παράδοξη αφήγησή του υπογραμμίζουν τη μοναδικότητά του.

Αν μη τι άλλο, οι δύο ταινίες η μία δίπλα στην άλλη συνθέτουν ένα φοβερά ενδιαφέρον δίπτυχο ιστοριών στο τέλος του πολιτισμού, πάνω στη βία, την επιβίωση και την μνήμη. Η προσέγγισή τους (ειδικά η αισθητική) διαφέρει, αλλά αυτό τις κάνει να μοιάζουν ακόμα πιο τολμηρές. Δεν έχω ιδέα πότε θα έρθει και πώς θα μοιάζει ένα τρίτο και τελικό κεφάλαιο, αλλά αυτά τα δύο είναι ήδη ανανεωτικός αέρας για το είδος.

Σχετικό Άρθρο

Kontinental ‘25

(Ράντου Ζούντε, 1ω49λ)

★★★

Δικαστική επιμελήτρια παραδίδει ειδοποίηση έξωσης σε ένα άστεγο που μένει στο παρατημένο υπόγειο ενός κτιρίου. Ένα σοκαριστικό γεγονός που ακολουθεί τη στέλνει σε σπιράλ και σε μια περιπλάνηση στην πόλη. Όμως έχει τίποτα από όλα αυτά σημασία, όταν κάθε αίσθηση κοινωνικής έγνοιας καταρρέει;

Σε 25 λέξεις: Πάντα απολαυστικές οι φιλοσοφικές και κοινωνικές αναζητήσεις του Ράντου Ζούντε, ακόμα και χωρίς ιδιαίτερα φορμαλιστικά πειράματα. Βραβείο Σεναρίου στο φεστιβάλ Βερολίνου.

Κριτική

Ο Ράντου Ζούντε με έργα όπως το “Μην Περιμένετε και Πολλά από το Τέλος του Κόσμου” και το “Παλαβό Πορνό” έχει εξελιχθεί τα τελευταία χρόνια στον σημαντικότερο ίσως χρονογράφο της σύγχρονης Ευρώπης στην εποχή της σημερινής μας παράνοιας. Παρατηρητικός, κοφτερός, ευρηματικός, με χιούμορ και αληθινή τραγωδία στις φορμαλιστικά ανήσυχες περιπέτειές του, μιλάει με ωμότητα (αλλά ποτέ επιφανειακή διάθεση ή ευκολία) για τον σημερινό κόσμο.

Φέτος επέστρεψε με δύο νέες ταινίες, τον ελαφρώς αδιανόητο και meta “Δράκουλα”, όπου μες στην ταινία, ένα “Α.Ι.” κατασκευάζει τουριστικής προσέγγισης παραλλαγές πάνω στον μύθο του διασημότερου των ρουμάνων, και το “Kontinental ‘25”. Το οποίο περιστρέφεται γύρω από το gentrification, την εκμετάλλευση και την αλλοίωση των χώρων στην ύστερη καπιταλιστική εποχή μέσα από την περιπλάνηση μιας δικαστικής επιμελήτριας με ένα μεγάλο ελάττωμα: Έχει ηθική πυξίδα και αισθάνεται ενοχές, κι αυτό την κάνει παραφωνία μέσα σε έναν κόσμο που μοιάζει σιωπηλά να έχει συμφωνήσει σε μια διαρκή απάνθρωπη μετάλλαξη.

Το φιλμ δεν είναι τολμηρό για τα μέτρα του Ζούντε, έχει ωστόσο ένα διαρκώς ανήσυχο βλέμμα, αναζητώντας λογική και διέξοδο μέσα από μια νομοτελειακά αδιέξοδη αστική περιπλάνηση (όπως συνέβαινε και με την ηρωίδα της Ιλίνκα Μανολάτσε στο “Τέλος του Κόσμου”). Η οποία περιπλάνηση όμως εδώ έχει περισσότερο τα χαρακτηριστικά ενός σκληρού comedown παρά τον ηλεκτρισμό μιας διαδρομής με το πόδι διαρκώς στο γκάζι. Ίσως τελικά αυτοί να είναι οι δύο μοναδικοί τρόπο να υπάρχει κανείς στο σήμερα.

Σχετικό Άρθρο

Τι Σου Λέει Αυτή η Φύση

(“Geu Jayeoni Nege Mworago Hani / What Does That Nature Say To You”, Χονγκ Σανγκ-σου, 1ω48λ)

★★½

Νεαρός ποιητής γνωρίζει τον πατέρα και την υπόλοιπη οικογένεια της συντρόφου του και περνά μια μέρα μαζί τους συζητώντας για τη ζωή. Όμως οι γονείς θα τον δεχτούν για την κόρη τους;

Σε 25 λέξεις: Ο μάστερ των απλά δομημένων φιλμ πάνω στη φιλοσοφία της καθημερινότητας (“Η Ταξιδιώτισσα”, “Η Γυναίκα που Έφυγε”) επιστρέφει με ένα από τα λιγότερο οικονομικά και αισθητικά συνεπή της φιλμογραφίας του, αλλά οι φανς του σίγουρα θα το απολαύσουν και πάλι.

Κριτική

Ο Χονγκ Σανγκ-σου συνεχίζει ακάθεκτος με 1-2 ταινίες τον χρόνο, όλες γύρω από απλές συναντήσεις της καθημερινότητας και συζητήσεις πάνω στη ζωή, όπως πρόσφατα η “Γυναίκα που Έφυγε”, η “Ταξιδιώτισσα” με την Ιζαμπέλ Ιπέρ και το πάρα πολύ αγαπημένο μου “Μέσα στη Μέρα”. Το νέο του φιλμ, χτισμένο γύρω από τη συνάντηση ενός νεαρού ποιητή με την οικογένεια της συντρόφου του και τη μέρα που περνάει μαζί τους, έχει μια σχετικά πιο οριοθετημένη αίσθηση ηθογραφίας καθώς εξετάζει την αντίδραση της οικογένειας και το κατά πόσο θα τον αποδεχτούν.

Αισθητικά ο Χονγκ δεν φαίνεται να αφοσιώνεται σε μια ιδέα, με μια εικόνα προς το φλούο σε μεγάλο μέρος της ταινίας και άλλοτε όχι. Σε συνδυασμό με μια ημι-απόπειρα δραματουργικής δομής, το φιλμ δεν ρέει ούτε αναπνέει με τον τρόπο που το κάνουν άλλα έργα του. Βεβαίως, δυο ώρες με τους ήρωες και με το βλέμμα του Χονγκ Σανγκ-σου είναι πάντα καλοδεχούμενες, με φυσικούς, αφτιασίδωτους χαρακτήρες πάνω από τραπέζια να συζητούν, να τρώνε και να πίνουν σότζου – ένα σινεμά-ανάσα, σε κάθε του εκδοχή.

Κυκλοφορούν επίσης

Mankind’s Folly: Η ταινία ακολουθεί δύο ανθρώπους εκατέρωθεν του Βερίγγειου πορθμού: τον Νικήτα στην Ανατολική Σιβηρία και τη Μάρθα στη Βόρεια Αλάσκα, που παρακολουθούν τον κόσμο τους να καταρρέει. Το permafrost, το επί χιλιετηρίδες παγωμένο έδαφος που φυλάκισε μέσα του την εποχή των μαμούθ, τώρα ξεπαγώνει με πρωτοφανείς ρυθμούς και κατακρημνίζεται, απειλώντας όχι μόνο τα σπίτια και τις ζωές τους, αλλά και ολόκληρο τον πλανήτη. Την ίδια στιγμή, οι φιλόδοξες δεσμεύσεις των ηγετών του κόσμου για το κλίμα έχουν ξεθωριάσει πνιγμένες μέσα σε πολέμους και οικονομική αβεβαιότητα. Επίκαιρο ντοκιμαντέρ από τον Γιώργο Αυγερόπουλο.

Ρούφους: Ο Θαλάσσιος Δράκος που Δεν Ήξερε Κολύμπι: Ο Ρούφους δεν ξέρει κολύμπι. Πρέπει όμως να αναλάβει δράση και να σώσει την οικογένειά του. Θα μπορέσει να ξεπεράσει τον βαθύτερο φόβο του για να το πετύχει; Παιδική ταινία κινουμένων σχεδίων.

Σχετικό Άρθρο

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα