24 Media Creative Team

ΤΡΥΠΕΣ ΚΑΙ ΞΥΛΙΝΑ ΣΠΑΘΙΑ – ΠΩΣ Ο ΣΙΜΟΣ ΣΑΛΤΙΕΛ ΕΦΤΙΑΞΕ ΤΑ ΠΙΟ ΚΛΑΣΙΚΑ ΤΟΥΣ ΕΞΩΦΥΛΛΑ

Μια αφήγηση-ποταμός από τον άνθρωπο που βρίσκεται πίσω από μερικά από τα πιο εμβληματικά εξώφυλλα του ελληνικού ροκ.

Να το πούμε απλά: Μερικά από τα πιο σημαντικά εξώφυλλα ελληνικών ροκ δίσκων ανήκουν στον Σίμο Σαλτιέλ, τον γραφίστα απ’ τη Θεσσαλονίκη που συμπορεύτηκε με τα μεγάλα ροκ συγκροτήματα της πόλης του.

Μωρά στη Φωτιά, Ξύλινα Σπαθιά και Τρύπες.

Εξώφυλλα τόσο κλασικά όσο και τα ίδια τα άλμπουμ που ντύνουν. Τόσο χαρακτηριστικά όσο και τα τραγούδια που σήμερα θεωρούνται τα ορόσημα του ελληνικού ροκ.

“Ξεσσαλονίκη”, “Εννιά Πληρωμένα Τραγούδια”, το πρώτο και ομώνυμο των Μωρών στη Φωτιά -και αξεπέραστο-, και ένα σωρό ακόμη, που μάρκαραν με κόκκινο στυλό τα ‘90s και που αρκεί απλά να δεις την εικονογράφηση του Σαλτιέλ για να τα αναγνωρίσεις, χωρίς να χάσεις τον χρόνο σου με τίτλους ή ονόματα συγκροτημάτων.

Βλέπεις την πιπίλα στο άσπρο φόντο και ξέρεις ότι είναι Μωρά στη Φωτιά. Βλέπεις δυο παιδάκια να αυθαδιάζουν με τις γλώσσες τους έξω και ξέρεις ότι είναι Ξύλινα Σπαθιά.

Όλα εικόνες βγαλμένες απ’ το μυαλό του, σε συνεννόηση ή και μη, με τις μπάντες που του ανέθεσαν να εικονογραφήσει τις μουσικές τους.

Ο Σίμος Σαλτιέλ

Φυσικά, η δουλειά του δεν τελείωσε εκεί, ούτε σε αυτά τα εξώφυλλα δίσκων ούτε και γενικά σε εξώφυλλα, καθώς ο Σαλτιέλ είναι ένας πολύπειρος γραφίστας. Με την εταιρεία του την Red Creative, έχουν αναλάβει ένα σωρό πρότζεκτς όλα αυτά τα χρόνια.

Όμως εμείς σήμερα δεν θα μιλήσουμε για αυτά. Ούτε καν για τα εξώφυλλα σε Αγγελάκα και Βελιώτη ή Σωκράτη Μάλαμα. Θα θέλαμε μέρες για να τα συμπεριλάβουμε όλα. Μόνο για Μωρά στη Φωτιά, Ξύλινα Σπαθιά και Τρύπες.

Ακολουθεί η αφήγηση του Σίμου Σαλτιέλ και τον ευχαριστούμε που μοιράζεται μαζί μας αυτές τις ιστορίες για πρώτη φορά.

ΜΩΡΑ ΣΤΗ ΦΩΤΙΑ

Τα Μωρά στη Φωτιά είναι η δεύτερη μπάντα που κάναμε ποτέ εξώφυλλο. Η πρώτη ήταν οι Mushrooms (“Scarecrow Prices”).

Τότε είχε έρθει στη Θεσσαλονίκη ένας δημοσιογράφος, ο Χρήστος Ζαμπούνης. Είχε μια επαφή με το περιοδικό “Πρόσωπα” του Άρη Δαβαράκη, που ήταν πολύ της μόδας στα ’80s, ασπρόμαυρο και λίγο απομίμηση των αντίστοιχων βρετανικών lifestyle και μουσικών εντύπων.

Η αφορμή για να τους κάνει συνέντευξη ήταν ότι τα Μωρά ήταν από τη Βέροια, από όπου είχε καταγωγή και ο ίδιος, αλλά στην ουσία τον τραβούσε όλη η φάση των Λαδάδικων, η περιοχή, τα στούντιο, τα μικρομάγαζα, η ατμόσφαιρα.

Έψαχνε φωτογράφο και έτυχε να φτάσει σε μένα μέσω κάποιου φίλου. Κλείσαμε ραντεβού στο προβάδικο των Μωρών. Πήγα χωρίς να ξέρω τι ακριβώς γίνεται, με έναν υποτυπώδη εξοπλισμό (μια μηχανή κι ένα φως).

Αυτοί περίμεναν ότι θα στηθούν για τις φωτογραφίες. Τους λέω όμως “καλύτερα, παίξτε”, καθώς μου φάνηκε ότι θα ήταν πιο φυσικό το αποτέλεσμα αν τους φωτογράφιζα έτσι. Παίζουν δυο-τρία κομμάτια, πολύ ωραία, τους τραβάω φωτογραφίες και μετά κατεβαίνουμε κάτω, στον δρόμο, και συνεχίζω να τους φωτογραφίζω.

Από αυτές τις φωτογραφίες, δυο μπήκαν τελικά στο περιοδικό “Πρόσωπα”, τον Δεκέμβριο του ’86. Το άρθρο λεγόταν “Ροκ στα Λαδάδικα” και δεν ήταν για τα Μωρά· ήταν για την περιοχή. Είχε και φωτογραφίες που έβγαλα των μαγαζιών που πουλούσαν τσουβάλια, λάδια, ελιές κλπ. Και κάπου εκεί δημοσιεύτηκαν και δύο φωτογραφίες των Μωρών, χωρίς να υπάρχει εκτενής αναφορά σε αυτούς. Απλώς στο τέλος έγραφε ότι σε αυτό το προβάδικο κάνουν πρόβες οι τάδε και οι τάδε, ανέφερε δηλαδή πέντε ονόματα, μεταξύ των οποίων ήταν και αυτοί.

Κάποια στιγμή με ρώτησαν απ‘ το συγκρότημα αν είμαι φωτογράφος. Τους λέω “όχι, δεν είναι ακριβώς αυτή η δουλειά μου, είμαι γραφίστας”. Και φυσικά με ρωτάνε το απολύτως λογικό για εκείνη την εποχή, “τι είναι αυτό;”. Το ’86 δεν το ήξερε κανείς το επάγγελμα. Προσπαθώ να τους το εξηγήσω με απλό τρόπο και τους λέω: “αν ποτέ βγάλετε δίσκο, εγώ θα σας κάνω το εξώφυλλο”. Εκεί το πιάνουν.

Περνάει περίπου ένας χρόνος και με παίρνουν τηλέφωνο: “Θυμάσαι που μας το είχες πει; Γράψαμε δίσκο και θέλουμε εξώφυλλο”. Και κάπως έτσι ξεκίνησε.

Η πρώτη εντύπωση; Θυμάμαι ότι μου φάνηκαν ωραία τσογλανάκια, μαγκάκια. Λίγο επαρχία, αλλά με την καλή έννοια. Ήταν του δρόμου, φαίνονταν κιόλας ότι ήταν πεινασμένοι με την ουσιαστική έννοια, όχι για επιτυχία. Τότε δεν είχαν σπίτι, έμεναν από δω κι από κει, σε εστίες ή σε φίλους. Ζόρικα πράγματα.

Αυτό που τους κρατούσε ενωμένους ήταν η καύλα τους για τη μουσική. Ευτυχώς, κάποια στιγμή έγραψαν δίσκο, πήγε καλά και ξεκίνησαν την καριέρα τους -γιατί υπάρχουν και τόσοι που δεν τα καταφέρνουν ποτέ.

Ήρθαν στο γραφείο, μας είπαν πέντε πράγματα για τον δίσκο και τους είπαμε “ΟΚ, θα κάνουμε κάποιο προσχέδιο”. Μας είχαν φέρει και μια κασέτα να ακούσουμε, αλλά δεν έπαιξε μεγάλο ρόλο στο τελικό αποτέλεσμα του εξωφύλλου. Άλλωστε εγώ, τότε, δεν καταλάβαινα και πολύ αυτό που λέμε ελληνικό ροκ. Ήταν η εποχή που ακόμα ο ελληνικός στίχος μού κλωτσούσε. Μη βλέπετε τώρα που είναι όλοι εξοικειωμένοι. Το ‘86 λίγοι άνθρωποι έπαιζαν αυτή τη ροκ-πανκ-new wave φάση με ελληνικό στίχο. Ακούσαμε μια φορά την κασέτα και είπαμε “ΟΚ, εμάς μας ενδιαφέρει τώρα τι θα κάνουμε με το εξώφυλλο”.

Η ιδέα ήταν πάναπλη. Το συγκρότημα λέγεται Μωρά στη Φωτιά, οπότε παίρνεις μια πιπίλα και της βάζεις φωτιά. Τόσο απλό. Αλλά οι πιο καλές ιδέες συνήθως είναι και απλές.

Ήταν μια κλασική κίτρινη πιπίλα. Τότε άρχισαν να βγαίνουν πιο… φουτουριστικές, αλλά εγώ ήθελα την ορίτζιναλ, αυτή που θυμόμουν από παιδί. Λίγο παιδεύτηκα, γύρισα σε δύο-τρία φαρμακεία μέχρι να τη βρω. Την έχω ακόμα -ή μάλλον έχω τα κομμάτια της, καθώς είχε διαλυθεί.

Της έβαλα φωτιά με έναν αναπτήρα και την τοποθέτησα πάνω σε ένα απλό άσπρο φόντο από χαρτί. Τράβηξα τη φωτογραφία με φιλμ, τύπωσα -και κάπως έτσι βγήκε το εξώφυλλο.

Δεν τους άρεσε όμως και μου λένε “Τι είναι αυτό; Πολύ άδειο”. Προσπάθησα να τους πείσω, τους είπα για την μπανάνα του Γουόρχολ στο άλμπουμ των Velvet Underground αλλά δεν τσίμπησαν. Τελικά το απορρίψανε και μας ζήτησαν να κάνουμε κάτι άλλο. Λίγο απογοητευτήκαμε… Κρίμα, λέγαμε, θα ήταν ωραίο αυτό το εξώφυλλο.

Μετά από ένα μήνα ήρθαν ξανά για να συζητήσουμε, λίγο μαζεμένοι αυτήν τη φορά. Τότε μας είπαν τι είχε συμβεί: ενώ έγραφαν τον δίσκο, είχε έρθει ένας από τους δύο ανθρώπους που, εντελώς φιλικά, τους είχαν βοηθήσει οικονομικά να ηχογραφήσουν το άλμπουμ. Λεγόταν Γιώργος Σιαμπάνης και ήταν από τη Βέροια, εγώ τον γνώρισα πολύ αργότερα. Αυτός, λοιπόν, ο καλός άνθρωπος μια μέρα είχε πάει στο στούντιο και είδε μια μακέτα του εξωφύλλου σε φυσικό μέγεθος 31 x 31 που τους είχαμε δώσει. Του άρεσε πολύ και επειδή είδε ότι εκείνοι δεν θέλανε, επέμεινε και τους λέει “αν δεν κάνετε αυτό το εξώφυλλο, κόβω τη χρηματοδότηση”.

Τελικά μια χαρά τους άρεσε και προχώρησε το θέμα.

Η φωτογραφία στο οπισθόφυλλο του άλμπουμ δεν είναι από την αρχική φωτογράφιση που τους είχα κάνει για τα “Πρόσωπα”. Τότε είχα έναν χώρο ημιεπαγγελματικό σε ένα υπόγειο για να κάνω κάποιες φωτογραφίες και όταν ήταν να γίνει ο δίσκος, τους φώναξα εκεί και τους φωτογράφισα.

Το τελευταίο βράδυ πριν μπω στρατό, ρίχναμε τις τελευταίες ματιές στον δίσκο. Και δεν πρόλαβα να βάλω την τελευταία πινελιά για το πως ακριβώς θα γίνει το οπισθόφυλλο. Την τελική μακέτα του δίσκου έκανε η τότε συνεργάτης μου Έλενα Δημηροπούλου.

Τους κάναμε και την αφίσα για τα λάιβ που έδωσαν εκείνη την περίοδο.

Αυτό το εξώφυλλο παραμένει το αγαπημένο μου από όσα έχω κάνει μέχρι σήμερα γιατί είναι το πιο απλό και το πιο στα μούτρα.

Παρότι συνεργαστήκαμε σε όλα τα εξώφυλλα που έβγαλαν όλα αυτά τα χρόνια. Δεν κάναμε παρέα.

Ίσως να μην ήταν και η ώρα. Ακόμα και οι Τρύπες, την πρώτη φορά που τις άκουσα, μου κλώτσησαν. Ξεκινάει η “Ταξιδιάρα ψυχή”, λέω “ωραίες κιθάρες”, μπαίνει η φωνή του Γιάννη και λέω “αμάν, Παναγία μου”. Δεν είχα τα ακούσματα.

Με τα χρόνια βέβαια μπήκα στο τριπάκι και εκτίμησα όλη αυτή τη σκηνή.

Από τότε και για κάποια χρόνια χαθήκαμε. Ο ένας απ’ τους λόγους ήταν ότι πήγα φαντάρος για 19 μήνες και εκείνοι τότε ήταν στα ντουζένια τους. Είχαν αγοράσει και ένα βανάκι -κόκκινο, που έγραφε “Μωρά στη Φωτιά” απ’ έξω- φόρτωναν εξοπλισμό και γυρνούσαν την επαρχία. Έκαναν πολύ ωραία δουλειά, αλλά εγώ είχα χαθεί. Δεν υπήρχε επαφή, δεν ήξερα καν τι γίνεται με τον επόμενο δίσκο.

Κάποια στιγμή το ’99 ήρθαν για τον δεύτερο δίσκο και, να σου πω την αλήθεια, τους είχα ξεχάσει. Εμείς είχαμε ήδη φύγει αλλού. Είχαμε κάνει Τρύπες, Σπαθιά, άλλες μπάντες κλπ. Και έρχεται ο Στέλιος και μου λέει “να κάνουμε εξώφυλλο”. Και κάθε φορά ερχόταν με καινούρια μπάντα -αυτός ήταν πάντα ο σταθερός, γύρω του άλλαζαν όλοι.

Οπότε η δεύτερη φορά που συνεργαστήκαμε δεν είχε καμία σχέση με την πρώτη. Κάναμε το εξώφυλλο, αλλά πιο διεκπεραιωτικά, ρίξαμε πιο πολύ βάρος στο εσωτερικό booklet.

Δεν έχει κάποια ιδιαίτερη ιστορία η φωτογραφία του εξωφύλλου. Tην είχε τραβήξει ο πεθερός μου, ήταν ένα πυροσβεστικό όχημα σε ένα νησί.

Επίσης σχεδιάσαμε και τον τρίτο και τον τέταρτο δίσκο τους (Στο δρόμο και Cougar Baby Smoking Rabbit)

ΞΥΛΙΝΑ ΣΠΑΘΙΑ

ΞΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Κάποια στιγμή ο Παυλίδης γύρισε από το Παρίσι. Τον ήξερα από τα Μωρά στη Φωτιά, όταν τους έκανα το εξώφυλλο του δίσκου, αλλά δεν είχαμε κρατήσει επαφή.

Δεν θυμάμαι αν αυτήν τη φορά με προσέγγισε κατευθείαν για τη “Ξεσσαλονίκη” ή αν μου είπε απλώς ότι φτιάχνει μια μπάντα και να πάω να τους βγάλω φωτογραφίες. Πάντως, από εκεί και πέρα, ανοίγουμε παρτίδες.

Ο Παύλος τότε ήταν λίγο “από δω κι από κει”. Έμενε κάθε φορά αλλού. Δεν υπήρχαν κινητά, οπότε μου έδινε κάθε φορά ένα διαφορετικό σταθερό και μου ‘λεγε “τώρα μένω εκεί. Πάρε με σ’ αυτό το τηλέφωνο”.

Με τα Σπαθιά δεν είχα ακόμα την εμπλοκή που είχα με τις Τρύπες -να πηγαίνω στις ηχογραφήσεις, να ακούω υλικό, να συζητάμε. Εδώ τα πράγματα ήταν απλά. Ήταν “θέλουμε ένα εξώφυλλο”.

Από τα λίγα τραγούδια που άκουσα μετά και απ’ όσα μου περιέγραψε ο Παύλος, είδα ότι η διαφορά με τις Τρύπες ήταν ότι εκείνοι ήταν πιο ποπ -τουλάχιστον σύμφωνα με τα μέτρα της εποχής.

Τα Σπαθιά είχαν πλήκτρα, με τον Γκουνταρούλη να παίζει καθοριστικό ρόλο στον ήχο συν το γεγονός ότι ο Παυλίδης γράφει μπαλάντες σε γενικές γραμμές. Μπορεί να είναι ροκ αλλά είναι μπαλάντες, είναι γλυκά τραγούδια. Είναι τρυφερός άνθρωπος ο Παύλος.

Η φωτογραφία του εξωφύλλου προϋπήρχε. Δεν τραβήχτηκε για το άλμπουμ.

Ήμασταν ένα μεσημέρι σε ένα καφέ-μπαρ στην παραλία, πίναμε μπύρες με φίλους και ήμασταν στα κέφια μας. Πέρασαν τότε κάποια παιδάκια Ρομά που παίζαν τουμπερλέκια. Αντί να ενοχληθούμε, παίξαμε λίγο μαζί τους — όχι άσχημα, δεν τα προσβάλαμε απλώς ήμασταν όλοι χαλαροί και χαρούμενοι κι αυτά ανταποκρίθηκαν.

Είχα μαζί μου τη μηχανή, γιατί κάτι είχα φωτογραφίσει νωρίτερα. Τράβηξα δύο κλικ. Το δεύτερο είναι αυτό που χρησιμοποιήθηκε στο εξώφυλλο. Τα παιδάκια χάρηκαν, όπως χαίρονται τα παιδιά όταν τα φωτογραφίζεις — τότε δεν υπήρχε ο φόβος απέναντι στη μηχανή. Έβγαλαν και τις γλώσσες τους, έγινε όλο σαν παιχνίδι.

Τώρα εδώ μου λείπει μια λεπτομέρεια. Πραγματικά δεν μπορώ να θυμηθώ αν αυτά τα γυαλιά που φορούσαν, τα είχαν ήδη ή αν ήταν κάποιων απ’ την παρέα μας και τα φόρεσαν.

Όταν λοιπόν έρχεται ο Παύλος από το Παρίσι και μου λέει “θα κάνουμε άλμπουμ”, ακούω, παίρνω λίγο την πιο ποπ χαρούμενη αίσθηση, αλλά με το που μου λέει τον τίτλο “Ξεσσαλονίκη”, λέω, “ώπα, εδώ είμαστε”. Και μου ‘ρχεται κατευθείαν φλασιά αυτή η φωτογραφία. Γιατί αυτή η φωτογραφία έχει κάτι το ξεσαλωμένο.

Ήταν αρχές της εποχής των υπολογιστών. Σκάναρα τη φωτογραφία, η οποία ήταν μια οριζόντια κανονική φωτογραφία 135 mm, ασπρόμαυρη, και την επιχρωμάτισα με εντελώς τυχαίο τρόπο, που έβγαλε αυτά τα άρρωστα, ψυχεδελικά χρώματα. Και μετά την παραμόρφωσα για να γίνει τετράγωνη, ώστε να χωρέσει στο εξώφυλλο του βινυλίου, που τότε ήταν το βασικό φορμάτ.

Αφίσα του Σίμου Σαλτιέλ για τα λάιβ της μπάντας

Όταν τελείωσα, παίρνω τον Παύλο τηλέφωνο και του λέω “έχω εξώφυλλο”. “Σοβαρά; Και πώς είναι;”, μου λέει. “Εμένα μου αρέσει πολύ”. “Αν σ’ αρέσει εσένα, θα ’ναι γαμώ”, απαντάει.
Σε μισή ώρα είχε έρθει με τα πόδια από το Ιπποκράτειο να το δει τυπωμένο. Ενθουσιάστηκε. Και αυτό ήταν. Με τη μία.

Μετά κάναμε οπισθόφυλλο, ένθετο κτλ., αλλά αυτά δεν είναι και τόσο σημαντικά.

Με τον Παύλο βρισκόμασταν κυρίως στα μπαρ για μπύρες. Τότε ήταν πάμφτωχος, ζοριζόταν όπως όλη η φουρνιά των μουσικών της εποχής — δεν ζούσαν από τη μουσική, φυτοζωούσαν.

Στη Θεσσαλονίκη πηγαίναμε σε μέρη όπως το Berlin, το Ταμάμ, ο Λωτός, το Φλου και το Λούκυ Λουκ (του οποίου ο ιδιοκτήτης Νίκος Μοδιότης έγινε για πολλά χρόνια ο μάνατζερ της μπάντας). Αργότερα, όταν ο Παυλίδης έγινε πιο γνωστός, τον έβλεπα συχνότερα στο Residents — διαχρονκό στέκι μουσικών, ηθοποιών και καλλιτεχνών, ξενυχτάδικο, τρέχα γύρευε.

Η σκηνή της Θεσσαλονίκης υπήρχε γιατί το κέντρο είναι μικρό. Όλοι πηγαίναμε στα ίδια μέρη, ανεξάρτητα από το πού μέναμε. Τα μαγαζιά που έπαιζαν αξιόλογη μουσική ήταν μετρημένα στα δάχτυλα, οπότε εκεί συναντιόμασταν — μπάντες, παρέες, όλα. Κάπως έτσι παραμένει και σήμερα.

ΠΕΡΑ ΑΠ’ ΤΙΣ ΠΟΛΕΙΣ ΤΗΣ ΑΣΦΑΛΤΟΥ

Έρχεται ο Παύλος και μου λέει τον τίτλο του νέου τους άλμπουμ: “Πέρα από τις πόλεις της ασφάλτου”. Και λέω “ώπα”. Αμέσως θυμάμαι μια φωτογραφία που είχα βγάλει για μια καθαρά προσωπική μου δουλειά.

Αυτήν τη φορά την είχα τραβήξει με την τετράγωνη μηχανή, την 6×6, που τότε χρησιμοποιούσα για την καλλιτεχνική μου φωτογραφία.

Η φωτογραφία τραβήχτηκε στη Σάνη στη Χαλκιδική, που τότε ακόμα δεν είχε γίνει το τουριστικό μεγαθήριο που είναι σήμερα. Είχα πάει με τον φίλο που απεικονίζεται στο εξώφυλλο, τον Φαίδρο, και μερικούς ακόμα. Είχαμε πάει να δούμε κάποιους άλλους φίλους ψαράδες τους αδελφούς Αρίων και πιο μετά, μάλιστα, βγήκαμε και βόλτα με τη ξύλινη βάρκα τους, με κουπιά.

Βρεθήκαμε, λοιπόν, σε ένα σημείο με αμμόλοφους και αμμοθίνες, κάτι όχι συνηθισμένο για τη Χαλκιδική· πιο πολύ θύμιζε εικόνες που βλέπουμε σε αγγλικές ταινίες, είναι βορράς πιο πολύ.

Και του λέω “Φαίδρε, θέλω να σε βγάλω μια φωτογραφία”. Ήταν αδύνατος, με μαλλί λίγο καρφί, όπως τα έκαναν εκείνη την εποχή.

Το βασικότερο που ξέχασα να πω είναι ότι, πέρα από τα διάφορα αξεσουάρ που είχα μαζί μου όπως τα γυαλιά κολυμβητηρίου που υπάρχουν στη φωτογραφία, είχα και κάτι εντελώς άκυρο.

Κουβαλούσα μέσα σε ένα φορητό ψυγειάκι, από αυτά με τα φελιζόλ που έχουν οι ψαράδες, και μια αληθινή γουρουνοκεφαλή. Μαγειρεμένη.

Πού τη βρήκα; Εδώ αρχίζει το ενδιαφέρον κομμάτι της ιστορίας.

Ο Σίμος Σαλτιέλ

Όταν είχαν γίνει τα επίσημα εγκαίνια του Μύλου στη Θεσσαλονίκη, είχε πάει όλη η πόλη. Εκείνη τη μέρα είχε συναυλίες, εκθέσεις φωτογραφίας, και στον εξωτερικό κεντρικό διάδρομο του Μύλου είχε ένα τεράστιο τραπέζι με φαγητά. Φεύγοντας, μισοδιαλυμένοι, βλέπω ότι έχει μείνει από ένα γουρούνι μόνο το κεφάλι. Το κοιτάω και λέω: “Το θέλω αυτό”. Ο φίλος μου με ρωτάει “τι να το κάνεις;”. Δεν ήξερα. Απλώς το ήθελα. “Ε, μου λέει, να το κλέψουμε τότε”. Αυτός δεν μασούσε. Και επιτόπου βρήκαμε μια σακούλα, το βάλαμε μέσα και φύγαμε τρέχοντας. Το έβαλα στην κατάψυξη για να μη σαπίσει.

Εκείνη την εποχή ήμουν σε μια φάση που έκανα τέτοια πρότζεκτ για την πλάκα μου. Δημιουργούσα εικόνες χωρίς να έχω κάποιο σχέδιο. Όπως τότε που είχα μια ζωντανή κότα και την έπαιρνα μαζί μου για φωτογραφίσεις σε άκυρα τοπία. Αντίστοιχα, είχα και την ψόφια γουρουνοκεφαλή. Οπότε λέω στον Φαίδρο, χωρίς να έχω κάτι συγκεκριμένο στο μυαλό μου: «Κάτσε οκλαδόν στις αμμοθίνες, βάλε τα γυαλιά και κράτα τη γουρουνοκεφαλή».

Ναι, πήγαμε για μπάνιο κουβαλώντας μια γουρουνοκεφαλή. Ήταν η μούρλα της εποχής. Ήθελα να δημιουργώ εικόνες. Τα έκανα γιατί γούσταρα.

Ψηφιοποιώ τη φωτογραφία και την επιχρωματίζω μπλε -την είχα τραβήξει ασπρόμαυρη. Τότε το ασπρόμαυρο δε μας έφτανε. Και ειδικά στα Σπαθιά που ξαναλέω, ο χαρακτήρας ήταν πιο ποπ, ο επιχρωματισμός σχεδόν επιβαλλόταν για να γίνει κάτι πιο χαρούμενο.

Φτιάχνω τα γράμματα με εκείνο το μηχάνημα με την ταινία (αυτήν που χρησιμοποιούσαν για να βάζουν τις τιμές στα προϊόντα), τα κόβω, τα κολλάω, τα σκανάρω. Ο τίτλος μπαίνει κόκκινος. Ο Παύλος το βλέπει και λέει “γαμάτο”.

Μετά όμως προκύπτει θέμα. Το δείχνει στους άλλους και επιστρέφει λέγοντας “μας προβληματίζει η γουρουνοκεφαλή. Μήπως μας πουν death metal; Είναι πολύ hardcore. Μπορείς να κάνεις κάτι άλλο;”.

Οπότε την αφαιρώ -όσο μπορούσα τότε, με το Photoshop της εποχής- και αρχίζω να σκέφτομαι τι να βάλω στη θέση της. Ήθελα και πάλι να είναι κάτι σουρεάλ. Θυμάμαι τότε ένα παλιό γυάλινο αρνητικό που είχα βρει στα σκουπίδια: ένα κοριτσάκι με άσπρο φόρεμα που κρατούσε κάτι λουλούδια. Μου θύμιζε λίγο τα δίδυμα κοριτσάκια στη «Λάμψη» του Κιούμπρικ.

Το ψηφιοποιώ και το βάζω διπλό (το έκανα mirror) στη θέση της γουρουνοκεφαλής. Αλλά επειδή τότε οι γνώσεις μας στο Photoshop ήταν ελάχιστες, προκειμένου να σβηστεί σωστά η γουρουνοκεφαλή, φτιάχνω μια δίνη γύρω γύρω και βάζω εκεί μέσα τη νέα φωτογραφία.

Δεν σήμαινε κάτι συγκεκριμένο αυτό που έφτιαξα. Ήταν απλώς σουρεάλ.

Και όταν το είδε ο Παύλος είπε: “α, γαμώ, πάλι ό, τι να ‘ναι είναι η εικόνα”. Εγώ στενοχωρήθηκα λίγο -η αρχική εικόνα ήταν ήδη σουρεάλ από μόνη της. Αλλά, εντάξει, ίσως είχαν δίκιο. Το κεφάλι θα πήγαινε αλλού την ιστορία.

ΜΙΑ ΜΑΤΙΑ ΣΑΝ ΒΡΟΧΗ

Εδώ δεν υπάρχει καμιά τρομερή ιστορία. Η φωτογραφία είναι Λεωνίδα Παπαδόπουλου. Δεν τον έχω γνωρίσει ποτέ. Ζούσε, και απ’ όσο ξέρω ζει ακόμα, στην Αθήνα. Ήταν κοινός φίλος με τον Πάρι Πετρίδη, φωτογράφο και πολύ γνωστό στον καλλιτεχνικό χώρο. Από εκεί έγινε το κονέ.

Αυτός ο άνθρωπος, πέρα από φωτογράφος, έκανε και εξαιρετικές ασπρόμαυρες εκτυπώσεις, εκθεσιακές. Κάποια στιγμή ο Πάρις μου δείχνει αυτή τη φωτογραφία -και μερικές άλλες-, που του την είχε χαρίσει ο ίδιος ο Παπαδόπουλος και λέω “τι γαμώ φωτογραφία”.

Αφίσα που σχεδίασε ο Σίμος Σαλτιέλ για τα live εκείνης της περιόδου

Όταν ήρθε η ώρα για το “Μια ματιά σαν βροχή” -τίτλος φοβερός, μιλάμε για τρεις δίσκους με τρεις γαμάτους τίτλους, που από μόνοι τους κάνουν εικόνα- θυμήθηκα κατευθείαν αυτή τη φωτογραφία. Λέω στον Πάρι: “Ρε συ, μπορώ να έρθω σε επαφή με τον Παπαδόπουλο; Να του ζητήσω αν γίνεται να τη χρησιμοποιήσουμε;”.

Τον παίρνω τηλέφωνο, συμπαθέστατος άνθρωπος, και μου λέει φυσικά. Του λέω μόνο “να ξέρεις, θα την κάνω τελείως αγνώριστη τη φωτογραφία”. Γιατί ήταν μια κανονική, οριζόντια, ασπρόμαυρη φωτογραφία. Κι από εκεί και πέρα, ουσιαστικά επανέλαβα τον εαυτό μου.

Χρησιμοποίησα την ίδια τεχνική επιχρωματισμού που είχα κάνει στον πρώτο δίσκο. Έψαξα να θυμηθώ πώς στο καλό το είχα πετύχει τότε -κατά λάθος σχεδόν- το βρήκα, και έκανα κάτι που χρωματικά θυμίζει τον πρώτο δίσκο. Αλλά αυτή η κίνηση της φιγούρας… ήρθε και έδεσε.

ΕΝΑΣ ΚΥΚΛΟΣ ΣΤΟΝ ΑΕΡΑ

Ο Παύλος μου είχε μιλήσει για αυτό το άλμπουμ και μου είχε πει ότι ήταν μια αναφορά στα χρόνια που ήταν στο Παρίσι, και συγκεκριμένα σε μια εικόνα που του είχε μείνει από μια τεράστια πλατεία με καλλιτέχνες δρόμου.

Ένα από τα πράγματα που του είχαν κάνει μεγάλη εντύπωση -και το θυμάμαι κι εγώ- ήταν κάποιοι τύποι με πυρσούς δεμένους σε αλυσίδες, που τους γύριζαν στον αέρα και έκαναν σχέδια με τη φωτιά. Τότε ήταν κάτι εντελώς πρωτότυπο, όχι όπως τώρα που το βλέπουμε ακόμα και στα φανάρια.

Μου λέει, λοιπόν, ότι κάπως αυτή την εικόνα έχει στο μυαλό του. Του λέω: “Γαμώ, θα το κάνουμε”.

Άρχισα να ψάχνω πώς γίνεται. Πειραματίστηκα με στουπιά, πετρέλαια, βενζίνες, τέτοια πράγματα. Τέλος, έδεσα αυτόν τον πυρσό πάνω σε μια αλυσίδα για να μη πάρει φωτιά το σχοινί.

Και τότε χρησιμοποίησα για μοντέλο τον γιο ενός φίλου -ένα παιδί που αργότερα μεγάλωσε και έγινε ηθοποιός στο εξωτερικό. Λέγεται Τάσος Φελντμαν. Οι γονείς του είναι Αμερικάνοι, ζούσαν και ζουν ακόμα στη Θεσσαλονίκη, είναι και κουμπάροι μου.

Αφίσα του Σίμου Σαλτιέλ για τα λάιβ της μπάντας

Πριν την κανονική φωτογράφιση κάναμε δοκιμές, για να δούμε πώς γράφει αυτό το πράγμα όταν το γυρνάς γύρω γύρω.

Πήγαμε, λοιπόν, σε μια ταράτσα και έβαλα αυτό το παιδί να κάνει τις δοκιμές και εγώ τραβούσα σε διαφορετικές ώρες. Γιατί αν το κάνεις ντάλα μεσημέρι, δεν φαίνεται τίποτα. Ξεκινήσαμε απόγευμα, μετά πιο αργά, μετά ακόμα πιο αργά. Όλα με φιλμ — όχι ψηφιακά. Δεν ξέραμε ακριβώς τι τραβούσαμε.

Και τελικά πήγαμε και το ξανακάναμε πιο σωστά στημένο. Ανεβήκαμε στην ταράτσα του γραφείου και πέσαμε σε μια απίστευτη σύμπτωση όπου έπεφτε σιγά σιγά το φως και πίσω είχε κάτι γκρι-μπλε σύννεφα. Τράβηξα ένα-δυο φιλμ και βγήκαν αυτές οι λήψεις.

Οπότε αυτό είναι και το μόνο εξώφυλλο που έκανα στα Ξύλινα Σπαθιά, όπου δεν είχα από πριν κάποια φωτογραφία. Την τράβηξα μόνο για τον δίσκο.

LIVE

Το “Live” ήταν και το τελευταίο εξώφυλλο που κάναμε μαζί. Μετά έβγαλαν και την “Τροφή για τα θηρία”, αλλά ήδη είχαν χωρίσει οι δρόμοι μας -όχι με κακό τρόπο.

Όταν ήρθε η ώρα του άλμπουμ, θυμήθηκα μια έγχρωμη φωτογραφία που είχα ήδη βγάλει από παλιότερα και συγκεκριμένα, την είχα τραβήξει σε ένα ενυδρείο στη Λισαβόνα.

Έτσι όπως την έβλεπα εγώ, μου έβγαζε την αίσθηση σαν να προέρχεται από κάποιο live. Έμοιαζε σαν να ήταν κάποιοι άνθρωποι που περίμεναν να μπουν στη συναυλία, που κρατούσαν εισιτήριο… Έμοιαζαν σαν να είναι σε ένα μέρος λίγο πριν αρχίσει κάτι. Αυτός ήταν ο συνειρμός.

Τη δείχνω στον Παύλο και του λέω: “Για κάποιο λόγο εμένα μου κάνει live κι ας μην έχει καμία σχέση με αυτό”. Και αυτό είναι το ωραίο με τον Παύλο, ότι το παιδί έχει φαντασία, δεν τα βλέπει τα πράγματα κυριολεκτικά. Με κοιτάει και μου λέει: “Και εμένα”.

Κόλλησε κιόλας με το κοριτσάκι που φαίνεται χαμηλά, γυρισμένο λίγο προφίλ. Υπάρχουν οι φιγούρες, υπάρχει αυτή η μικρή ανθρώπινη λεπτομέρεια. Όλα αυτά, βέβαια, ήταν εντελώς τυχαία. Εγώ απλώς είχα τραβήξει δυο-τρία κλικ στο ενυδρείο γιατί μου άρεσε.

Στην Ελλάδα τότε δεν είχαμε ξαναδεί κάτι τέτοιο. Ένα ενυδρείο με τοίχο τριάντα μέτρων, όπου είσαι στο πάτωμα και αισθάνεσαι πάρα πολύ μικρός μπροστά σε αυτόν τον τεράστιο υδάτινο όγκο. Και κάτω απ’ αυτό, οι σιλουέτες των ανθρώπων.

ΤΡΥΠΕΣ

ΕΝΝΙΑ ΠΛΗΡΩΜΕΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ

Το κονέ για να κάνω το εξώφυλλο στα “Εννιά Πληρωμένα Τραγούδια” το έκανε ο Ασκληπιός Ζαμπέτας. Τον ήξερα από τους Mushrooms. Ήμασταν κατά κάποιον τρόπο παρέα, καθώς τα μέλη της μπάντας ήταν φίλοι του αδερφού μου.

Όμως η πρώτη μου γνωριμία με κάποιους απ’ τις Τρύπες είχε γίνει αρκετά νωρίτερα, μέσω του Γιάννη Κώνστα, μίας μορφής της μουσικής σκηνής της πόλης, με τεράστια δισκοθήκη και με ένα από τα λίγα σοβαρά στερεοφωνικά. Το σπίτι του ήταν πάντα ανοιχτό και εκεί μέσα μάθαμε να ακούμε μουσική: χτυπούσες κουδούνι και πάντα έβρισκες κάποιον μουσικό να βρίσκεται μέσα. Εκεί γνώρισα και τον Αγγελάκα.

Ο Γιάννης Κώνστας έβαζε δίσκους εισαγωγής, καινούργια ακούσματα και μας άνοιγε τα μάτια με γαμάτα πράγματα. Επηρέασε ολόκληρη τη γενιά μας. Αν δεν υπήρχε αυτός, δεν θα είχαμε ακούσει αυτά που μας διαμόρφωσαν τότε.

Μια μέρα, λοιπόν, με παίρνει τηλέφωνο ο Ασκληπιός και μου λέει “έχω μπει στις Τρύπες και θα κάνουμε μια συναυλία στον Ελλήσποντο”. Αυτό ήταν ένα σινεμά, που δεν υπάρχει πια, όπου εκεί γίνονταν κάτι πολύ ιδρωμένες συναυλίες. Και μου λέει “θέλουμε να μας φωτογραφίσεις και να μας κάνεις και την αφίσα”.

Ο Σίμος Σαλτιέλ

Και έτσι έγινε η πρώτη μου επαφή με τις Τρύπες. Δώσαμε ραντεβού σε ένα καφέ που σύχναζαν τα φρικιά και οι ροκάδες της εποχής, το Ματζέστικ στην παραλία. Έφτασα μισή ώρα καθυστερημένος, γιατί είχα ξενυχτήσει και δεν ξύπνησα στην ώρα μου.

Η πρώτη μας συνάντηση ξεκίνησε πολύ λάθος. Ήξερα τον Ασκληπιό καλά, με τον Αγγελάκα και τον Παπαδόπουλο είχαμε ένα “γεια”, αλλά με τα υπόλοιπα παιδιά –Καρρά και Τόλιο– δεν γνωριζόμασταν. Κι εκεί που φτάνω καθυστερημένος, με κοιτούσαν όλοι σαν: “Ποιος είναι αυτός ο μαλάκας που μας έχει στήσει τόση ώρα;”. Δεν ήταν φίρμες, απλά είχαν βαρεθεί να περιμένουν.

