“ΠΛΗΡΩΝΟΥΜΕ ΠΟΛΥ ΒΑΡΥ ΤΟ ΤΙΜΗΜΑ ΤΗΣ ΑΛΛΑΓΗΣ. ΕΙΝΑΙ ΕΠΩΔΥΝΟ ΓΙΑ ΚΑΘΕ ΠΑΛΑΙΣΤΙΝΙΟ.”
Σε παραγωγή Χαβιέ Μπαρδέμ και Μαρκ Ράφαλο, η ταινία “Στη Σκιά της Πορτοκαλιάς” ακολουθεί τρεις γενιές μιας παλαιστινιακής οικογένειας. Η σκηνοθέτρια Σερίν Ντάμπις μιλάει στο NEWS24/7 για το ρόλο της ταινίας της στην απεικόνιση της Νάκμπα και του διαγενεακού τραύματος.
«Το τραύμα της Νάκμπα δεν είναι κάτι για το οποίο μιλάμε πολύ, κι όμως κάθε Παλαιστίνιος το κουβαλά, ανεξάρτητα από το πού γεννήθηκε ή μεγάλωσε», μας λέει η Σερίν Ντάμπις.
Ηθοποιός και σκηνοθέτρια εδώ και χρόνια, τόσο με προσωπικά πρότζεκτ όσο και στην καρδιά του Χόλιγουντ (έχει γυρίσει επεισόδια σειρών σαν το Only Murders in the Building, ας πούμε), η Ντάμπις ήθελε για χρόνια να καταγράψει στη μεγάλη οθόνη την Παλαιστινιακή Ιστορία αλλά μέσα από μια προσωπική, βιωματική σκοπιά.
Η αμερικανοπαλαιστίνια δημιουργός είχε προηγουμένως σκηνοθετήσει δύο μεγάλου μήκους ταινίας (Amreeka και May in the Summer) που ακολουθούσαν ανθρώπους ανάμεσα σε δύο πατρίδες, ανάμεσα στη Δύση και την Ανατολή. Για την τρίτη της, επιλέγει να τοποθετήσει την ιστορία της για τα καλά πλέον στην καρδιά της παλαιστινιακής ύπαρξης.
Το αποτέλεσμα είναι ένα εξαιρετικά φιλόδοξο φιλμ: To Στη Σκιά της Πορτοκαλιάς είναι η ιστορία τριών γενεών μιας Παλαιστινιακής οικογένειας και διατρέχει 7 δεκαετίες. Ακολουθεί έναν Παλαιστίνιο έφηβο που εμπλέκεται σε μια διαδήλωση στην κατεχόμενη Δυτική Όχθη και πέφτει θύμα μιας στιγμής βίας που συγκλονίζει την οικογένειά του.
Η ταινία ξετυλίγεται καθώς η μητέρα του αφηγείται τα πολιτικά και συναισθηματικά νήματα που οδήγησαν σε εκείνη τη μοιραία στιγμή. Ξεκινώντας από τη Νάκμπα και καλύπτοντας επτά δεκαετίες, η ταινία ακολουθεί τις ελπίδες και τις προσδοκίες μιας ξεριζωμένης οικογένειας, καταγράφοντας τις πληγές του εκτοπισμού και την ανθεκτική κληρονομιά της επιβίωσης.
Την ταινία, η οποία κέρδισε το βραβείο κοινού στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, έχουν υποστηρίξει δύο μεγάλα ονόματα του Χόλιγουντ, οι Χαβιέ Μπαρδέμ και Μαρκ Ράφαλο, που διαχρονικά έχουν ταχθεί στη σωστή πλευρά της Ιστορίας, μιλώντας άφοβα για τον παλαιστινιακό αγώνα. Ο Μπαρδέμ μάλιστα είπε «όχι στον πόλεμο και λευτεριά στην Παλαιστίνη» στη σκηνή των Όσκαρ, λίγες μόλις μέρες πριν μιλήσουμε με την Ντάμπις.
Συνομιλήσαμε μαζί της μέσω zoom για την προέλευση αυτής της ιστορίας, το πώς συνδύασε ιστορική αναδρομή και οικογενειακό βίωμα, το κατά πόσο ήταν πρόθεσή της να «εκπαιδεύσει» ένα κοινό που δε γνωρίζει σε βάθος την παλαιστινιακή Ιστορία, και τι σημασία μπορεί τελικά να έχουν όλα αυτά.
Μετά τις προηγούμενες δύο ταινίες σου, πώς αποφάσισες το φιλόδοξο πλαίσιο αυτής; Το σκηνικό, τη δομή της; Από πού ξεκίνησες;
Ήθελα εδώ και πολύ καιρό να αφηγηθώ την ιστορία της Νάκμπα. Ιδίως ως Παλαιστίνια-Αμερικανίδα που μεγάλωσε στις ΗΠΑ, είχα έντονη επίγνωση ότι ο κόσμος δεν ήξερε τίποτα για τους Παλαιστίνιους. Τίποτα για τον αγώνα μας, τίποτα για το πώς χάσαμε τη γη μας και εκτοπιστήκαμε, πώς γίναμε ουσιαστικά πρόσφυγες.
Όταν πήγα σε σχολή κινηματογράφου, ακόμη και πριν κάνω τις δύο πρώτες μου μεγάλου μήκους ταινίες, σκεφτόμουν να κάνω ένα έπος για τη Νάκμπα. Ήξερα όμως ότι αυτό θα έπρεπε να έρθει αργότερα στην πορεία μου. Δεν θα ήταν η πρώτη ή η δεύτερη ταινία μου. Έτσι, μετά τις δύο πρώτες, άρχισα να νιώθω ότι ήμουν έτοιμη να αναμετρηθώ με κάτι πολύ μεγαλύτερο.
Για μένα, η ιστορία της Νάκμπα δεν μπορεί να ειπωθεί αν δεν είναι πολυγενεακή, γιατί πρόκειται για μια κληρονομιά τραύματος που μεταβιβάζεται από γενιά σε γενιά. Είναι ένα γεγονός που δεν έχει τελειώσει ποτέ, συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Η εθνοκάθαρση της Παλαιστίνης, ακόμη και αυτό που βλέπουμε σήμερα στη Γάζα ως γενοκτονία, είναι όλα απόρροια της αρχικής Νάκμπα. Είναι σαν μία Νάκμπα πάνω στην άλλη.
Στην ταινία, σε μεγάλο βαθμό, εμπνεύστηκα από τις διαφορετικές γενιές της δικής μου οικογένειας και από το πώς οι ταυτότητές μας διαμορφώθηκαν μέσα από όσα συνέβαιναν στην Παλαιστίνη.
Η ιδέα προέκυψε ουσιαστικά από την ανάγκη να αφηγηθώ τη συναισθηματική εμπειρία της επιβίωσης μέσα σε δεκαετίες πολιτικής βίας που μας έχει επιβληθεί. Γιατί ένιωθα ότι αυτό είναι κάτι που δεν βλέπουμε ποτέ, ούτε στον κινηματογράφο, ούτε στην τηλεόραση, και σίγουρα όχι στις ειδήσεις.
Οι Παλαιστίνιοι συχνά, ιδιαίτερα στα δυτικά μέσα, παρουσιάζονται απλώς ως αριθμοί, ως στατιστικά στοιχεία. Δεν βλέπουμε τις ζωές των ανθρώπων που επηρεάζονται καθημερινά από αυτή τη βία. Και αυτή η βία έχει πλέον κανονικοποιηθεί. Λέμε «κατοχή» σαν να είναι κάτι ουδέτερο, ενώ στην πραγματικότητα οι Παλαιστίνιοι επιβιώνουν καθημερινά μέσα σε μια αδιανόητη βία, όχι μόνο σωματική αλλά και παράλογη, “γραφειοκρατική”.
Ήθελα λοιπόν να δείξω πώς η Ιστορία διαμορφώνει τους ανθρώπους. Αυτή ήταν η αρχική ιδέα: να αντλήσω έμπνευση από τις διαφορετικές γενιές της οικογένειάς μου, από τον πατέρα μου, αλλά και από την επιθυμία να εξερευνήσω το δικό μου διαγενεακό τραύμα, το πώς κληρονομήθηκε και πώς μεταβιβάστηκε σε εμένα και στα αδέλφια μου, παρόλο που δεν ζήσαμε ποτέ στην Παλαιστίνη, παρά μόνο την επισκεπτόμασταν.
Ναι. Και όπως δείχνει και η ταινία, αυτό είναι κάτι που ακόμη και στην τρίτη γενιά αντηχεί. Ο νεότερος χαρακτήρας δεν έχει ζήσει ο ίδιος αυτά τα γεγονότα, αλλά με έναν τρόπο διαμορφώνουν τις πράξεις και τη σκέψη του, είναι αυτό που καθορίζει…
…την ίδια του την ταυτότητα, ακριβώς.
Και αυτό που το κάνει ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι ότι στη μεσαία γενιά υπάρχει ένας άνθρωπος που προσπαθεί να ζήσει τη ζωή του με ήσυχο τρόπο. Ίσως επειδή έχει βιώσει την καταστροφή, θέλει απλώς να προχωρήσει.
Ναι. Βλέπεις τις διαφορετικές γενιές και το πώς η καθεμία αντιδρά σε αυτά που βιώνει και σε αυτά που βλέπει στη ζωή της. Αυτό ήταν κάτι που με ενέπνευσε, πάλι, από την οικογένειά μου, από την πλευρά του πατέρα μου.
Ήθελα να δείξω πώς οι διαφορετικές γενιές, μερικές φορές, διαμορφώνουν την ταυτότητά τους σε σχέση με αυτό που συνέβη στην προηγούμενη. Και αυτό φαίνεται καθαρά στη μεσαία γενιά: βλέπει πόσο υπέφερε ο πατέρας του επειδή έμεινε, επειδή πάλεψε να κρατήσει τη γη του. Υπέφερε πάρα πολύ.
Βλέπει επίσης ότι ο πατέρας του ζει εξ ολοκλήρου στο παρελθόν – είναι προσκολλημένος σε αυτό. Και ότι με αυτόν τον τρόπο προκαλεί ο ίδιος τεράστιο πόνο στον εαυτό του. Η υγεία του επιβαρύνεται, και ο ίδιος δεν θέλει να ζήσει έτσι. Οπότε επιλέγει έναν διαφορετικό δρόμο: προσπαθεί να αφήσει πίσω το παρελθόν, να είναι παρών, να αποδεχτεί ό,τι έχει συμβεί, ώστε να μπορέσει απλώς να ζήσει τη ζωή του.
Αλλά ο γιος του επηρεάζεται βαθιά από τον παππού του. Γεννιέται σε προσφυγικό καταυλισμό, δεν έχει γνωρίσει τίποτα άλλο πέρα από την κατοχή, και ακούει συνεχώς ιστορίες για το πόσο όμορφο ήταν το παρελθόν και για όλα όσα κάποτε είχαν. Και έτσι αναρωτιέται: γιατί δεν τα έχουμε πια αυτά;
Όλα αυτά αναδεικνύουν κάτι για τη σημασία του πλαισίου στα πάντα. Βλέπουμε, διαβάζουμε και μαθαίνουμε πολλά για το τι συμβαίνει μέσα από τα social media, αλλά συχνά είναι αποσπασματική η πληροφορία. Για πολλούς είναι μια διαδικασία να αρχίσουν να καταλαβαίνουν ότι αυτό δεν ξεκίνησε πριν από 2, 5 ή 10 χρόνια. Σε ποιο βαθμό σε απασχόλησε αυτό όταν έφτιαχνες την ταινία; Είχες στο μυαλό σου τον ρόλο της ως κάτι που μπορεί να βοηθήσει το κοινό να μάθει περισσότερα για αυτή την ιστορία; Σκεφτόσουν το κοινό στο οποίο θα απευθυνθεί;
Ναι. Δεν ήταν τόσο ότι ήθελα να εκπαιδεύσω τον κόσμο. Ήθελα να αφηγηθώ την ιστορία της Παλαιστίνης μέσα από την ιστορία μιας οικογένειας. Και είναι η ιστορία μιας οικογένειας που, με πολλούς τρόπους, είναι η ιστορία κάθε παλαιστινιακής οικογένειας.
Δεν σκεφτόμουν λοιπόν την εκπαίδευση ως στόχο. Όμως, επειδή αυτά τα γεγονότα έχουν παραλειφθεί από τα βιβλία της Ιστορίας, έχουν γίνει αντικείμενο άρνησης – και συνεχίζουν να είναι – ήξερα ότι η ταινία θα έχει αναπόφευκτα και μια εκπαιδευτική διάσταση. Ήξερα ότι ο κόσμος δεν γνωρίζει τη Νάκμπα και ότι η ταινία θα τους προσφέρει αυτό το πλαίσιο, αυτή την ιστορία, που αλλιώς δεν θα είχαν.
Οπότε ναι, ήθελα ο κόσμος να γνωρίσει τη Νάκμπα. Ήθελα να τη βιώσει. Αλλά αντί να σκέφτομαι την ταινία ως «εκπαιδευτική», τη σκεφτόμουν περισσότερο ως έναν τρόπο να δώσω στους θεατές μια οπτική που δεν έχουν ξαναδεί. Να τους βάλω στη θέση αυτής της παλαιστινιακής οικογένειας. Να νιώσουν ότι είναι μέρος της. Να βιώσουν τι σημαίνει να σου παίρνουν τη γη, να σε διώχνουν, να σε πετάνε σε έναν προσφυγικό καταυλισμό χωρίς καμία δυνατότητα διαφυγής. Να περιμένεις και να περιμένεις.
Ήθελα να βιώσουν τι σημαίνει να είσαι Παλαιστίνιος. Αυτή ήταν η βασική μου κινητήρια δύναμη όταν σκεφτόμουν αυτή την ταινία.
Σκεφτόμουν ουσιαστικά δύο πράγματα. Το ένα ήταν ότι ήθελα οι ίδιοι οι Παλαιστίνιοι να δουν τους εαυτούς τους στη μεγάλη οθόνη. Ήθελα να κάθονται στην αίθουσα και να βλέπουν τους παππούδες τους, τους γονείς τους ή τους ίδιους. Να βλέπουν κομμάτια της ιστορίας μας, ή και πολλές διαφορετικές πλευρές της, να απεικονίζονται στη μεγάλη οθόνη για πρώτη φορά στην ιστορία του κινηματογράφου.
Με έναν τρόπο, σκεφτόμουν την εκπροσώπηση. Το πόσο ενδυναμωτικό είναι να βλέπεις τον εαυτό σου στη μεγάλη οθόνη. Και αυτό μπορεί να είναι βαθιά θεραπευτικό. Οπότε σκεφτόμουν και το πώς μπορώ να βοηθήσω την κοινότητά μου, δείχνοντας αυτά τα γεγονότα, κρατώντας έναν καθρέφτη μπροστά της ώστε να μπορέσουμε να δούμε: αυτό έχουμε περάσει. Να το σκεφτούμε, να το συζητήσουμε.
Γιατί το τραύμα της Νάκμπα δεν είναι κάτι για το οποίο μιλάμε πολύ, κι όμως κάθε Παλαιστίνιος το κουβαλά, ανεξάρτητα από το πού γεννήθηκε ή μεγάλωσε.
Και από την άλλη πλευρά, σκεφτόμουν πολύ και ένα δυτικό κοινό, ή γενικά ένα μη παλαιστινιακό, μη αραβικό κοινό. Ανθρώπους που μπορεί να μην γνωρίζουν αυτά τα γεγονότα, ή ακόμη και ανθρώπους που τα γνωρίζουν σε επίπεδο πληροφοριών, αλλά όχι σε συναισθηματικό επίπεδο.
Δεν έχουν πραγματικά ακούσει ιστορίες ανθρώπων που έζησαν αυτά τα γεγονότα. Μπορεί να ξέρουν ότι το 1948 περίπου 750.000 έως 800.000 Παλαιστίνιοι εκδιώχθηκαν από τη γη τους. Αλλά είναι τελείως διαφορετικό να βιώσεις τι σημαίνει αυτό. Πώς σε αλλάζει, πώς αλλάζει την οικογένειά σου για γενιές.
Ναι, φυσικά. Και νομίζω ότι ένας από τους λόγους που αυτό λειτουργεί τόσο αποτελεσματικά ως κινηματογραφικό έργο είναι ο τρόπος με τον οποίο έχεις επιλέξει να πλέκονται αυτές οι γενιές μεταξύ τους. Ξέρω ότι θαυμάζεις τον Ρόμπερτ Όλτμαν, και μου ήρθε στο μυαλό γιατί είχε αυτή την εκπληκτική κινηματογραφική αίσθηση στη μετάβαση από το ένα σημείο στο άλλο, και ένιωθες ότι βλέπεις κάτι πλήρες. Μπορείς να μου πεις λίγο για τη δική σου κινηματογραφική προσέγγιση στη δομή αυτών των ιστοριών και των διαφορετικών γενεών;
Ναι. Όταν άρχισα να σκέφτομαι την ιστορία της ταινίας, η εικόνα που μου ερχόταν πολύ έντονα ήταν αυτή της διαδήλωσης.
Ακόμη και στα πολύ πρώτα στάδια, χρόνια πριν ξεκινήσω να γράφω το σενάριο – γιατί άρχισα να σκέφτομαι αυτή την ιστορία από το 2014 και έμεινα με αυτή σχεδόν πέντε χρόνια πριν καθίσω να γράψω – ήθελα να την αναπτύξω αργά, να πάρω τον χρόνο μου, να γνωρίσω σε βάθος τους χαρακτήρες και να έχω ξεκάθαρη ολόκληρη την ιστορία, αρχή, μέση και τέλος, πριν ξεκινήσω.
Η εικόνα που επέστρεφε συνεχώς ήταν αυτή του εμβληματικού Παλαιστίνιου εφήβου σε μια διαδήλωση. Μια εικόνα που μεγάλωσα βλέποντας τη δεκαετία του ’80, κατά την πρώτη Ιντιφάντα, που ξεκίνησε το 1987 και κράτησε μέχρι το 1992. Σκέφτηκα ότι ο κόσμος βλέπει Παλαιστίνιους να διαδηλώνουν εδώ και δεκαετίες, αλλά δεν ξέρω αν πραγματικά γνωρίζει γιατί διαδηλώνουν. Η ιστορία δεν είναι πλήρης. Ο κόσμος δεν γνωρίζει την παλαιστινιακή πλευρά. Η ισραηλινή αφήγηση ήταν πάντα η κυρίαρχη στη δημόσια αφήγηση.
Ήθελα λοιπόν να αφηγηθώ αυτή την άλλη πλευρά της ιστορίας, την παλαιστινιακή.
Αυτή η εικόνα του εφήβου σε διαδήλωση ήταν πολύ ισχυρή για μένα. Και σκέφτηκα: τι θα γινόταν αν δομούσα ολόκληρη την ταινία γύρω από μία στιγμή βίας σε μια διαδήλωση; Αν αφηγούμουν την ιστορία αυτής της στιγμής, δηλαδή, πώς φτάσαμε εδώ; Πώς προέκυψε αυτό; Γιατί αυτός ο έφηβος βρίσκεται εξαρχής σε έναν προσφυγικό καταυλισμό;
Δεν είμαι σίγουρη ότι ο κόσμος γνωρίζει καν ότι ο στρατός εισβάλλει σε προσφυγικούς καταυλισμούς. Οι Παλαιστίνιοι διαδηλώνουν όταν ο στρατός εισβάλλει στους καταυλισμούς ή στις πόλεις τους.
Οπότε σκέφτηκα: αν πρόκειται να αφηγηθώ την ιστορία αυτού του αγοριού… πώς έγινε τόσο εκρηκτικός και επαναστατικός ώστε να είναι διατεθειμένος να θέσει τον εαυτό του σε κίνδυνο, να σταθεί απέναντι σε στρατιώτες με Μ16 στραμμένα πάνω του… τότε πρέπει να αφηγηθώ και την ιστορία του παππού του, για να καταλάβουμε πώς η οικογένεια βρέθηκε εξαρχής στον προσφυγικό καταυλισμό.
Και πρέπει να αφηγηθώ και το πώς αυτό το παιδί έγινε αυτό που είναι. Πώς διαμορφώθηκε αυτή η έντονη αφοσίωση στον αγώνα, πώς κατέληξε να πιστεύει ότι αυτή είναι η σωστή πορεία.
Έτσι, όλη η αφήγηση στηρίχθηκε σε αυτό το σημείο. Και όλες οι χρονικές γραμμές άρχισαν να κουμπώνουν μεταξύ τους, γιατί τελικά η ιστορία έγινε το πώς αυτός ο έφηβος έγινε αυτό που είναι, μέσα από την ιστορία του παππού, του πατέρα και του ίδιου.
Χρειάζονται και οι τρεις αυτές γενιές για να καταλάβουμε πώς διαμορφώθηκε η ταυτότητά του και πώς γεννήθηκε αυτό το πάθος για τον αγώνα. Σε σημείο που να είναι διατεθειμένος να σταθεί μπροστά στη σφαίρα.
Μιλήσαμε πολύ για το τι γνωρίζει ο κόσμος και για το ποιο κομμάτι αυτής της ιστορίας είναι γνωστό. Πώς νιώθεις ότι αυτό έχει αλλάξει τα τελευταία χρόνια; Το σκεφτόμουν βλέποντας τα Όσκαρ πριν λίγες μέρες, όταν ο Χαβιέ Μπαρδέμ ανέβηκε να παρουσιάσει ένα βραβείο και, πολύ άμεσα και χωρίς περιστροφές, είπε «όχι στον πόλεμο, λευτεριά στην Παλαιστίνη» και μετά συνέχισε κανονικά. Μου έκανε εντύπωση, θετική, το δυνατό χειροκρότημα στην αίθουσα. Μου φαίνεται δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι μια τέτοια αντίδραση θα υπήρχε πριν από κάποια χρόνια. Πώς πιστεύεις ότι έχει αλλάξει αυτή η αντίληψη τα τελευταία χρόνια; Και τελικά, κάνει κάποια διαφορά;
Νομίζω ότι η γενοκτονία – βρισκόμαστε πλέον σε δυόμισι χρόνια γενοκτονίας – και το γεγονός ότι, μέσω των social media, όλα μεταδίδονται ζωντανά σε ολόκληρο τον κόσμο, έχει αφυπνίσει τον κόσμο.
Πιστεύω ότι εκατομμύρια άνθρωποι έχουν ξυπνήσει. Έχουμε δει διαδηλώσεις, έχουμε δει ανθρώπους να ασκούν πίεση στις κυβερνήσεις τους, να προσπαθούν να σταματήσουν τις αποστολές όπλων. Έχουμε δει όλο και περισσότερους καλλιτέχνες και δημόσια πρόσωπα να μιλούν.
Ο Χαβιέ Μπαρδέμ παρεμπιπτόντως, είναι κάποιος που μιλά εδώ και πάνω από μια δεκαετία. Το ίδιο και ο Μαρκ Ράφαλο. Και οι δύο είναι εκτελεστικοί παραγωγοί της ταινίας. Είναι άνθρωποι που νοιάζονται βαθιά για αυτό το ζήτημα εδώ και πολύ καιρό.
Αλλά ναι, πιστεύω ότι όλο και περισσότεροι άνθρωποι αφυπνίζονται. Τώρα, κάνει αυτό διαφορά σε ό,τι συμβαίνει στους Παλαιστινίους στην Παλαιστίνη; Δυστυχώς, όχι. Όχι αυτή τη στιγμή. Δεν κάνει.
Κάνει διαφορά συνολικά; Ναι, γιατί αλλάζει η αντίληψη του κόσμου. Και νομίζω ότι είναι θέμα χρόνου. Υπάρχουν νεότερες γενιές που είναι πολύ παθιασμένες με την ελευθερία της Παλαιστίνης, και όταν αυτές οι γενιές βρεθούν σε θέσεις εξουσίας τις επόμενες δεκαετίες, πιστεύω ότι θα δούμε μια μεγάλη αλλαγή.
Νομίζω ότι κινούμαστε προς την αλλαγή. Αλλά πληρώνουμε ένα πολύ βαρύ τίμημα, και αυτό είναι εξαιρετικά επώδυνο. Είναι επώδυνο για κάθε Παλαιστίνιο.
Η ελπίδα στην οποία κρατιόμαστε είναι ότι ο κόσμος ξυπνά. Ότι ξυπνά σε όλο και μεγαλύτερους αριθμούς, ότι μιλά όλο και περισσότερο. Και ότι, τελικά –ελπίζω πριν να είναι πολύ αργά– αυτό θα οδηγήσει σε κάτι ουσιαστικό που θα μπορέσουμε πραγματικά να δούμε και να νιώσουμε επί τόπου.
Γιατί αυτή τη στιγμή, η αλλαγή δεν είναι αρκετή. Είναι κάτι θετικό, αλλά δεν αρκεί.
Η ταινία “Στη Σκιά της Πορτοκαλιάς” κυκλοφορεί στις αίθουσες από την Filmtrade και την Tanweer.