ΟΜΕΡ ΜΠΑΡΤΟΦ, ΤΙ ΠΗΓΕ ΛΑΘΟΣ ΜΕ ΤΟ ΙΣΡΑΗΛ;
Με αφορμή την κυκλοφορία του νέου του βιβλίου, ο αμερικανο-ισραηλινός Ομέρ Μπάρτοφ, ένας από τους σημαντικότερους ιστορικούς του Ολοκαυτώματος, μιλάει στο News 24/7 για το πως το Ισραήλ έχει μετατραπεί σε μια χώρα που διαπράττει εγκλήματα πολέμου και πως μπορεί ο λαός του να παρακολουθεί αμέτοχος την γενοκτονία των Παλαιστινίων.
Πώς είναι δυνατόν ένα κράτος που ιδρύθηκε αμέσως μετά το Ολοκαύτωμα να κατηγορείται μερικές δεκαετίες αργότερα για την διάπραξη εγκλημάτων πολέμου μεγάλης κλίμακας; Γιατι ένας λαός που πάντα έφερνε το τραύμα του Ολοκαυτώματος παρακολουθεί με αδιαφορία την γενοκτονία που διαπράττει το κράτος του προς τους Παλαιστίνιους;
Αυτά είναι μερικά από τα ερωτήματα που διερευνά ο Ομέρ Μπάρτοφ (Omer Bartov) στο νέο του βιβλίο «Ισραήλ: τι πήγε λάθος» (στα ελληνικά κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο), εξετάζοντας την μεταμόρφωση του σιωνισμού μέσα στα χρόνια, την σύνδεση της ισραηλινής ανεξαρτησίας με τον παλαιστινιακό εντοπισμό και την πολιτική χρήση του Ολοκαυτώματος.
Ως ένας από τους κορυφαίους μελετητές του Ολοκαυτώματος, ο αμερικανο-ισραηλινός ιστορικός Ομέρ Μπάρτοφ, ήταν από τους πρώτους που τοποθετήθηκαν τόσο ξεκάθαρα – προειδοποιώντας, στην αρχή και αναγνωρίζοντας στην συνέχεια – ότι το κράτος του Ισραήλ διαπράττει γενοκτονία εναντίον των Παλαιστινίων.
Έχοντας γεννηθεί σε ένα αριστερό κιμπούτς, μεγαλώσει στο Τελ Αβίβ σε μια οικογένεια σιωνιστών και υπηρετήσει για τέσσερα χρόνια στον ισραηλινό στρατό (IDF) η γραφή του αν και υπο το πρίσμα του ιστορικού εμπεριέχει και μια προσωπική εξιστόρηση που ζωντανεύει τα γεγονότα. Έτσι, αβίαστα φωτίζει στον αναγνώστη όλα εκείνα τα σημεία της ισραηλινής κοινωνίας που βοηθούν να την κατανοήσουμε και να δούμε την αλληλουχία των γεγονότων που έχει οδηγήσει ένα μεγάλο μέρος της, στην αποκτήνωση.
«Ο λόγος για τον οποίο έγραψα αυτό το βιβλίο ήταν επειδή ένιωθα ότι υπήρχε πολύ προπαγάνδα, μεγάλη περιφρόνηση για την άλλη πλευρά, άγνοια, συσκότιση και πολλά ψέματα» λέει στο NEWS 24/7 ο Μπάρτοφ και συνεχίζει εξηγώντας ότι «ήθελα απλώς να προσπαθήσω να εξετάσω την κατάσταση ιστορικά για να καταλάβω πώς φτάσαμε σε αυτό το σημείο και αυτό όσο πιο αντικειμενικά και αναλυτικά μπορούσα αλλά και με ενσυναίσθηση, τόσο για τους Ισραηλινούς όσο και για τους Παλαιστινίους».
«Αυτό που θα ήθελα οι άνθρωποι να πάρουν από το βιβλίο είναι να αποκτήσουν λίγη κατανόηση, λίγη ενσυναίσθηση και επίσης λίγη πολιτική βούληση ως πολίτες ευρωπαϊκών χωρών, είτε είναι η Ελλάδα, η Γαλλία, η Ιταλία, η Ισπανία…Οι πολίτες μπορούν πραγματικά να πετύχουν πράγματα μέσω της άσκησης επιρροής στις δικές τους κυβερνήσεις για να προσπαθήσουν να οδηγήσουν τη χώρα τους σε μια καλύτερη κατεύθυνση. Πιστεύω ότι οι Ευρωπαίοι, σίγουρα, έχουν κάποια ευθύνη απέναντι σε αυτό το κράτος – το οποίο δημιουργήθηκε ως δικαίωμα μετά το Ολοκαύτωμα – όχι όμως την ευθύνη να το υποστηρίζουν ό,τι κι αν κάνει, αλλά την ευθύνη να προσπαθήσουν να το βοηθήσουν να γίνει ένα καλύτερο κράτος για όλους τους πολίτες του» προσθέτει στην κουβέντα μας.
Αν και ήδη από το 1989 ζει στην Αμερική και διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Μπράουν, οι δεσμοί με το Ισραήλ ήταν πάντοτε στενοί, με συχνές επισκέψεις καθώς οι φίλοι, ο γιός του και τα εγγόνια του ζουν ακόμα εκεί. Πλέον όμως τα πράγματα έχουν αλλάξει. Η τελευταία φορά που επισκέφτηκε την χώρα του, ήταν το περασμένο καλοκαίρι και έχει πλέον υποσχεθεί στον εαυτό του να μην ξαναπάει μέχρι τις εκλογές. «Υπάρχει μια αίσθηση δισταγμού και κάποια ανησυχία επειδή δεν ξέρω ακριβώς τι σκέφτονται οι άνθρωποι για αυτά που έχω πει»λέει μεταξύ άλλων στην συνέντευξη που μας παραχώρησε.
«Ο ΣΙΩΝΙΣΜΟΣ ΣΗΜΕΡΑ ΔΕΝ ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΤΑΙ ΓΙΑ ΤΑ ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ»
Κάτι που σας απασχολεί σε μεγάλο βαθμό είναι το ζήτημα του σιωνισμού και το πως έχει μετεξελιχθεί σήμερα. Πόσο διαφέρει ο σιωνισμός που βλέπουμε στο Ισραήλ σήμερα από αυτό που ήταν στην αρχή, αυτό που ακολούθησαν ο πατέρας και ο παππούς σας;
Είναι εντελώς διαφορετικό. Θα μπορούσατε να πείτε ότι οι σπόροι της μεταμόρφωσης υπήρχαν πάντα, επειδή πάντα ήταν ένα εθνονασιοναλιστικό κίνημα και αυτά τα κινήματα ενέχουν πάντα μια δυναμική προς τη βία, μια δυναμική αποκλεισμού. Αλλά, αυτό που ήταν, τουλάχιστον στην αρχή, είχε φιλοδοξίες για τη δημιουργία μιας δίκαιης κοινωνίας για τους ανθρώπους που ζούσαν σε αυτό που θα γινόταν ένα εβραϊκό κράτος.
Ξεκίνησε ως ένα είδος ανθρωπιστικού κινήματος, ως ένα κίνημα που ασχολούνταν με τα ανθρώπινα δικαιώματα. Ξεκίνησε απευθυνόμενο σε ανθρωπιστικά συναισθήματα, στην απελευθέρωση.
Σήμερα έχει εξελιχθεί σε ιδεολογία εβραϊκής υπεροχής. Είναι ρατσιστική, καθώς προάγει την εβραϊκή υπεροχή. Είναι εξαιρετικά βίαιη. Μεγάλο μέρος εκείνων που αποτελούν σήμερα τις κυρίαρχες φωνές του στο Ισραήλ, είναι αντιδημοκρατικοί και αντιφιλελεύθεροι.
Από τις 7 Οκτωβρίου και μετά, έχει εξελιχθεί σε μια ιδεολογία που δικαιολογεί τη γενοκτονία, ακόμα και αν αρνείται ότι το κάνει. Θα έλεγα ότι πλέον έχει εξελιχθεί σε μια κρατική ιδεολογία που είναι απαράδεκτη. Ένα κράτος που καθοδηγείται από μια τέτοια ιδεολογία, δεν μπορεί παρά να γίνει ένα αυταρχικό κράτος απαρτχάιντ.
Ένα τελευταίο στοιχείο του σιωνισμού, όπως έχει διαμορφωθεί σήμερα, είναι ότι έχει γίνει πολύ θρησκευτικό. Παλιά δεν ήταν έτσι. Οι παππούδες μου ήταν ορθόδοξοι Εβραίοι, αλλά δεν έγιναν σιωνιστές ως ορθόδοξο κίνημα, ως θρησκευτικό κίνημα. Προσχώρησαν σε αυτό επειδή πίστευαν ότι θα παρείχε διαφορετικές ευκαιρίες στους Εβραίους που ήταν μειονότητα – και οι ίδιοι ζούσαν ως μειονότητα στην Πολωνία.
Σήμερα, έχει συνδεθεί με ένα διαφορετικό είδος ιουδαϊσμού που εξελίχθηκε ουσιαστικά από το κίνημα των εποίκων, από το «μπλοκ των πιστών», δηλαδή εκείνους που ξεκίνησαν το εγχείρημα της αποίκισης. Και αυτή είναι μια μορφή εβραϊκής θρησκείας που δεν έχει ξαναδεί κανείς εδώ και χιλιετίες. Πρέπει να πάμε πίσω στην εποχή των Ρωμαίων για να εντοπίσουμε κάποιες ομοιότητες. Είναι ρατσιστική, είναι μεσσιανική. Είναι παράλογη.
Από πολλές απόψεις δεν διαφέρει πολύ από αυτό που βλέπουμε σήμερα και από φονταμενταλιστικά κινήματα όπως η Χαμάς. Έχει ένα ιδανικό με το οποίο δεν μπορείς, να διαφωνήσεις με την λογική. Και δεν ανταποκρίνεται σε κανένα λογικό επιχείρημα. Πρόκειται για μια συγκεκριμένη ερμηνεία του κόσμου, η οποία επομένως, δεν ενδιαφέρεται για τις πλειοψηφίες, για το αν την υποστηρίζει η πλειοψηφία των ανθρώπων.
Δεν ενδιαφέρεται για τα ανθρώπινα δικαιώματα ή για οποιεσδήποτε καθολικές αξίες. Εστιάζει μόνο στον εαυτό της, στην αποστολή που αντιλαμβάνεται ότι έχει στον κόσμο. Σε αυτή την περίπτωση, η αποστολή είναι να αποκτήσει όλη τη γη του Ισραήλ, για τους Εβραίους, η οποία δεν είναι πολύ καλά καθορισμένη, επειδή θα μπορούσε να είναι άγνωστη και θα μπορούσε να βρίσκεται και στην Ιορδανία και ποιος ξέρει πού αλλού.
Στο βιβλίο σας αναφέρετε ότι ο πατέρας σας, ο «τελευταίος σιωνιστής» όπως τον αποκαλείτε, συνειδητοποίησε ότι η χώρα του έχει αλλάξει τόσο πολύ στο σημείο να μην την αναγνωρίζει, όταν εκλέχθηκε πρωθυπουργός ο Μπ. Νετανιάχου. Υπήρξε κάποια παρόμοια στιγμή για εσάς;
Υπήρξαν αρκετές στιγμές. Ίσως η πιο σημαντική, όπως γράφω και στο βιβλίο, ήταν κατά το ξέσπασμα της πρώτης Ιντιφάντα όταν ανέμενα, όπως και πολλοί ακόμα, ότι θα μας καλούσαν σε εφεδρική στρατιωτική υπηρεσία – και θα είχα εμπλακεί αν δεν είχα την τύχη να πάρω μια υποτροφία στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ο τότε υπουργός Άμυνας, Γιτζάκ Ράμπιν, έλεγε: «Πρέπει να πάμε και να σπάσουμε τα χέρια και τα πόδια των Παλαιστινίων εφήβων στην κατεχόμενη περιοχή». Όπως του είχα γράψει σε επιστολή που του έστειλα, αυτό μου φάνηκε ως η αρχή μιας αποκτήνωσης των ισραηλινών στρατευμάτων που θα οδηγούσε σε μια επικίνδυνη κατηφόρα αποανθρωποποίησης των Παλαιστινίων.
Αυτή ήταν η στιγμή που με έκανε να μην θέλω να είμαι στο Ισραήλ. Ήταν στα τέλη του 1987 και μόλις είχα επιστρέψει από τη Βρετανία, όπου έκανα το διδακτορικό μου. Όταν είχα φύγει ήμουν αποφασισμένος να ολοκληρώσω τις σπουδές μου όσο το δυνατόν γρηγορότερα και να επιστρέψω στο Ισραήλ, γιατί μου έλειπε το σπίτι μου, οι φίλοι μου, οι δικοί μου άνθρωποι. Αλλά τελικά αυτά τα πέντε χρόνια από το 1983 που ξεκίνησα το διδακτορικό μου, έκαναν μεγάλη διαφορά.
Η δεύτερη στιγμή, νομίζω ότι ήταν αρκετά συγκλονιστική για μένα. Ήρθε όταν βρισκόμουν ήδη στις Ηνωμένες Πολιτείες λίγα χρόνια αργότερα, το 1995, και τότε δολοφονήθηκε ο Ράμπιν. Ενώ ήταν ο ίδιος άνθρωπος που εξέδωσε αυτές τις βίαιες διαταγές το 1987 ήταν η τελευταία ελπίδα που θα έδινε κάποια λύση στην κατοχή.
Θυμάμαι πολύ καλά το σοκ εκείνης της στιγμής, όχι επειδή τον συμπαθούσα, αλλά επειδή τον θεωρούσα τον μόνο άνθρωπο, λόγω του ιστορικού του και της ακεραιότητάς του, που θα μπορούσε να το επιτύχει αυτό. Η δολοφονία του ήταν μια πολύ επιτυχημένη πολιτική δολοφονία, επειδή πραγματικά σκότωσε τις προοπτικές για κάποιας μορφής ειρήνη.
Νομίζω λοιπόν, ότι αυτές ήταν δύο πολύ έντονες στιγμές για μένα. Φυσικά, υπήρξαν πολλές ακόμη αργότερα, αλλά αυτές οι δύο σίγουρα ξεκίνησαν μια διαδικασία αλλαγής στην προσωπική μου αντίληψη για τα πράγματα.
«ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΔΙΚΑΙΟΥ ΣΤΟ ΙΣΡΑΗΛ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑΣ ΘΕΣΜΟΣ ΠΟΥ ΑΜΦΙΣΒΗΤΕΙΤΑΙ»
Πώς νιώθετε αυτή την στιγμή για όσα κάνει το Ισραήλ;
Είναι πολύ καταθλιπτικό από πολλές απόψεις και είναι τρομακτικό. Πρώτα απ’ όλα, εξαιτίας αυτού που έχει καταλήξει να γίνει ένα είδος εθισμού στη βία. Η νοοτροπία των Ισραηλινών αυτή τη στιγμή είναι ότι «παρόλο που τα πράγματα μπορεί να είναι άσχημα, δεν έχουμε άλλη επιλογή. Απλά πρέπει να συνεχίσουμε να το κάνουμε».
Και αυτό σημαίνει ότι η κοινωνία έχει εθιστεί τόσο στη βία όσο και στην άρνηση του τι κάνει. Έτσι, στην περίπτωση της Γάζας, για παράδειγμα, υπάρχει μία τόσο μεγάλη άρνηση της γενοκτονίας όσο και βεβαιότητα ότι είναι απαραίτητη. Αυτός ο τρόπος σκέψης δεν είναι απλώς λανθασμένος, είναι και αυτοκαταστροφικός. Δεν μπορείς να απελευθερωθείς από αυτό το είδος σκέψης.
Το μόνο πράγμα που σου επιτρέπει να ξυπνήσεις από αυτό είναι κάποιο σοκ. Αλλιώς είσαι εντελώς εθισμένος σε αυτό. Δεν μπορείς να σταματήσεις.
Η χώρα έχει γίνει πραγματικά βαθιά ρατσιστική και αυτό δεν ισχύει μόνο για την δεξιά. Είναι διάχυτο σε μεγάλα κομμάτια της ισραηλινής κοινωνίας. Η κοινωνία έχει καταστεί ανίκανη να σκεφτεί πολιτικά. Σκέφτεται μόνο με όρους βίας. Αυτό περιλαμβάνει και την αντιπολίτευση.
Αν η αντιπολίτευση αναλάβει τη διακυβέρνηση από τον Νετανιάχου, κάτι που ελπίζω να συμβεί, δεν δείχνει καμία ικανότητα στο να προσφέρει ένα εναλλακτικό πολιτικό σενάριο, πέρα από το γεγονός ότι αντικατέστησαν τον Νετανιάχου και τον Σμότριτς – κάτι που θα ήταν θετικό, αλλά δεν έχουν δικό τους πολιτικό πρόγραμμα.
Ακόμα κι αν ήμουν ένας απόλυτα αντικειμενικός παρατηρητής – πράγμα που δεν είμαι – είναι πολύ καταθλιπτικό να τα παρακολουθείς όλα αυτά. Είμαι μέρος αυτής της κοινωνίας. Έζησα εκεί πολλά χρόνια. Υπηρέτησα στο στρατό και σπούδασα εκεί. Το να βλέπεις πόσο γρήγορα συνέβη η αλλαγή, πόσο αγνώριστη είναι η κατάσταση, σε συγκλονίζει.
Θέλω να βγάλω τα δικά μου συμπεράσματα από όσα συμβαίνουν αλλά έχω υποσχεθεί στον εαυτό μου να μην πάω εκεί, μέχρι τις εκλογές – και ανάλογα με τα αποτελέσματα των εκλογών.
Θα ήθελα να πάω εκεί και να ξαναδώ την κοινωνία από κοντά. Θέλω επίσης να δω τα εγγόνια μου, τα οποία δεν έχω δει από το περασμένο καλοκαίρι. Και να δω τους φίλους μου. Αλλά υπάρχει επίσης , και το παραδέχομαι, μια αίσθηση δισταγμού και κάποια ανησυχία, επειδή δεν ξέρω ακριβώς τι σκέφτονται οι άνθρωποι που γνωρίζω για αυτά που έχω πει.
Φοβάστε δηλαδή να πάτε στο Ισραήλ; Έχουν υπήρξει αντιδράσεις όσον αφορά αυτά που λέτε δημόσια;
Ένας από τους λόγους για τους οποίους δεν θα πήγαινα εκεί αυτή τη στιγμή είναι επειδή το κράτος δικαίου στο Ισραήλ είναι πλέον ένας θεσμός που αμφισβητείται πολύ έντονα.
Ο υπουργός Εθνικής Ασφάλειας, ο Μπεν-Γβίρ – μαζί με τον υπουργό Δικαιοσύνης και φυσικά, τον πρωθυπουργό- έχει καταφέρει να υποτάξει και να εκφοβίσει το δικαστικό σύστημα. Το Ανώτατο Δικαστήριο έχει υποστεί μεγάλο εκφοβισμό. Στα κατώτερα δικαστικά κλιμάκια έχουν διεισδύσει άτομα που προέρχονται από το εθνικοθρησκευτικό κίνημα. Η αστυνομία έχει γίνει εργαλείο στα χέρια του Μπεν-Γβίρ – ο οποίος είναι υπεύθυνος για την αστυνομία- και έχει μετατραπεί σε μια μορφή προσωπικής του πολιτοφυλακής.
Συλλαμβάνονται άνθρωποι χωρίς κανέναν απολύτως λόγο, ταπεινώνονται, τους γδύνουν…Αναφέρομαι σε Εβραίους διαδηλωτές ή σε Εβραίους που έχουν εκφράσει οποιαδήποτε άποψη στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Οι ισραηλινές φυλακές έχουν μετατραπεί πλέον σε κέντρα βασανιστηρίων για τους Παλαιστινίους. Υπάρχουν πολλές αναφορές για αυτό. Είδαμε Ευρωπαίους να λένε κάτι επιτέλους, όταν οι δικοί τους πολίτες ταπεινώθηκαν, ξυλοκοπήθηκαν και βιάστηκαν κατά τη διάρκεια της τελευταίας νηοπομπής (flotilla). Αλλά για αυτά που συμβαίνουν στους Παλαιστίνιους στις ισραηλινές φυλακές, οι Ευρωπαίοι ηγέτες δεν είπαν σχεδόν τίποτα, επειδή δεν πρόκειται για δικούς τους πολίτες. Δεν τους νοιάζει τόσο πολύ.
Έτσι, το να μπει στη χώρα κάποιος σαν εμένα – που έχω μιλήσει για την ανάγκη επιβολής κυρώσεων στο Ισραήλ – σημαίνει ότι θα μπορούσα να συλληφθώ αν κάποιος ήθελε να το κάνει. Θα μπορούσαν να με κρατήσουν εκεί για όσο διάστημα θέλουν, μέχρι να με απελάσουν ή οτιδήποτε άλλο.
«ΣΤΟ ΙΣΡΑΗΛ ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΜΙΛΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΟΧΗ»
Από την τελευταία σας επίσκεψη αλλά και γενικά από την εμπειρία σας από την Ισραηλινή κοινωνία, γιατί είναι τόσο αδιάφοροι οι Ισραηλινοί για τα όσα συμβαίνουν; Υπάρχει έλλειψη πληροφόρησης; Επικεντρώνονται μόνο στο δικό τους συλλογικό τραύμα ή υπάρχει ένας κύκλος βίας που έτσι και αλλιώς κάποια στιγμή θα εκρήγνυτο;
Ειλικρινά, πιστεύω ότι ισχύουν όλα τα παραπάνω. Αν κοιτάξουμε τις βαθύτερες ρίζες, η ισραηλινή κοινωνία δεν έχει δείξει σχεδόν κανένα ενδιαφέρον για τους Παλαιστινίους εδώ και πολύ καιρό. Χρονολογείται από το 1948.
Η κατοχή διαρκεί πλέον 59 χρόνια. Όταν κατακτάς έναν λαό, τον απανθρωποποιείς. Σταματάς να τους σκέφτεσαι ως ανθρώπους σαν εσένα και αν το κάνεις για μεγάλο χρονικό διάστημα, τότε δημιουργείς μια συγκεκριμένη άποψη για αυτή την ομάδα: δεν αξίζει δικαιώματα, δεν έχει τις ίδιες αξίες και ιδέες με εσένα, είναι μια ομάδα που πρέπει να κρατάς υποταγμένη, γιατί αλλιώς θα εξεγερθεί.
Έτσι, δημιουργείται μια απανθρωποποίηση, μια βαρβαροποίηση όχι μόνο των ανθρώπων που κατακτάς, αλλά και της ίδιας σου της κοινωνίας. Και αυτό είναι σίγουρα ένα πρόβλημα.
Η κατοχή έπαψε να αποτελεί θέμα συζήτησης στο Ισραήλ πριν από δεκαετίες. Κανείς δεν μιλάει για την κατοχή. Ο όρος δεν χρησιμοποιείται καν. Θεωρείται όρος της ριζοσπαστικής αριστεράς. Αυτό είναι λοιπόν το ένα στοιχείο.
Το δεύτερο είναι αυτό που είπες, και που γράφω γι’ αυτό στο βιβλίο, ότι στο Ισραήλ τουλάχιστον από τη δεκαετία του 1980, το Ολοκαύτωμα έγινε μια απειλή άμεσου υπαρξιακού κινδύνου. Αυτό στράφηκε εναντίον των Παλαιστινίων, επειδή κανείς άλλος δεν αποτελεί πραγματικά μια αληθινή απειλή για το Ισραήλ. Δεν υπάρχει κάποιος στρατός που να ετοιμάζεται να επιτεθεί στο Ισραήλ, ούτε ανάμεσα στους γείτονές του.
Ο τελευταίος πόλεμος που διεξήγαγε το Ισραήλ – ένας πραγματικός πόλεμος στον οποίο συμμετείχα- ήταν ο πόλεμος του 1973. Αυτός ήταν ο πόλεμος εναντίον ενός στρατού. Από τότε, το Ισραήλ έχει εμπλακεί σε πολέμους που επέλεξε, οι οποίοι δεν ήταν επείγοντες, αλλά προκλήθηκαν από το ίδιο.
Έτσι, με αυτή την έννοια, η χρήση του Ολοκαυτώματος, ως εργαλείου για να εκφοβίσει την ισραηλινή κοινωνία και να την πειθαρχήσει, παρουσιάζοντας τους Παλαιστινίους ως υπαρξιακό κίνδυνο –και όχι ως μια ομάδα που καταπιέζεται και που, όπως κάθε καταπιεσμένη ομάδα, έχει δικαίωμα στην απελευθέρωση- έχει λειτουργήσει με μεγάλη επιτυχία.
Αν προσθέσετε σε αυτό, τα γεγονότα της 7ης Οκτωβρίου, όπου σφαγιάστηκαν Ισραηλινοί πολίτες, ο ισραηλινός στρατός έχασε τον έλεγχο, η κυβέρνηση αποδείχθηκε ανίκανη και η Χαμάς που θεωρούνταν ομάδα που δεν θα μπορούσε ποτέ να βγει από τη Γάζα, κατάφερε να βγει και σκότωσε εκατοντάδες στρατιώτες του ισραηλινού στρατού, ξύπνησαν το σοκ του τραύματος.
Όσον αφορά τα ισραηλινά ΜΜΕ, αν παρακολουθείς μόνο τα ισραηλινά ΜΜΕ, ζεις σε έναν εντελώς διαφορετικό κόσμο όπου : «Όλος ο κόσμος είναι εναντίον μας», «Οι στρατιώτες μας είναι ήρωες», «Οι Παλαιστίνιοι δεν είναι αξιόπιστοι», «Η Χαμάς είναι έτοιμη να αναλάβει δράση» Οποιαδήποτε κριτική προς το Ισραήλ χαρακτηρίζεται αντισημιτική.
Αλλά φυσικά, δεν είναι δύσκολο να βρεις πληροφορίες σε άλλα μέσα. Μιλάμε για μια επιλογή που κάνουν οι Ισραηλινοί να ακούνε μόνο τα δικά τους μέσα ενημέρωσης και να βυθίζονται σε αυτό το είδος αυτολύπησης «για όλα όσα μας έκαναν», για το ότι «ο κόσμος μάς έχει ξεχάσει και δεν μας συμπαθεί πια, και τώρα είναι με το μέρος του εχθρού», «οι Παλαιστίνιοι, η Χεζμπολάχ και το Ιράν θέλουν να μας εξοντώσουν και γι’ αυτό δεν έχουμε άλλη επιλογή από το να συνεχίσουμε να πολεμάμε». Είναι μια περίπλοκη κατάσταση και οι άνθρωποι δεν μπορούν να βγουν από αυτό. Είναι πραγματικά κολλημένοι σε αυτό.
Εν μέρει, έχει να κάνει και με το γεγονός ότι ο Νετανιάχου έχει καταφέρει να πείσει το ισραηλινό κοινό ότι η κατοχή μπορεί να τεθεί υπό έλεγχο και ότι είναι ο μόνος ηγέτης που μπορεί να οδηγήσει τον λαό μέσα από την έρημο. Ακόμα κι αν τον μισούν μεγάλα τμήματα του πληθυσμού του Ισραήλ, θεωρείται αναντικατάστατος. Θεωρείται ο πρωθυπουργός που ήταν πάντα εκεί και είναι ο μόνος άνθρωπος που μπορεί επίσης να εκπροσωπήσει το Ισραήλ στον υπόλοιπο κόσμο.
Και ο δικός του στόχος -και αυτό είναι εντελώς ξεχωριστό από τους ριζοσπαστικούς υπουργούς γύρω του – ήταν πάντα να δημιουργήσει μια κατάσταση όπου οι Παλαιστίνιοι θα ήταν είτε εντελώς υποταγμένοι είτε εκδιωγμένοι, και το Ισραήλ θα είχε τον έλεγχο όλων των κατεχόμενων εδαφών. Και για πολύ καιρό, κατάφερε να το κάνει αυτό.
Και, ξέρετε, μέχρι τώρα έχει καταφέρει να διορίσει ανθρώπους σε καίριες θέσεις στον τομέα της ασφάλειας και του πολιτικού μηχανισμού, ώστε ακόμα και αν αποχωρήσει από το αξίωμα, φαίνεται να πιστεύει ότι θα είναι σε θέση να ελέγχει τα πράγματα με κάποιο τρόπο, επειδή όλοι οι άνθρωποι που βρίσκονται σε αυτές τις θέσεις το οφείλουν σε αυτόν.
Το κοινό δεν έχει αντιδράσει. Ενδεικτικό αυτού ήταν ότι κατά τη διάρκεια του τελευταίου πολέμου με το Ιράν, όταν εκτοξεύονταν πύραυλοι εναντίον του Ισραήλ και οι Ισραηλινοί κάθονταν σε καταφύγια, αναρωτιόμασταν: γιατί το ιρανικό κοινό δεν εξεγείρεται εναντίον του δικού του καθεστώτος; Και κανείς δεν έθεσε το ερώτημα: γιατί οι Ισραηλινοί, που κάθονται σε καταφύγια, υπηρετούν εκατοντάδες ημέρες στην εφεδρεία και βλέπουν την οικονομία να καταρρέει, δεν ξεσηκώνονται εναντίον της κυβέρνησής τους;
Υπάρχει ένα είδος μηχανισμού στο Ισραήλ, ένας κομφορμισμός, ο οποίος είναι παλιός και πάντα υπήρξε μια πολύ κομφορμιστική κοινωνία, παρά την εικόνα που έχει για τον εαυτό της ως επαναστατική και που δεν υπακούει ποτέ στους κανόνες. Στην πραγματικότητα είναι βαθιά κομφορμιστική. Και αυτός ο κομφορμισμός έχει ενισχυθεί σημαντικά μετά την επίθεση της Χαμάς, η οποία τους έκανε όλους να ενωθούν εναντίον των εχθρών του Ισραήλ, ξένων και εσωτερικών.
Ένα σημαντικό ερώτημα είναι: τι είναι αυτό που κάνει μια κοινωνία να συναινεί στην γενοκτονία στη Γάζα, καθώς και στην εθνοκάθαρση, στην καθημερινή βία στη Δυτική Όχθη και στα τεράστια κύματα βίας τώρα στο Λίβανο και ούτω καθεξής; Τι κάνει μια κοινωνία είτε να υποστηρίζει αυτά τα γεγονότα, είτε να παραμένει αδιάφορη απέναντί τους; Ποιος είναι ο μηχανισμός που το προκαλεί αυτό;
Αυτό είναι ένα είδος ψύχωσης. Είναι ένα σύμπτωμα πολλών χρόνων κατά τα οποία, η κοινωνία έχει συνηθίσει το 50% της να ελέγχει το άλλο 50% σε καθημερινή βάση και είναι τόσο αδιάφορη και το αρνείται όσο και το εφαρμόζει ταυτόχρονα. Μιλάμε για μια κατοχή που πρέπει να επιβάλλεται καθημερινά.
Είναι μια κοινωνία που γίνεται όλο και πιο παρανοϊκή. Που φοβάται πάντα ότι με κάποιο τρόπο, ανά πάσα στιγμή, μπορεί να καταστραφεί, ακόμα και αν η πιθανότητα αυτού έχει μειωθεί σημαντικά με τα χρόνια. Ο φόβος ότι αυτό θα συμβεί έχει αυξηθεί.
O συγκεκριμένος τρόπος εκπαίδευσης και πολιτικής ρητορικής έχει καταφέρει να δημιουργήσει αυτό το αίσθημα φόβου. Και είναι μια κοινωνία που, ειδικά σε περιόδους κρίσης, έχει αυτόν τον μηχανισμό να κλείνεται στον εαυτό της. Λένε ότι «ο κόσμος είναι εναντίον μας και πρέπει να σφίξουμε τις τάξεις μας, να μην ακούμε όλες αυτές τις κριτικές και απλά να προχωρήσουμε». Αυτή, όπως γράφω στο βιβλίο, είναι μια στάση τόσο επιθετική όσο εύθραυστη. Η ρίζα αυτής της ψύχωσης είναι ο διαρκής φόβος ότι κάτι τρομερό μπορεί να μας συμβεί ανά πάσα στιγμή.
«ΤΟ ΙΣΡΑΗΛ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ ΝΑ ΕΧΕΙ ΤΗΝ ΤΥΧΗ ΤΗΣ ΝΟΤΙΟΥ ΑΦΡΙΚΗΣ»
Θα μπορέσουν να βγουν από αυτό;
Πώς αναρρώνεις από αυτό; Nομίζω ότι ο μόνος τρόπος για να γίνει είναι μέσω της θεραπείας σοκ. Δεν θα συμβεί απλώς και μόνο επειδή ένα κόμμα κερδίσει τις εκλογές έναντι ενός άλλου. Αυτό δεν θα φέρει μια σημαντική αλλαγή, αλλά η θεραπεία σοκ που εννοώ είναι ότι το Ισραήλ θα υποβληθεί σε μια σειρά πολιτικών, στρατιωτικών και οικονομικών κυρώσεων, που θα το επαναφέρουν στη θέση που του αρμόζει και θα ορίσουν τα όρια της εξουσίας του.
Αυτό όμως θα δημιουργήσει αυξανόμενες εντάσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αλλά αυτή τη στιγμή, επιτρέπεται στο Ισραήλ όχι μόνο να συμπεριφέρεται με αυτόν τον τρόπο, αλλά οι ενέργειές του διευκολύνονται από τη βοήθεια των Ευρωπαίων ηγετών και, φυσικά, των Ηνωμένων Πολιτειών. Αυτό χρειάζεται να αλλάξει.
Η δική μου αίσθηση είναι ότι αυτό θα επέφερε μια σημαντική αλλαγή στο ίδιο το Ισραήλ, επειδή υπάρχει μια περίεργη προσδοκία στο Ισραήλ ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να σταθούν στο πλευρό του, πρέπει να του παρέχουν όπλα, πρέπει να αποδεχθούν τις ισραηλινές απαιτήσεις.
Παρότι υπάρχουν φωνές στο Ισραήλ που λένε ότι έχει γίνει απλώς πελάτης των Ηνωμένων Πολιτειών, ότι αν ο Πρόεδρος Τραμπ του πει να κάνει κάτι, πρέπει να το κάνει, υπάρχει η προσδοκία ότι τελικά το Ισραήλ θα μπορεί να τη γλιτώνει ό,τι κι αν θέλει να κάνει. Αν αυτό αφαιρεθεί,τότε το Ισραήλ θα πρέπει να αλλάξει ολόκληρο το πολιτικό του πρότυπο, από ένα που είναι προσανατολισμένο μόνο στη βία και τον πόλεμο σε ένα που είναι προσανατολισμένο στην πολιτική.
Αυτό, παρεμπιπτόντως, ήταν το αρχικό νόημα του σιωνισμού. Ήταν πολύ ρεαλιστικό. Είχε πλήρη επίγνωση της αδυναμίας των Εβραίων ως ομάδας. Ήταν πάντα πολύ καλά ενήμερος ότι είναι μια μικρή χώρα που πρέπει να προσπαθήσει να επιτύχει τους στόχους της και να το κάνει αυτό σύμφωνα με εκείνους που την υποστηρίζουν. Αυτό έχει χαθεί εντελώς τώρα. Η ψύχωση δεν θα θεραπευτεί από μέσα. Καμία ποσότητα ηρεμιστικών ή άλλων φαρμάκων που οι Ισραηλινοί καταναλώνουν σε πολύ μεγάλες ποσότητες, δεν θα βοηθήσει.
Όπως φαίνεται και στο βιβλίο, βλέπετε πολύ ξεκάθαρα ότι αν συνεχίσει να βαδίζει έτσι το κράτος του Ισραήλ οδηγείται σε μια καταστροφή όμοια με αυτή της Νότιας Αφρικής. Είναι πραγματικά ενδιαφέρον το γεγονός ότι εσείς βλέπετε τόσο ξεκάθαρα την ιστορία να επαναλαμβάνετε, οι πολιτικοί δεν μπορούν να το δουν αυτό….
Πιστεύω ότι πρόκειται για μια πορεία αυτοκαταστροφής ως κοινωνία, με ό,τι απομεινάρια διαθέτει από δημοκρατία, φιλελευθερισμό, κράτος δικαίου, απλή στοιχειώδη ευπρέπεια και κοινωνία των πολιτών. Όλα αυτά καταστρέφονται.
Η χώρα, φυσικά, θα παραμείνει, αλλά αν συνεχίσει σε αυτή την πορεία – και δεν φαίνεται να την σταματάει κανείς- θα γίνει ένα αυταρχικό, θεοκρατικό κράτος απαρτχάιντ. Ως εκ τούτου, μακροπρόθεσμα, μπορεί να περιμένει να έχει την ίδια τύχη με τη Νότια Αφρική, δηλαδή να γίνει αντικείμενο αυξανόμενων κυρώσεων. Βρίσκεται, φυσικά, ήδη σε καλό δρόμο για να γίνει ένα κράτος-παρίας.
Η δύναμη του Ισραήλ τις τελευταίες δεκαετίες βρίσκονταν στις πολλαπλές συμμαχίες και σχέσεις του με άλλες χώρες, με τις δυτικές χώρες, με την Ευρώπη, με την ΕΕ, με τις ΗΠΑ, αλλά και με άλλες χώρες, όπως η Κίνα και η Ινδία. Η απώλεια αυτών θα είναι καταστροφική για τη χώρα αυτή όσον αφορά την τεχνολογία, την ανάπτυξη, και φυσικά τη στρατιωτική της ισχύ. Αυτή είναι η κατεύθυνση προς την οποία οδεύει, εκτός αν συμβεί κάτι.
Και αυτό το κάτι, κατά τη γνώμη μου, παραδόξως, είναι ότι η χώρα θα γίνει ισχυρότερη αν συνειδητοποιήσει τις ευπάθειες και τις αδυναμίες της. Θα γίνει πιο αδύναμη αν συνεχίσει να χρησιμοποιεί τη δύναμη και τη βία σαν να μην υπάρχει όριο σε αυτό.
Προφανώς προκαλεί τεράστια ζημιά σε άλλους. Αυτό είναι, στην ουσία η δολοφονία δεκάδων χιλιάδων Παλαιστινίων, η εκτόπιση πάνω από ενός εκατομμυρίου Λιβανέζων και ούτω καθεξής.
Αλλά καταστρέφει τον εαυτό της από μέσα. Και μόλις δεν είναι πλέον σε θέση να παρουσιάζεται ως η μόνη δημοκρατία στη Μέση Ανατολή, ως ένα είδος φάρου φωτός από την Ανατολή θα γίνει πολύ γρήγορα εσωτερικά βίαιη και όλο και λιγότερο βιώσιμη, ως λειτουργικό κράτος.