Οπότε τους φόρτωσα στο αμάξι άρον άρον, ακόμα μεθυσμένος, και τους πήγα στο υπόγειο που είχα τότε. Είχα στημένα δύο φώτα και ένα φόντο και τους τράβηξα τις πρώτες φωτογραφίες. Μία από αυτές την τύπωσα και έγινε η αφίσα του Ελλησπόντου.

Κι εδώ έχει μια μικρή ιστορία: ο φίλος μου και μετέπειτα συνέταιρος, ο Κώστας Καλογήρου, είχε ένα φωτοτυπικό μηχάνημα μέσα στο τουριστικό πρακτορείο του πατέρα του και μου είχε πει ότι μια μέρα έπαιζε και έβαζε πράγματα πάνω στο φωτοτυπικό και την ώρα που αυτό σκάναρε, τα κουνούσε, με αποτέλεσμα να παραμορφώνονται. Και του λέω “θέλω να το δω” -και ήταν γαμάτο.

Και όταν έβγαλα τη φωτογραφία των Τρυπών, παρότι ήταν η κλασική φωτογραφία μπάντας, για κάποιο λόγο δεν μου αρκούσε για αφίσα. Οπότε του λέω “ρε συ, μπορούμε να πάμε στο μαγαζί του μπαμπά σου και να κάνω αυτό που μου έδειξες την άλλη φορά;”.

Κι έτσι έβαλα τη φωτογραφία πάνω στο φωτοτυπικό και την ώρα που αυτό κουνιόταν άρχισα να κουνάω κι εγώ τη φωτογραφία, πράγμα που δημιούργησε μια ωραία αναλογική παραμόρφωση. Μιλάμε τώρα για εποχή προ υπολογιστών.

Το επόμενο που έκανα ήταν καινοτομία για την εποχή: η αφίσα έγινε οριζόντια, ενώ τότε όλες οι αφίσες ήταν κάθετες.

Από κει και πέρα με τις Τρύπες παντρευόμαστε κανονικά.

Το εξώφυλλο στα “Εννιά Πληρωμένα Τραγούδια” βασίζεται σε μια straight φωτογραφία που τους είχα βγάλει στο στούντιο, πάλι επιχρωματισμένη -ήταν η μόδα τότε.

Το οπισθόφυλλο έχει κι αυτό τη δική του ιστορία. Όταν πήγαινα στις ηχογραφήσεις του δίσκου, είχα πάθει πλάκα με το πόσο δεμένη ήταν πια η μπάντα. Με το που μπήκε ο Ασκληπιός, ορχηστρικά έγινε κάτι μαγικό· ήταν σαν πέντε ψηφίδες να δημιούργησαν ένα ενιαίο σύνολο. Αυτή την αίσθηση ήθελα να πιάσω -και αρχικά το προόριζα για εξώφυλλο.

Οπότε πήγα στο στούντιο όσο γράφανε και τους λέω “θα βγαίνετε ένας-ένας έξω από το κοντρόλ και θα σας βγάζω μια φωτογραφία με φλας στον άσπρο τοίχο”. “Τι θα την κάνεις;”. “Θέλω κάτι να κάνω δοκιμάσω. Μη σας νοιάζει”.

Και τους έβγαλα κάτι χαζές κακές φωτογραφίες, τις οποίες μετά τύπωσα σε μεγάλο μέγεθος, τις έκοψα σε κομμάτια και έκανα ένα κολάζ με κομμάτια από τα πρόσωπά τους το οποίο έβαλα πάνω σε ένα κόντρα πλακέ και με καρφωτικό ένωσα τα κομμάτια των φωτογραφιών.

Η ιδέα ήταν ότι οι Τρύπες είναι ένα πρόσωπο που αποτελείται από τα πρόσωπα όλων. Τελικά όμως δεν το ήθελαν για εξώφυλλο. Μπήκε στην πίσω πλευρά του δίσκου.

Τους ακολουθούσα τότε και στα λάιβ. Τους συναντούσα και στις ηχογραφήσεις και σε σπίτια… Με τις Τρύπες αρχίσαμε να κάνουμε παρέα κανονικά, ήταν πέρα από συνεργασία. Κατέβαινα στην Αθήνα μαζί τους και μέναμε μαζί στο ξενοδοχείο, πήγαμε και στην Αγγλία μαζί.

ΚΕΦΑΛΙ ΓΕΜΑΤΟ ΧΡΥΣΑΦΙ

Στο “Κεφάλι γεμάτο χρυσάφι”, η ιδέα του εξωφύλλου ήταν του Αγγελάκα. Ήταν μια ριψοκίνδυνη ιδέα γιατί είχε σκεφτεί κάτι που, αν το ακολουθούσαμε πιστά, θα είχαμε ίσως ένα κιτς εξώφυλλο.

Ήθελε να χρησιμοποιήσει ένα από αυτά τα κεφάλια από φελιζόλ που χρησιμοποιούν για περούκες, να το βάψει χρυσό και να βάλει χαπάκια στα μάτια του. Και να το φωτογραφίσουμε έτσι για εξώφυλλο.

Πήγαμε σε στούντιο, στήσαμε το πράγμα, και… ήταν χέβι μέταλ, κακό.

Πάλι ήμασταν σε αναλογική φωτογραφία τότε, δεν βλέπαμε τι βγάζαμε παρά μετά από μέρες.

Δεν μου άρεσε οπότε αρχίσαμε να ψάχνουμε πώς μπορούμε να το κάνουμε διαφορετικό. Τους λέω: “Τι να κάνουμε; Να το βάλουμε φωτιά;”. Το κεφάλι ήταν από φελιζόλ, θα έλιωνε. Τελικά έσκαψα ένα αυλάκι σαν μοϊκάνα, βάλαμε βαμβάκι, οινόπνευμα, το ανάψαμε και έκανα κλικ-κλικ όσο προλαβαίναμε μέχρι να λιώσει.

Βγάλαμε φωτογραφίες και με φωτιές και χωρίς φωτιές, το είδαμε κι από δω, το είδαμε και από κει… Ήταν χάλια, τραγικά, το ένα χειρότερο από το άλλο.

Πώς κατάφερα και τους έπεισα να μην το κάνουμε έτσι; Εδώ βοήθησε η γνώμη του Γιώργου Καρρά.

Είχαν έρθει στο γραφείο και τους λέω “παιδιά, εγώ αυτό το κεφάλι δεν μπορώ να το βλέπω ολόκληρο. Θέλω να το κόψω εδώ (σ.σ. Μου δείχνει το σημείο που όντως κόβεται το κεφάλι στο εξώφυλλο).

Το ήθελα έτσι γιατί ξαφνικά σταματάς να αναγνωρίζεις τι είναι και μπορεί να είναι ένας πλανήτης, μπορεί να είναι οτιδήποτε. Και το δέχτηκαν.

Στο οπισθόφυλλο δεν είχα να κάνω και πολλά. Εκεί ήταν άλλη μια ιδέα του Γιάννη: ήθελε ένα σκουπιδοτενεκέ γεμάτο χάπια και άλλα αντικείμενα, όλη την τρασίλα του lifestyle της δεκαετίας του ’90, για να κοροϊδέψει το σλόγκαν του Κλικ “η ζωή είναι μικρή για να είναι θλιβερή” ενώ ο Γιάννης αντέτεινε: “η ζωή είναι μεγάλη, μην την κάνεις καρναβάλι”.

Εμένα δεν μου άρεσε αυτό γιατί είμαι άλλης λογικής. Δεν μ’ αρέσει να οπτικοποιείς ένα μήνυμα με τόσο εμφανή τρόπο. Προτιμώ τον υπαινιγμό. Να αφήσουμε την ερμηνεία και λίγο στη φαντασία του άλλου.

Αν θεωρώ τον εαυτό μου υπεύθυνο για κάτι, είναι ότι έχω καταφέρει με αυτές τις μπάντες που έχω συνεργαστεί να διαφυλάξω μια καλή αισθητική. Όχι ότι απαραίτητα έκανα πάντα σούπερ πράγματα. Δεν είναι όλα καλά, αλλά κρατήσαμε μια αισθητική με τις Τρύπες και τα Σπαθιά. Δηλαδή δεν κάναμε βλακείες γιατί θα ήταν εύκολο να κάνουμε βλακείες, καθώς πολλές φορές, επειδή η ροκ μουσική είναι από μόνη της λίγο αντιδραστική, μπορεί να πέσεις σε εύκολους συμβολισμούς.

ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΝΥΧΤΑ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ

Εδώ απλώς υλοποίησα κάτι που είχε στο μυαλό του ο Γιάννης -τα γράμματα και το φεγγάρι στο εξώφυλλο είναι δικά του, αυτός σκέφτηκε όλο το πράγμα.

Στο οπισθόφυλλο ήθελε να μπει ο πίνακας του Ιερώνυμου Μπος. Τον βρήκαμε σε ένα βιβλίο και τον ψηφιοποιήσαμε σε πολύ κακή ποιότητα.

Το μόνο που έχει κάπως και μια πλάκα είναι ότι αποφασίσαμε να μπει μέσα μια φωτογραφία της μπάντας αλλά με όλους τους συνεργάτες.

Κι έχει πλάκα, γιατί είναι σαν να ήξερε ότι θα είναι ο τελευταίος δίσκος -εμείς δεν το ξέραμε, αλλά κάτι τον έπιασε να βάλει μέσα φίλους: τον Θόδωρο από το Berlin, τους ηχολήπτες…

Είμαι κι εγώ στη φωτογραφία, αλλά σχεδόν δεν φαίνομαι, τυπώθηκε σκούρη. Μας έβγαλε ένας φίλος που φώναξα, ο Πάρις Πετρίδης, στο στενό του Ταμάμ, ένα μπαρ που πηγαίναμε τότε.

Τρύπες – 1985-2000: Ένα Ταξίδι Που Ποτέ Δεν Τελειώνει

Όταν βγήκε, οι Τρύπες είχαν ουσιαστικά διαλυθεί χωρίς να το έχουν ανακοινώσει.

Οπότε μου είπε ο Γιάννης ότι έκανε μια συμφωνία με τη Virgin να βγει αυτό το Best of και πως εκείνος δεν θα έχει καμία ανάμειξη και να μιλήσω εγώ απευθείας μαζί τους. “Κάνε ό,τι γουστάρεις”, μου ‘πε. Τη γενική επιμέλεια της έκδοσης είχε ο Μάκης Μηλάτος.

Κι εδώ ήταν μια ωραία ευκαιρία για μένα, γιατί δεν είχα κανέναν στα πόδια μου, ουσιαστικά. Η κασετίνα, περιέχει ένα μεγάλο booklet, 64 σελίδες με πολύ υλικό. Έκανα ό,τι μου ήρθε -φυσικά τα είδαμε και με τον Γιάννη και τον Μάκη.

Το εξώφυλλο είναι ένα κολάζ από δύο φωτογραφίες: η δική μου -η θάλασσα με το σύννεφο από πάνω- και η φωτογραφία του Πάρι, ο δρόμος. Ήθελα έναν δρόμο που να πηγαίνει στο πουθενά.

Πιο πολύ ενδιαφέρον έχει το οπισθόφυλλο. Οι Τρύπες είχαν πια διαλυθεί, οπότε τύπωσα τη λέξη “Τρύπες” με μεταξοτυπία πάνω σε γυαλί και μετά έσπασα τα γυαλιά με σφυρί και τα φωτογράφισα. Έτσι υπονοείται η διάλυση του συγκροτήματος.

Εδώ, Το οπισθόφυλλο μου αρέσει πιο πολύ από το εξώφυλλο σε αυτή τη δουλειά.

Αφίσα του Σίμου Σαλτιέλ για τα λάιβ της μπάντας

Κάποιες από αυτές τις φωτογραφίες μπήκαν και στα labels των τριών CD και του DVD.

Γενικά μιλώντας, το εξώφυλλο είναι αλληλένδετο με τη μουσική του δίσκου. Αισθανόμουν βαριά την ευθύνη του να κάνω κάτι, αν μη τι άλλο αξιόλογο, και σίγουρα σχετικό με τη μουσική που ήταν μέσα στο άλμπουμ.

Μπορεί ένας μουσικός ή ένα συγκρότημα να δουλεύει έναν δίσκο για ένα-δύο χρόνια και συχνά την τελευταία στιγμή, όταν είναι πλέον έτοιμοι να κάνουν μάστερ, θυμούνται ότι χρειάζονται και εξώφυλλο. Και εσύ ξαφνικά πρέπει μέσα σε έναν μήνα να απεικονίσεις αυτό που δούλευαν οι άλλοι δύο χρόνια με πάρα πολύ κόπο και κόστος.

Είναι πολύ σημαντικό το εξώφυλλο και ως ένα βαθμό εξακολουθεί να είναι, παρά το πέρασμα της μουσικής στο streaming.

Ναι, έχω πάρει την αναγνώριση που χρειαζόμουν για τη δουλειά μου από τους φίλους μου, τους μουσικούς. Υπάρχει αλληλοεκτίμηση, γι’ αυτό και έχουμε συμπορευτεί όλα αυτά τα χρόνια. Αυτό είναι το σημαντικό. Μαζί μεγαλώσαμε.

Σχετικό Άρθρο

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα