ΕΛΟΠΥ: Ενισχυμένες οι εξαγωγές ελληνικών ψαριών ιχθυοκαλλιέργειας το 2025

Διαβάζεται σε 4'
ΕΛΟΠΥ: Ενισχυμένες οι εξαγωγές ελληνικών ψαριών ιχθυοκαλλιέργειας το 2025

Αύξηση 15% στην αξία των πωλήσεων και άνοδος των τιμών παραγωγού – Πάνω από το 80% της παραγωγής κατευθύνεται στις διεθνείς αγορές

Θετική ήταν η πορεία των ελληνικών εξαγωγών τσιπούρας και λαβρακιού κατά τη διάρκεια του 2025, σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία που έχουν δημοσιοποιηθεί. Οι συνολικές αποστολές στο εξωτερικό ανήλθαν σε περίπου 97.400 τόνους, καταγράφοντας αύξηση 4% σε όρους όγκου σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά.

Ακόμη μεγαλύτερη ήταν η ενίσχυση σε αξία, καθώς οι πωλήσεις διαμορφώθηκαν στα 672 εκατ. ευρώ, παρουσιάζοντας άνοδο της τάξης του 15% σε σύγκριση με το 2024. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται τόσο με την ισχυρή ζήτηση στις διεθνείς αγορές όσο και με την αύξηση των τιμών παραγωγού, οι οποίες κινήθηκαν ανοδικά κατά περίπου 10% για τα δύο βασικά είδη.

Η ενίσχυση των τιμών οδήγησε σε ιστορικά υψηλά επίπεδα αποτίμησης για τον κλάδο, βελτιώνοντας τα οικονομικά αποτελέσματα των επιχειρήσεων και ενισχύοντας τη συνολική συμβολή της υδατοκαλλιέργειας στις τοπικές οικονομίες όπου δραστηριοποιούνται οι παραγωγικές μονάδες.

Διεθνής προσανατολισμός της παραγωγής

Η ελληνική ιχθυοκαλλιέργεια εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από έντονο εξαγωγικό προσανατολισμό. Σύμφωνα με εκπροσώπους του κλάδου, περίπου το 82% της εγχώριας παραγωγής διοχετεύθηκε σε αγορές του εξωτερικού το 2025, με την Ευρωπαϊκή Ένωση να παραμένει ο βασικός προορισμός.

Παράλληλα, καταγράφεται σταδιακή διεύρυνση της παρουσίας των ελληνικών ψαριών σε αγορές εκτός Ε.Ε., στοιχείο που συμβάλλει στη γεωγραφική διαφοροποίηση των εξαγωγών και περιορίζει την εξάρτηση από συγκεκριμένες χώρες. Η εξέλιξη αυτή θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική σε ένα περιβάλλον όπου οι διακυμάνσεις στην κατανάλωση και οι πληθωριστικές πιέσεις επηρεάζουν τις αγορές τροφίμων διεθνώς.

Ο ρόλος της ελληνικής υδατοκαλλιέργειας στην οικονομία

Η υδατοκαλλιέργεια συγκαταλέγεται στους πλέον εξωστρεφείς κλάδους της ελληνικής αγροδιατροφικής παραγωγής. Από τη δεκαετία του 1990 έως σήμερα, η Ελλάδα έχει εξελιχθεί σε έναν από τους βασικούς παραγωγούς τσιπούρας και λαβρακιού στη Μεσόγειο, με ισχυρή παρουσία στις ευρωπαϊκές αγορές.

Η ανάπτυξη του κλάδου βασίστηκε σε επενδύσεις σε σύγχρονες μονάδες παραγωγής, στην υιοθέτηση αυστηρών προτύπων ποιότητας και στην ενίσχυση της οργανωμένης εξαγωγικής δραστηριότητας. Παράλληλα, η λειτουργία των μονάδων σε παράκτιες και νησιωτικές περιοχές δημιουργεί σημαντική οικονομική δραστηριότητα και θέσεις εργασίας σε τοπικό επίπεδο.

Όπως σημείωσε ο Διευθυντής Ευρωπαϊκών Υποθέσεων της Ελληνικής Οργάνωσης Παραγωγών Υδατοκαλλιέργειας (ΕΛΟΠΥ), Ιωάννης Πελεκανάκης, το 2025 επιβεβαίωσε για ακόμη μία χρονιά τον διεθνή προσανατολισμό του τομέα.

Όπως ανέφερε, παρά τις διακυμάνσεις που παρατηρήθηκαν σε ορισμένες αγορές λόγω της ανόδου των τιμών και των πληθωριστικών πιέσεων, η προτίμηση των καταναλωτών για τα ελληνικά ψάρια παρέμεινε ισχυρή. Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται, μεταξύ άλλων, στην αναγνωρισμένη ποιότητα των προϊόντων, αλλά και στη σταθερότητα των προδιαγραφών παραγωγής.

Το 2026

Για το επόμενο έτος, οι παράγοντες της αγοράς εμφανίζονται συγκρατημένα αισιόδοξοι, εκτιμώντας ότι η παραγωγή θα κινηθεί σε σταθερά επίπεδα, ενώ οι τιμές ενδέχεται να διατηρηθούν κοντά στα σημερινά επίπεδα.

Περισσότερα στοιχεία για την πορεία του κλάδου και τις τάσεις στις διεθνείς αγορές αναμένεται να παρουσιαστούν στην Ετήσια Έκθεση Υδατοκαλλιέργειας, η οποία προγραμματίζεται να δημοσιευθεί έως το τέλος του πρώτου εξαμήνου του 2026. Μέχρι τότε, τα διαθέσιμα δεδομένα υποδεικνύουν ότι η ελληνική ιχθυοκαλλιέργεια συνεχίζει να αποτελεί έναν από τους πιο δυναμικούς και εξαγωγικούς τομείς της εγχώριας παραγωγής.
Αρχή φόρμας

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα