ΠΩΣ ΝΙΩΘΟΥΝ ΟΣΟΙ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΠΟΥΝ ΤΑ SOCIAL MEDIA
Με ποιον τρόπο μπορεί να αλλάξει η καθημερινότητα όσων επιλέγουν να αποχωρήσουν από τα social media;
Τα social media έχουν γίνει σχεδόν αυτονόητο κομμάτι της καθημερινότητας για εκατομμύρια ανθρώπους παγκοσμίως. Από την ενημέρωση και την ψυχαγωγία μέχρι την επικοινωνία με φίλους και γνωστούς, πλατφόρμες όπως το Instagram, το Facebook και το TikTok λειτουργούν σαν ένα ψηφιακό περιβάλλον μέσα στο οποίο περνά ένα μεγάλο μέρος της ημέρας μας.
Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια εμφανίζεται όλο και πιο συχνά μια διαφορετική επιλογή: άνθρωποι που αποφασίζουν συνειδητά να αποσυνδεθούν πλήρως.
Για κάποιους πρόκειται για μια προσωρινή «ψηφιακή αποτοξίνωση». Για άλλους, όμως, είναι μια μόνιμη απόφαση που αλλάζει ουσιαστικά τον τρόπο που οργανώνουν τον χρόνο, την προσοχή και τις κοινωνικές τους σχέσεις.
Μιλήσαμε με δύο ανθρώπους που έκλεισαν τους λογαριασμούς τους στα social media, οι οποίοι περιγράφουν πώς επηρέασε αυτή η επιλογή την καθημερινότητά τους.
«Στην αρχή ένιωσα σαν να λείπει κάτι από τη μέρα μου»
Η Αντιγόνη είναι 28 ετών και μέχρι πριν από έναν χρόνο χρησιμοποιούσε καθημερινά -για πολλές ώρες- τα social media. Όπως λέει, στην αρχή δεν το σκεφτόταν καν ως κάτι προβληματικό.
«Ήταν απλώς μέρος της ρουτίνας μου. Ξυπνούσα και ενστικτωδώς ήταν η πρώτη μου κίνηση να ανοίξω το κινητό για να δω αν μου έχουν στείλει μηνύματα στο Instagram. Το ίδιο πριν κοιμηθώ, το ίδιο όταν περίμενα στο λεωφορείο ή όταν βαριόμουν για λίγα λεπτά. Δεν ένιωθα ότι κάνω κάτι ιδιαίτερο. Όλοι γύρω μου το ίδιο έκαναν, οπότε απλά έκανα το ίδιο».
Με τον καιρό, όμως, η ίδια άρχισε να παρατηρεί πόσο συχνά έπιανε το κινητό χωρίς καν να υπάρχει συγκεκριμένος λόγος.
«Υπήρχαν στιγμές που συνειδητοποιούσα ότι είχα περάσει ώρες ατέλειωτες απλώς σκρολάροντας. Και το χειρότερο ήταν ότι στο τέλος δεν θυμόμουν σχεδόν τίποτα από όσα είχα δει. Σαν να είχε φύγει χρόνος από τη μέρα μου χωρίς να μου αφήσει κάτι».
Η απόφαση να διαγράψει τους λογαριασμούς της δεν ήρθε όταν ένιωσε ότι χάνει πολύτιμο χρόνο στο κινητό.
«Στην αρχή δοκίμασα να μειώσω τη χρήση. Έσβησα τις εφαρμογές για λίγο, έβαλα χρονικά όρια, αλλά πάντα κατέληγα να τις κατεβάζω ξανά. Κάποια στιγμή κατάλαβα ότι για μένα ο μόνος τρόπος ήταν να τα διαγράψω εντελώς».
Η πρώτη περίοδος μετά τη διαγραφή, όπως λέει, ήταν παράξενη.
«Τις πρώτες εβδομάδες ένιωθα σαν να λείπει κάτι από τη μέρα μου».
«Υπήρχαν στιγμές που έπιανα το κινητό από συνήθεια και μετά θυμόμουν ότι δεν έχω πια εφαρμογές. Είναι σαν μια μικρή αποτοξίνωση. Το μυαλό έχει συνηθίσει τη συνεχή διέγερση».
Σταδιακά, όμως, άρχισε να παρατηρεί αλλαγές στην καθημερινότητά της.
«Ξαφνικά είχα περισσότερο χρόνο. Όχι απαραίτητα ώρες ολόκληρες, αλλά μικρά κενά μέσα στη μέρα που πριν τα γέμιζα αυτόματα με σκρολάρισμα. Άρχισα να διαβάζω περισσότερο, να βγαίνω για περπάτημα χωρίς να έχω το κινητό στο χέρι, να βλέπω περισσότερες ταινίες και ντοκιμαντέρ, να πάω σινεμά και θέατρο».
Ένα από τα πράγματα που τη βοήθησαν περισσότερο, όπως λέει, ήταν η αίσθηση ότι μειώθηκε η σύγκριση με τους άλλους.
«Όσο είσαι μέσα στα social media, είναι πολύ εύκολο να συγκρίνεις τη ζωή σου με αυτά που βλέπεις. Ακόμα κι αν ξέρεις λογικά ότι οι άνθρωποι ανεβάζουν μόνο τις καλές στιγμές τους, κάπου μέσα σου επηρεάζεσαι. Όταν απομακρύνθηκα απ’ όλη αυτή την έκθεση, κατάλαβα πόσο συχνά το έκανα χωρίς να το καταλαβαίνω».
«Στην αρχή φοβόμουν ότι θα χάσω επαφή με κόσμο. Τελικά συνέβη το αντίθετο. Αντί να βλέπω απλώς stories, μιλάω περισσότερο με τους φίλους μου. Στέλνουμε SMS, παίρνουμε τηλέφωνο, κανονίζουμε να βρεθούμε. Κάπως ένιωσα ότι η ζωή μου γίνεται πιο φυσική, πιο κοντά στον άνθρωπο. Δεν δαιμονοποιώ τα social media. Απλώς κατάλαβα ότι για μένα είναι καλύτερα έτσι».
«Νιώθω ότι έχω περισσότερο χώρο στο μυαλό μου»
Ο Στέφανος, 33 ετών, είχε για χρόνια ενεργή παρουσία στα social media, όπως ένας κλασικός νέος άνθρωπος στην Ελλάδα σήμερα. Δούλευε μάλιστα σε επάγγελμα που σχετίζεται με την επικοινωνία, κάτι που έκανε τη χρήση τους ακόμη πιο συχνή.
«Για μεγάλο διάστημα τα social media ήταν σχεδόν εργαλείο δουλειάς, αλλά και τρόπος να ενημερώνομαι και να χαλαρώνω. Ήμουν σχεδόν σε όλες τις πλατφόρμες και τις χρησιμοποιούσα καθημερινά».
Κάποια στιγμή, όμως, άρχισε να παρατηρεί πώς όλες αυτές οι πληροφορίες μπροστά στα μάτια του επηρέαζαν με αρνητικό τρόπο τη διάθεσή του. «Άρχισα να συνειδητοποιώ ότι πολλές φορές, μετά από αρκετή ώρα στα social media, ένιωθα περίεργα ψυχολογικά. Όχι απαραίτητα άσχημα, αλλά σαν να είχα κουραστεί ψυχικά. Και συχνά ένιωθα ότι η ζωή των άλλων προχωρά πιο γρήγορα από τη δική μου».
Όπως εξηγεί, η συνεχής έκθεση στις στιγμές των άλλων τού δημιουργούσε μια μορφή αόρατης πίεσης. «Βλέπεις ταξίδια, επιτυχίες, σχέσεις, στιγμές χαράς. Ξέρεις ότι είναι ένα επιλεγμένο κομμάτι της πραγματικότητας που παρουσιάζουν οι άνθρωποι, αλλά αναπόφευκτα το μυαλό σου κάνει συγκρίσεις».
Η απόφαση να διαγράψει τους λογαριασμούς του ήρθε μετά από μια περίοδο έντονης κούρασης.
«Σκεφτόμουν συχνά αν κάνω αρκετά πράγματα ή αν μένω πίσω. Θυμάμαι μια μέρα που έκλεισα το κινητό και σκέφτηκα: γιατί το κάνω αυτό στον εαυτό μου;».
Έτσι, αποφάσισε να τα κλείσει όλα.
«Δεν έκανα διάλειμμα. Τα διέγραψα. Ήθελα να δω πώς είναι να μην υπάρχουν καθόλου».
«Το πρώτο πράγμα που κατάλαβα ήταν πόσο συχνά έπιανα το κινητό από συνήθεια. Ήταν σχεδόν αυτοματοποιημένο. Όταν αυτό σταμάτησε, άρχισα να προσέχω περισσότερο τι συμβαίνει γύρω μου».
Παράλληλα, ένιωσε ότι μειώθηκε η πίεση να «παρουσιάζει» τη ζωή του.
«Ένα κομμάτι των social media είναι ότι σκέφτεσαι πώς θα δείξεις κάτι. Ακόμα κι αν δεν ανεβάζεις συχνά, υπάρχει αυτή η σκέψη στο πίσω μέρος του μυαλού σου. Όταν αυτό εξαφανίζεται, νιώθεις πιο ελεύθερος».
Ο ίδιος παραδέχεται ότι υπάρχουν και μειονεκτήματα στη νέα αυτή συνθήκη.
«Σίγουρα, χάνεις κάποιες πληροφορίες για το τι μπορεί να παίξει στην πόλη. Πολλές εκδηλώσεις ή νέα κυκλοφορούν κυρίως μέσα από social media. Επίσης δεν βλέπεις τι κάνουν άνθρωποι που δεν μιλάς συχνά. Ωστόσο, με τον καιρό συνειδητοποιείς ότι πολλές από αυτές τις πληροφορίες δεν είναι ουσιαστικές και δεν επηρεάζουν πραγματικά την καθημερινότητά σου ή τις προσωπικές σου επιλογές».
Τέλος, ο ίδιος λέει πως δεν σκοπεύει -προς το παρόν- να επιστρέψει.
«Για μένα το αποτέλεσμα είναι σίγουρα θετικό. Νιώθω ότι έχω περισσότερο χώρο στο μυαλό μου. Δεν είναι ότι η ζωή μου άλλαξε δραματικά, αντιθέτως θεωρώ πως είναι λίγο πιο ήσυχη, κι αυτό μου φέρνει περισσότερη ηρεμία. Ταυτόχρονα, μπορώ να συγκεντρώνομαι καλύτερα σε όσα έχουν σημασία για μένα και να απολαμβάνω περισσότερο όσα πραγματικά με ενδιαφέρουν».