Γιατί πήγα στη Μόσχα

Διαβάζεται σε 13'
Πλάνο από τη Μόσχα
Πλάνο από τη Μόσχα AP Photo Pavel Bednyakov

Ο Γιάννης Βαρουφάκης αναλύει γιατί δέχτηκε την πρόσκληση να μιλήσει σε μια επενδυτική διάσκεψη στη Μόσχα την περασμένη εβδομάδα.

Από την μέρα που η Ρωσία εισέβαλε στην Ουκρανία, η Ευρωπαϊκή Ένωση είχε μόνο δύο επιλογές όσον αφορά τη στάση της απέναντι στη Ρωσία: τον ατέρμονο πόλεμο ή την κατάθεση πρότασης προς την Μόσχα ενός λογικού Συμφώνου Ειρήνης & Ασφάλειας για την Ευρώπη, την Ουκρανία και την Ρωσία.

Οι ηγέτες της ΕΕ επέλεξαν τον ατέρμονο πόλεμο. Χαρακτήρισαν τον Βλαντιμίρ Πούτιν ως τον νέο Χίτλερ, κάτι που τους στέρησε τη δυνατότητα να διανοηθούν την οποιαδήποτε συμφωνία μαζί του. Όπως ο Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος είχε ελπίσει ότι η τακτική «σοκ και δέος» έναντι της Τεχεράνης θα πυροδοτούσε εσωτερικό πραξικόπημα ή μια εξέγερση που θα ανέτρεπε την Ισλαμική Δημοκρατία, έτσι και οι Ευρωπαίοι ηγέτες στοιχημάτισαν ότι ο συνδυασμός σκληρών κυρώσεων κατά της Ρωσίας και όπλων για την Ουκρανία θα ανέτρεπε τον Πούτιν.

Τέσσερα χρόνια κυρώσεων και πολέμου έχουν επιτύχει το αντίθετο αποτέλεσμα. Εξισορρόπησαν το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της Ρωσίας, ενεργοποίησαν εργοστάσια που παρέμεναν αδρανή από το τέλος της Σοβιετικής Ένωσης, μεταβίβασαν εταιρείες ξένων ιδιοκτητών σε Ρώσους ολιγάρχες υπό τον όρο ότι θα κρατήσουν τα ολιγαρχικά κέρδη τους εντός της Ρωσίας. Έτσι, ο συνδυασμός κυρώσεων και Μιλιταριστικού Κεϋνσιανισμού σταθεροποίησαν τη κυβέρνηση του Πούτιν.

Στο μεταξύ, παρά την εντυπωσιακή αντίσταση στα πεδία των μαχών της Ουκρανίας, η οικονομία της αποδυναμώνεται σταθερά, οι νέοι μεταναστεύουν ενώ η Ευρώπη βρίσκεται παγιδευμένη σε γεωστρατηγικό αδιέξοδο που η ίδια δημιούργησε και στη νέα πετρελαϊκή κρίση που προκάλεσαν το Ισραήλ και οι Ηνωμένες Πολιτείες επιτιθέμενοι στο Ιράν.

Καθώς δεν έχουν ούτε σχέδιο για το πως θα κερδίσουν τον πόλεμο ούτε ρεαλιστική πρόταση ειρήνευσης, οι ευρωπαίοι ηγέτες καταλήγουν να δανείζονται ολοένα και πιο πολλά δισεκατομμύρια για να παρατείνουν τον πόλεμο λίγο ακόμα, με τη μάταιη ελπίδα ότι κάποιο θαύμα θα τους απαλλάξει από το στρατηγικό τους αδιέξοδο ή ότι η θητεία τους θα έχει λήξει μέχρι να αποκαλυφθεί η στρατηγική τους γύμνια. Εν τω μεταξύ, τα πτώματα συσσωρεύονται στα πεδία των μαχών, οι ευρωπαϊκές κοινωνίες υποφέρουν, και το φάσμα της Νέας Λιτότητας που απαιτούν οι εξοπλισμοί ενισχύεται.

Με τη στρατηγική ήττα της Ευρώπης να είναι σχεδόν βέβαιη, δύο είναι τα πιθανά αποτελέσματα. Το ένα είναι ο Πρόεδρος Τραμπ να θέσει επί τάπητος δικό του ειρηνευτικό σχέδιο το οποίο ο Πρόεδρος Ζελένσκι και η ΕΕ πρέπει να αποδεχθούν καθώς, διαφορετικά, οι ΗΠΑ θα αφήσουν την Ουκρανία στην τύχη της σταματώντας τις πωλήσεις αμερικανικών όπλων στους ευρωπαίους και αποκόπτοντας τους Ουκρανούς από το σύστημα πληροφοριών του αμερικανικού στρατού. Εξουθενωμένοι από την ενεργειακή κρίση, υπό μεγάλη δημοσιονομική πίεση, και ανίκανοι ακόμη και να παρέχουν το τρέχον επίπεδο υποστήριξης στην Ουκρανία, οι γερμανοί, ιταλοί και γάλλοι ηγέτες θα συναινέσουν στο σχέδιο του Τραμπ. Κάπου εκεί, η υποκρισία της Ευρώπης απέναντι στην Ουκρανία θα έχει αποκαλυφθεί πλήρως. Πολύ πιθανόν, μάλιστα, ο ευρωπαϊκός εξευτελισμός να ολοκληρωθεί όταν το ρωσικό φυσικό αέριο αρχίσει να ρέει και πάλι στη Γερμανία, την Ιταλία και την υπόλοιπη Ευρωπαϊκή Ένωση μέσω αγωγών που θα είναι, πλέον, εν μέρει ιδιοκτησία των ΗΠΑ, με την Ουάσιγκτον να διατηρεί μερίδιο από τα έσοδα την ώρα που η ΕΕ θα αναλαμβάνει εξ ολοκλήρου τα έξοδα ανοικοδόμησης της Ουκρανίας.

Η δεύτερη πιθανότητα, η οποία θα επικρατήσει αν ο Ντόναλντ Τραμπ παραμείνει απορροφημένος για το υπόλοιπο της θητείας του στην παρανοϊκή πολεμική του περιπέτεια στον Περσικό Κόλπο, είναι ακόμη λιγότερο ελκυστική. Η ρωσική μηχανή, ενισχυμένη από έκτακτα έσοδα λόγω των υψηλών τιμών πετρελαίου, κατακτά αργά και οδυνηρά το υπόλοιπο του Ντονμπάς, καταβροχθίζοντας ζωές με μια αδίστακτη, μηχανική ακρίβεια, μέχρι που, τη στιγμή που ο ίδιος θα επιλέξει, ο Βλαντιμίρ Πούτιν θα αυτο-ανακηρυχθεί νικητής και θα ανακοινώσει μονομερή κατάπαυση του πυρός.

Τότε, οποιαδήποτε επιρροή θα μπορούσε να έχει η ΕΕ στην συνδιαμόρφωση μια Ατζέντας Ειρήνης & Ασφάλειας για τη γειτονιά της θα έχει εξανεμιστεί.

Ο μόνος τρόπος να αποφευχθούν αυτές οι δύο διαφορετικές καταστροφές είναι η Ευρώπη να εγκαταλείψει την εμμονή στον ατέρμονο πόλεμο υπέρ της δεύτερης επιλογής της, του μονοπατιού που δεν ακολούθησε ποτέ: Να προτείνει στη Ρωσία ένα λογικό, ρεαλιστικό και συνάμα δίκαιο Σύμφωνο Ειρήνης & Ασφάλειας που να εκτείνεται πέρα από την επίλυση του πολέμου στην Ουκρανία. Θέτοντας και μόνο αυτό το ερώτημα γνωρίζω άριστα ότι θα κατηγορηθώ ως «προδότης», ως κατευναστής του «νέου Χίτλερ», ως φερέφωνο της Μόσχας κλπ κλπ. Αυτή είναι η φυσική αντίδραση όσων επέλεξαν εξαρχής τον «αέναο πόλεμο» – επιλογή που, όπως ήδη υποστήριξα, οδηγεί σε στην πιο πικρή προδοσία της Ουκρανίας και, ταυτόχρονα, στο θλιβερότεο αποτέλεσμα για την Ευρώπη.

Για να οραματιστεί κανείς αυτή τη δεύτερη επιλογή, δηλαδή μια ευρωπαϊκή πρόταση για Σύμφωνο Ειρήνης & Ασφάλειας, υπάρχουν τρεις προϋποθέσεις. Πρώτον, η εγκατάλειψη της ψευδαίσθησης ότι το προτεινόμενο Σύμφωνο δεν πρέπει να περιλαμβάνει τίποτα που ο Πούτιν να μπορεί να παρουσιάσει ως νίκη. Όλα τα σύμφωνα, οι ειρηνευτικές συμφωνίες, τα κονκορδάτα κλπ. πρέπει να προσφέρουν σε κάθε υπογράφοντα πράγματα που να μπορούν να παρουσιάσουν ως σημαντικά οφέλη στο δικό τους κοινό.

Υπάρχει κάτι που ο Πούτιν μπορεί να παρουσιάσει στους Ρώσους ως αντάξιο των θυσιών τους κατά τη διάρκεια αυτού του φρικτού πολέμου, με το οποίο η Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένης της Ουκρανίας, μπορεί να συμβιβαστεί; Νομίζω ότι ναι. Παραδείγματος χάριν, αν με τον ίδιο τρόπο που η Ευρώπη κρίνει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δικαιούνται να πουν ένα κατηγορηματικό «Όχι!» στο δικαίωμα του Μεξικού να αναπτύξει κινεζικούς πυραύλους στην Τιχουάνα, η Ευρώπη μπορεί εύκολα να δεχθεί ότι η Ρωσία έχει επίσης το δικαίωμα να επιδιώξει την ασφάλειά της απαιτώντας, όπως κάνει εδώ και τρεις δεκαετίες, το ΝΑΤΟ να μείνει έξω από τη Γεωργία και την Ουκρανία. Μια διάταξη στο προτεινόμενο Ευρωπαϊκό Σύμφωνο Ειρήνης & Ασφάλειας που αναγνωρίζει αυτή την ανησυχία της Ρωσίας δεν είναι μόνο ιδιαίτερα μικρό τίμημα, αλλά και κάτι που η Ευρώπη θα πρέπει να επιθυμεί, ενόψει των επικίνδυνων εντάσεων που θα δημιουργούσε μια αντιπαράθεση μεταξύ ρωσικών και νατοϊκών στρατευμάτων σε μια μεταπολεμική Ουκρανία, ή και στη Γεωργία.

Η δεύτερη προϋπόθεση για ένα γνήσιο Σύμφωνο Ειρήνης & Ασφάλειας είναι η απόρριψη της ιδέας ότι θα πρέπει να περιλαμβάνει μια αγγλοευρωπαϊκή «συμμαχία των προθύμων»· δηλαδή έναν στρατό βρετανών, γερμανών και γάλλων στρατιωτών που θα αντιμετωπίζουν τον ρωσικό στρατό τους κατά μήκος οποιουδήποτε συνόρου συμφωνηθεί. Το να επιμένουμε σ’ έναν τέτοιο στρατό σημαίνει ότι η Ευρώπη δεν επιχειρεί καν μια γνήσια αποκλιμάκωση. Οι ΗΠΑ έκαναν ακριβώς αυτό στην Κορεατική χερσόνησο, αφήνοντας πίσω τους έναν τεράστιο, πυρηνικά οπλισμένο στρατό για να επιβλέπει μια αδιαπέραστη γραμμή ελέγχου. Η Ευρώπη δεν μπορεί και δεν πρέπει να θέλει να πράξει το ίδιο στην Ουκρανία. Το καλύτερο που μπορεί να προσφέρει η «συμμαχία των προθύμων» του Keir Starmer είναι ένα θλιβερό στρατό που θα αντιμετωπίσει τη μοίρα των ειρηνευτικών δυνάμεων του ΟΗΕ στο Νότιο Λίβανο. Πράγματι, αρκούν λίγα μόνο δευτερόλεπτα νηφαλιότητας για να αναγνωρίσει κανείς ότι ένα λειτουργικό Σύμφωνο Ειρήνης & Ασφάλειας πρέπει να περιλαμβάνει την πλήρη αποστρατιωτικοποίηση του αμφισβητούμενου εδάφους και των γύρω περιοχών. Με τη σειρά του, αυτό απαιτεί ένα πνεύμα αποκλιμάκωσης που βασίζεται στην αναγνώριση ότι η Ευρώπη πρέπει να παρέχει εγγυήσεις ασφάλειας και στις δύο πλευρές: τόσο στην Ουκρανία όσο και στη Ρωσία.

Τέλος, η τρίτη προϋπόθεση είναι η προθυμία να βρεθούν καινοτόμες λύσεις σε παλιά προβλήματα. Αντί για την διχοτόμηση εδαφών με την οποία η Βρετανική Αυτοκρατορία μονιμοποιούσε το “διαίρε και βασίλευε”, αφήνοντας πίσω της ανοιχτές πληγές (π.χ. Ινδία-Πακιστάν, Παλαιστίνη Κύπρος, Β. και Ν. Ιρλανδία), το Ουκρανικό απαιτεί νέου είδους διευθετήσεων θεμάτων κυριαρχίας και διακυβέρνησης των αμφισβητούμενων περιοχών. Παραδείγματος χάριν, η καινοτόμος Συμφωνία της Μεγάλης Παρασκευής που τερμάτισε τον κύκλο του αίματος στην Β. Ιρλανδία. Στον πυρήνα της βρίσκουμε μια αξιόλογη προσπάθεια να απομακρυνθούμε τόσο από τη λογική του αυστηρού διαχωρισμού όσο και από την έννοια της Βεστφαλιανής κυριαρχίας. Να ένα θαυμάσιο παράδειγμα για το πώς μπορούν να κυβερνηθούν το Ντονμπάς και άλλες αμφισβητούμενες περιοχές μετά την παύση των εχθροπραξιών, στο πλαίσιο ενός συνολικού Συμφώνου Ειρήνης & Ασφάλειας.

Έχοντας αναφερθεί στις τρεις προϋποθέσεις για μια ευρωπαϊκή στροφή από τον ατέρμονο πόλεμο προς την λογική ενός Συμφώνου Ειρήνης & Ασφάλειας, και πριν εμβαθύνουμε στο τι θα μπορούσε να περιλαμβάνει μια τέτοια πρόταση, η σημασία της αποκατάστασης των διαύλων επικοινωνίας με τη ρωσική κοινωνία δεν μπορεί να υπερεκτιμηθεί. Η πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης να αποδοκιμάζει, ακόμη και να επιβάλλει κυρώσεις, σε όποιον τολμά να διατηρεί κανάλια επικοινωνίας με τη ρωσική κοινωνία αποτελεί μια μορφή αυτοκαταστροφής.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο δέχτηκα την πρόσκληση να μιλήσω σε μια επενδυτική διάσκεψη στη Μόσχα την περασμένη εβδομάδα, στην οποία δεν συμμετείχαν εκπρόσωποι της κυβέρνησης, αλλά ένα ευρύ ακροατήριο τεχνολόγων, επιχειρηνατιών, φοιτητών και δημοσιογράφων. Αν πρόκειται να ανοικοδομηθούν τα κανάλια επικοινωνίας, αυτό είναι το είδος του ακροατηρίου που πρέπει να εμπλακεί.

Από την αρχή του Ουκρανικού Πολέμου, το DiEM25 παρουσίασε τα βασικά της περιεχόμενα υπό την μορφή Λύσης Πέντε Σημείων. Κατόπιν, με την Διακήρυξη της Αθήνας, και την παρουσία του Τζέρεμυ Κόρμπιν, DiEM25 και Προοδευτική Διεθνής διακηρύξαμε την ανάγκη για λύση στο πλαίσιο ενός Νέου Κινήματος Αδεσμεύτων. Αργότερα, παρουσίασα την πρόταση εκείνη στην Αβάνα ενώπιον ολόκληρης της Κουβανικής ηγεσίας και κυβερνητικών εκπροσώπων απ’ όλη την Λ. Αμερική. Αυτό ήταν το πλαίσιο της πρόσφατης επίσκεψής μου στη Μόσχα.

Φυσικά, η επίσκεψη στη Μόσχα ενός πρώην υπουργού Οικονομικών που πριν από μια δεκαετία απέτυχε παταγωδώς να αλλάξει την πορεία της χώρας του, πόσο μάλιστα της Ευρώπης, δεν αποτελεί καμία σημαντική εξέλιξη, τουλάχιστον όχι από μόνη της. Ωστόσο, εκείνο που συνεισφέρει είναι ένα παράδειγμα του πώς οι Ευρωπαίοι μπορούμε να αρχίσουμε να επιδιορθώνουμε τις σχέσεις μας με τη ρωσική κοινωνία των πολιτών. Όσον αφορά την ίδια την πρόταση για μια Ολοκληρωμένη Ευρωπαϊκή Ατζέντα Ειρήνης & Ασφάλειας, για την προώθηση της οποίας πήγα στη Μόσχα, αυτή αποτελείται από έξι μέρη.

Πρώτον, η Ουκρανία θα γίνει στον 21ο αιώνα ό,τι ήταν η Αυστρία κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου: μια ουδέτερη αλλά οπλισμένη ευρωπαϊκή χώρα, της οποίας την εδαφική ακεραιότητα και την πολιτική κυριαρχία θα εγγυώνται από κοινού όλες οι ευρωπαϊκές χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Ρωσίας, υπό την αιγίδα και σύμφωνα με τον Χάρτη του ΟΗΕ.

Δεύτερον, οι υπογράφοντες της Ατζέντας Ειρήνης & Ασφάλειας θα συμφωνήσουν στη σταδιακή κατάργηση σε ολόκληρη την Ευρώπη ολόκληρων κατηγοριών όπλων (συμπεριλαμβανομένων πυρηνικών, χημικών και ντρόουνς που κινούνται με τεχνητή νοημοσύνη). Στο πλαίσιο αυτής της αποκλιμάκωσης, τα ρωσικά και ουκρανικά στρατεύματα θα αποσυρθούν πλήρως 300 χιλιόμετρα εκατέρωθεν των συμφωνηθέντων συνόρων ή της γραμμής ελέγχου.

Τρίτον, όλοι οι πρόσφυγες του πολέμου θα έχουν το δικαίωμα της επιστροφής στα σπίτια τους, με όλες τις πλευρές να δεσμεύονται να βοηθήσουν στην επιστροφή τους στην πράξη.

Τέταρτον, το Ντονμπάς και άλλα αμφισβητούμενα εδάφη που τίθενται υπό ρωσικό έλεγχο θα αποστρατιωτικοποιηθούν και θα κυβερνηθούν με τον ίδιο τρόπο όπως η Β. Ιρλανδία βάσει της Συμφωνίας της Μεγάλης Παρασκευής. Ακριβώς όπως το Λονδίνο διατήρησε την κυριαρχία de jure αλλά τη μοιράζεται de facto με το Δουβλίνο, ενώ οι δύο κοινότητες μοιράζονται εξίσου την εξουσία σε κάθε κυβερνητικό όργανο (από την τοπική αυτοδιοίκηση έως την πολιτειακή βουλή), η ιδέα εδώ είναι ότι η κυριαρχία των περιοχών που παραχωρούνται στη Ρωσία θα παραμείνει τυπικά εντός της Ρωσίας, αλλά θα διασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία εντός και εκτός αυτών των περιοχών, και κάθε δήμος καθώς και κάθε περιφέρεια θα διοικείται με βάση την ίση εκπροσώπηση των δύο κοινοτήτων (ανεξάρτητα από το ποια πλειοψηφεί σε κάθε περιοχή). Όποιος αντιτείνεται ότι αυτό είναι αδύνατο πρέπει να θυμηθεί ότι, πριν από λίγο καιρό, φαινόταν εξίσου αδύνατο να οραματιστεί κανείς το μοίρασμα της εξουσίας μεταξύ του Sinn Fein και των Ενωτικών του Όλστερ.

Πέμπτον, η Ευρωπαϊκή Ένωση αποδεσμεύει τα περιουσιακά στοιχεία της Ρωσίας και αίρει όλες τις κυρώσεις. Παράλληλα, ρωσική ενέργεια αρχίζει να ρέει και πάλι προς την Ευρώπη, μ’ ένα μέρος των εσόδων να διατίθεται σε Ταμείο Ανασυγκρότησης της Ουκρανίας.

Έκτον, με πρότυπο την Επιτροπή Αλήθειας και Συμφιλίωσης της Νότιας Αφρικής, η οποία ιδρύθηκε μετά την πτώση του απαρτχάιντ για να προσφέρει την ευκαιρία να καταθέσουν τον πόνο τους, και να ακουστούν από την αντίθετη πλευρά, τα θύματα του απαρτχάιντ, ένα παρόμοιο Συμβούλιο θα συγκληθεί από τον ΟΗΕ, υπό την ηγεσία δικαστών με εμπειρία στην αποκαταστατική δικαιοσύνη από τη Νότια Αφρική και άλλες χώρες.

Καθώς οι πόλεμοι και ο φόβος του πολέμου επεκτείνουν την επικράτειά τους, μια διεθνής προσπάθεια για την ειρήνη είναι πιο επίκαιρη από ποτέ. Η αδυναμία να φανταστεί κανείς πώς θα μοιάζει μια Συνολική Ευρωπαϊκή Ατζέντα για την Ειρήνη & την Ασφάλεια είναι ίσως το χειρότερο εμπόδιο στην εμφάνισή της. Η πιο πάνω πρόταση έξι σημείων συνεισφέρει ένα παράδειγμα για το πώς μπορεί να ξεπεραστεί αυτό το εμπόδιο, περιγράφοντας συγκεκριμένα βήματα που θα μπορούσε να κάνει η Ευρώπη για να σπάσει το αδιέξοδο και να δώσει στον εαυτό της μια ευκαιρία να ξαναγίνει χρήσιμη.

Πολλοί θα ρωτήσουν: Πώς θα ανταποκριθεί η ρωσική κυβέρνηση, και ειδικότερα ο Βλαντιμίρ Πούτιν, σε μια τέτοια πρόταση; Αν και κανείς δεν μπορεί να το γνωρίζει μέχρι να τεθεί επί τάπητος, η πρόσφατη εμπειρία μου στη Μόσχα μου λέει ότι η ρωσική κοινωνία δεν είναι μόνο έτοιμη να την υποδεχτεί με ενθουσιασμό, αλλά και να ασκήσει πίεση στην κυβέρνησή της να την λάβει σοβαρά υπόψη. Ανυπόμονη να επανασυνδεθεί με τη Δύση, αλλά απογοητευμένη από τα σαφή σημάδια ότι οι ηγέτες της ΕΕ θέλουν να δουν τη Ρωσία να διαλύεται από φυγόκεντρες δυνάμεις, η ρωσική κοινή γνώμη είναι πρόθυμη να εισέλθει σε γόνιμο διάλογο με βάση ένα τέτοιο σχέδιο – συμπεριλαμβανομένων τόσο των αντιπάλων όσο και των υποστηρικτών της κυβέρνησης του κ. Πούτιν.

Τέλος, πολλοί από τους Ρώσους τεχνοκράτες, φοιτητές και δημοσιογράφους που συνάντησα στη Μόσχα μου είπαν ότι υπήρχε λόγος για τον οποίο ήταν πιο δεκτικοί σ’ αυτή τη συγκεκριμένη πρόταση για μια Ευρωπαϊκή Ατζέντα Ειρήνης & Ασφάλειας: τους την υπέβαλε κάποιος του οποίου η στάση στον πόλεμο της Ουκρανίας πριν από τέσσερα χρόνια («Σταθείτε στο πλευρό της Ουκρανίας αλλά όχι της επέκτασης του ΝΑΤΟ») δέχτηκε εξίσου δηλητηριώδεις επιθέσεις τόσο από τους υποστηρικτές της ρωσικής κυβέρνησης όσο και από τους σθεναρούς υποστηρικτές του ΝΑΤΟ.

Αυτό μπορεί να εξηγήσει και την αυθόρμητη εορταστική ατμόσφαιρα που επικράτησε μετά την παρουσίαση της πρότασης, στην οποία παραδόθηκα με χαρά – δίνοντας τροφή για ακόμα περισσότερο μίσος προς το πρόσωπό μου από τους δυτικούς οπαδούς του ατέρμονου πολέμου. Δεν πειράζει. Η επανόρθωση των σχέσεων για χάρη της Ειρήνης απαιτεί μια σειρά από τέτοια μικρά, ανθρώπινα βήματα.

Το άρθρο αποτελεί απόδοση στα ελληνικά της μηνιαίας στήλης του στο αγγλικό περιοδικό Unherd.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα